Της Ελένης Ψαρρέα

Το Όχι στο δημοψήφισμα είναι η εναργέστερη καταδίκη των μνημονιακών πολιτικών και των πολιτικών λιτότητας. Αυτό το Όχι πρέπει πολιτικά να εκπροσωπηθεί από τις δυνάμεις που το υποστήριξαν με συνέπεια και κυρίαρχα από τον ίδιο τον κόσμο που το επέλεξε. Για πρώτη φορά μέσα σε πέντε χρόνια η κοινωνία τοποθετήθηκε επί των προγραμμάτων της Ε.Ε, του ΔΝΤ, της ΕΚΤ και έκρινε αυτούς τους θεσμούς άχρηστους, ανεπαρκείς. Όποιο πρόγραμμα αυτών των θεσμών, είναι καταδικασμένο να αποτύχει και θα ακυρωθεί στην πράξη, όποια διαμεσολάβηση κι αν βρεθεί, προκειμένου να εφαρμοστεί.

Η ίδια η πραγματικότητα έρχεται να συνθλίψει ακόμα και την πιο δυνατή δυσπιστία. Το τρίτο μνημόνιο, λεόντειο, σε βάρος του ελληνικού κράτους, είναι γεγονός. Και είναι όντως το πιο βαρύ, ερχόμενο να προστεθεί σε δύο άλλα αποτυχημένα προγράμματα. Ψηφισμένο από μια βουλή, που στην πλειοψηφία της εκλέχτηκε για να καταργήσει τα μνημόνια και τη λιτότητα. Ψηφισμένο, με τρόπο αντισυνταγματικό, με διαδικασίες σκούπας, όπου χιλιάδες τυπωμένες σελίδες μοιράζονται και γίνονται νόμος μέσα σε 24ώρα, περιλαμβάνοντας σειρά μέτρων που δεσμεύουν τη χώρα για πολλές δεκαετίες. Διαδικασίες που ευτελίζουν όχι μόνο την αριστερά, αλλά το ίδιο το πολίτευμα. Ο πολιτικός χρόνος γίνεται τόσο πυκνός, κρίνοντας μια πορεία δώδεκα ετών, ενός κόμματος που δημιουργήθηκε στηρίζοντας τη διαχρονική απαίτηση του κόσμου της αριστεράς για ενότητα των δυνάμεων της. Ένα κόμμα, το οποίο συνέβαλε στην ενεργό συμμετοχή στα κινήματα αντίστασης. Έδειξε την πολιτική ετοιμότητά του στο αντιμνημονιακό κέλευσμα, με άμεσο πρόγραμμα α πεμπλοκής από τα μνημόνια και τη λιτότητα, με στόχο την αναδιανομή του πλούτου προς όφελος της εργατικής τάξης, σε βάρος του κεφαλαίου. Είναι τόσο πυκνός ο πολιτικός χρόνος που χτυπά κάθε λεπτό αυτών των αγώνων στο μυαλό των μελών, των στελεχών, του κόσμου που έδωσε μια μάχη με άνισους όρους απέναντι σε ένα σύστημα σαράντα χρόνων διαπλοκής. Σε ένα κατεστημένο που έμοιαζε ακλόνητο βγάζοντας άσους από το μανίκι. Σε ένα σύστημα που κατεδαφίστηκε με το πιο βροντερό Όχι. Ένα Όχι που πίστεψε την αριστερά των πράξεων, την αριστερά με μια παρακαταθήκη αγώνων. Αυτή η παρακαταθήκη, αυτή η ελπίδα, η ίδια η δύναμη των πολλών δεν χωρά σε αδιέξοδα και μονοδρόμους, γιατί μπορεί, ακόμα και στο πιο βαθύ σκοτάδι, να βλέπει φως, να σηκώνεται και να προχωρά.

Σε λίγες μέρες έρχεται μια άλλη ΔΕΘ, σίγουρα δε θα είναι η Θεσσαλονίκη που ξέραμε. Το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης που υποστηρίξαμε προεκλογικά και στις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης, αυτό το κοινωνικό συμβόλαιο, το άμεσα υλοποιήσιμο για τις ανάγκες μιας κοινωνικής πλειοψηφίας ρημαγμένης από πέντε χρόνια εφαρμογής άδικων πολιτικών. Ένα πρόγραμμα, όμως, που θυσιάστηκε, λόγω διαπραγμάτευσης, μονομερών ενεργειών και χρηματοδοτικής έλλειψης. Η διαπραγμάτευση έφερε το τρίτο μνημόνιο, επιβεβαιώνοντας την άποψη ότι δεν μπορεί να υπάρξει νέα δανειακή σύμβαση χωρίς μνημόνιο και αναβίωση της Τρόικα. Οι μονομερείς ενέργειες κόπηκαν και όσες έγιναν με βάση το πρόγραμμα τη ΔΕΘ ( ανθρωπιστική κρίση- επαναφορά διαθεσίμων- άνοιγμα ΕΡΤ- 100 δόσεις), είναι ο μοναδικός απολογισμός της κυβέρνησης μέχρι τώρα. Η χρηματοδότηση του προγράμματος, που έμεινε θεωρία, αφορούσε σε ένα φορολογικό σύστημα που θα επέβαλε μεγάλη φορολόγηση στο κεφάλαιο, απεμπλοκή από το βραχνά του χρέους, με διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του και αποπληρωμή με ρήτρα ανάπτυξης. Αντίθετα προς τις δεσμεύσεις, σύμφωνα με τη νέα σύμβαση φτιάχτηκαν τα ταμεία των πιστωτών, όπου θα βρίσκουν την απαραίτητη χρηματοδότηση για τις δικές τους ανάγκες. Ένα πρώτο Ταμείο Ιδιωτικοποιήσεων ως ένα ΥΠΕΡΤΑΙΠΕΔ, το οποίο αναλαμβάνει να υποθηκεύσει και να ιδιωτικοποιήσει όλη τη δημόσια περιουσία σε όφελος των δανειστών και των ιδιωτικών ομίλων. Με τις ιδιωτικοποιήσεις αυτές, ισχυροποιείται ο κρίκος της νεοφιλελεύθερης και καπιταλιστικής στρατηγικής, ενώ σπάνε οι κρίκοι των κοινωφελών χρήσεων, των εργασιακών σχέσεων, της προστασίας του περιβάλλοντος, του κοινωνικού κράτους. Κι ένα δεύτερο Ταμείο, το Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης, που θα προχωρήσει στη συγχώνευση των ελληνικών τραπεζών και στην υπαγωγή τους στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας ή και σε ιδιωτικούς ομίλους της Ευρωζώνης. Με αυτόν τον τρόπο παγιώνεται η ιδιωτική ιδιοκτησία, ο έλεγχος των διοικήσεων στις συστημικές τράπεζες και ακυρώνεται η δυνατότητα δημόσιας περιουσίας και ελέγχου επί του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Το μεγαλύτερο, όμως, “Ταμείο” που φτιάχνεται, είναι αυτό των ανεξάρτητων αρχών, της Γενικής Γραμματείας Δημόσιων Εσόδων, του Δημοσιονομικού Συμβουλίου και της περίφημης Ανεξάρτητης αρχής για τις Δημόσιες συμβάσεις, η οποία καταργεί το ρόλο του ελεγκτικού συνεδρίου. Οι αρχές αυτές μπορούν να λαμβάνουν αυτόματα μέτρα, καθοδηγούμενες ευθέως από την ΕΚΤ. Είναι αδιανόητη η κατάργηση της δημοσιονομικής κυριαρχίας της χώρας σε τόσο μεγάλο βαθμό.

Τα ταμεία, όπως και τα μέτρα που απορρέουν από τη συμφωνία, είναι ιδιοκτησία του σχεδίου Σόιμπλε, μέσω μιας σύμβασης υπογεγραμμένης από την κυβέρνηση που εκλέχτηκε για να εκπροσωπήσει την ανατροπή στην Ελλάδα και να στείλει το ανάλογο μήνυμα στην Ευρώπη.

Όλα αυτά γίνονται στο όνομα της άτακτης χρεοκοπίας και του εθνικού συμφέροντος. Επειδή, όμως, αυτό είναι ένα παραμύθι της μνημονιακής παράδοσης, προστίθενται κι άλλα επιχειρήματα. Εμφανίζεται ο κακός Σόιμπλε και το πάση θυσία μνημόνιο, είτε εντός ευρωζώνης είτε εκτός ευρωζώνης. Έτσι, αποσιωπάται ένα άλλο μνημόνιο, αυτό που πρέπει να εφαρμοστεί σε βάρος του κεφαλαίου. Και μια αριστερά οφείλει να το επιβάλλει με την εκλογή της.

Το αναγκαίο κακό του μνημονίου υποστηρίζεται μέσα από τη λαϊκή εντολή για παραμονή στο ευρώ, αγνοώντας πρόδηλα τη λαϊκή εντολή για κατάργηση των μνημονίων και της λιτότητας ως προτεραιότητα για την παραμονή μιας κυβέρνησης που στηρίχθηκε στην αριστερά, στους αντιμνημονιακούς αγώνες και στα κινήματα αντίστασης. Σε μια κυβέρνηση που ξεκάθαρα είπε ότι δεν μπορεί να είναι «παντός καιρού», εννοώντας με αυτό τους πειραματισμούς επί των μνημονίων. Είναι φανερό, επίσης, ότι με αυτή τη μέθοδο το νόμισμα, από εργαλείο άσκησης της πολιτικής μετατρέπεται στην επιβολή μιας και μόνο πολιτικής εφαρμογής και δη της ακραία νεοφιλελεύθερης. Το στρίψιμο της βίδας γίνεται και με ένα απλό κατσαβίδι. Η επιλογή σε σχέση με το νόμισμα δεν μπορεί να είναι φόβητρο, να καταγγέλλεται και τελικά να ποινικοποιείται. Τότε ο μονόδρομος γίνεται αυτοσκοπός και το μήνυμα δεν είναι αυτό της ανατροπής, αλλά της υποχώρησης, της συντήρησης. Με αυτό τον τρόπο ο πλούτος παραμένει στα ίδια χέρια, η ανεργία συνεχίζει δριμύτερη και αυτοί που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν δια της φυγής την όποια εναλλακτική, είναι οι νέοι και οι νέες.

Η νεολαία το βράδυ του Όχι ξαγρύπνησε για ένα καλύτερο μέλλον, αυτό της κοινωνικής πλειοψηφίας του 61,3%. Οι νέοι και οι νέες έσπασαν το φόβο που μεταδιδόταν από τα Μ.Μ.Ε και τις κλειστές τράπεζες, έδωσαν την ευκαιρία στην κυβέρνηση να αποδείξει ότι διαφέρει, ότι αγωνίζεται για το συμφέρον των πολλών ενάντια στα συμφέροντα των λίγων. Αυτή η νεολαία δεν εγκλωβίζεται σε διλήμματα του τύπου χρεοκοπία ή μνημόνιο. Την πραγματικότητα θέλει να αλλάξει, αυτή που μένει ίδια, επιμένει, διαβρώνει και γκρεμίζει το παρόν, πνίγοντας το μέλλον. Αυτή η πραγματικότητα ανατρέπεται με τη θέληση των πολλών και τον πολλαπλασιασμό της δύναμης τους μέσω των αγώνων. Το 61,3% του Όχι δεν έγινε σεβαστό, ο θεσμός του δημοψηφίσματος απαξιώθηκε. Η 5η Ιουλίου, αν και είναι τόσο κοντά χρονικά, μοιάζει μακρινή μέσα από την τεράστια αλλοίωσή της. Ξέρουμε ότι κάποια γεγονότα δείχνουν τη δυναμική τους με απερίφραστο τρόπο και είναι αυτά που σημαδεύουν τις πολιτικές εξελίξεις. Το Όχι στο δημοψήφισμα είναι η εναργέστερη καταδίκη των μνημονιακών πολιτικών και των πολιτικών λιτότητας. Αυτό το Όχι πρέπει πολιτικά να εκπροσωπηθεί από τις δυνάμεις που το υποστήριξαν με συνέπεια και κυρίαρχα από τον ίδιο τον κόσμο που το επέλεξε. Για πρώτη φορά μέσα σε πέντε χρόνια η κοινωνία τοποθετήθηκε επί των προγραμμάτων της Ε.Ε, του ΔΝΤ, της ΕΚΤ και έκρινε αυτούς τους θεσμούς άχρηστους, ανεπαρκείς. Όποιο πρόγραμμα αυτών των θεσμών, είναι καταδικασμένο να αποτύχει και θα ακυρωθεί στην πράξη, όποια διαμεσολάβηση κι αν βρεθεί, προκειμένου να εφαρμοστεί.

Αυτές τις μέρες υπάρχει μια αφήγηση. Αυτή η κυβέρνηση δε θέλει να εφαρμόσει το μνημόνιο, δεν το πιστεύει, δε συμφωνεί με τα μέτρα λιτότητας και χρειάζεται να συγκροτήσει σχέδιο απεγκλωβισμού. Από την άλλη, οι δυνάμεις της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ. και του Ποταμιού που πιστεύουν στο μνημόνιο, εκλιπαρούν ότι, για να εφαρμοστεί, πρέπει η κυβέρνηση να δηλώσει παντοτινή πίστη. Γεγονός είναι ότι η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ. όπως και η σάρκα από τη σάρκα τους, το Ποτάμι, βρήκαν ευκαιρία στο μνημόνιο να υλοποιήσουν την νεοφιλελεύθερη πολιτική τους. Για το λόγο αυτό υποστήριζαν και υποστηρίζουν ότι το χρέος είναι βιώσιμο, συσκοτίζοντας το πραγματικό πρόβλημα. Γεγονός, επίσης, είναι ότι η κυβέρνηση στα προαπαιτούμενα του μνημονίου, ξεκίνησε λέγοντας ότι δεν είναι δική μας ιδιοκτησία αυτό το πρόγραμμα, συνέχισε παραδεχόμενη ότι κάποιες αλλαγές είναι σε σωστή κατεύθυνση και ακολούθως υποστηρίζει ότι μπορεί μέσα από αυτό το πρόγραμμα να επιτευχθεί η ανάπτυξη. Επομένως, ο δρόμος της απεμπλοκής από το μνημόνιο φαίνεται να περνάει αποκλειστικά μέσα από το ίδιο το μνημόνιο και αυτό θυμίζει πολλά από την πενταετή πορεία αυτών των πολιτικών. Υπάρχει μια λαϊκή έκφραση: όποιος είναι έξω από το χορό, πολλά τραγούδια ξέρει. Όμως τα βήματα αυτού του χορού είναι τόσο εύκολα και συνηθισμένα, που μπορούν να βρεθούν πολλοί να τα χορέψουν, με το ίδιο μονότονο αλλά συνάμα καταστροφικό αποτέλεσμα. Επιπλέον οι έξω, έχουν σταματήσει να τραγουδούν, θλίβονται, προβληματίζονται και οργανώνονται για να αντισταθούν. Και το σίγουρο είναι ότι η κοινωνία δεν μπορεί να δεχτεί μια συμφωνία εξαθλίωσης και φτωχοποίησής της.