Της Ευγενίας Λουπάκη

Μικρός λαός και πολεμά
δίχως σπαθιά και βόλια
για όλου του κόσμου το ψωμί
το φως και το τραγούδι

…ήταν το πρώτο που μου ήρθε στο μυαλό και με τη μουσική του στο στόμα, μόλις έμαθα την απόφαση για το δημοψήφισμα. Κι όχι μόνο στο δικό μου μυαλό κι όχι μόνο στο δικό μου στόμα. Χιλιάδες στόματα το τραγούδησαν τη Δευτέρα στο Σύνταγμα, με χέρια υψωμένα και μάτια νοτισμένα. Ξανά.

Είμαι σίγουρη όμως, ότι ο ευπατρίδης, ευγενής και γενναίος Γιάννης Ρίτσος, όταν έγραφε τον συγκλονιστικό αυτό στίχο, εννοούσε μισός λαός. Ο μισός και πολύ λέω, που αντιστάθηκε στην Κατοχή, που αντιστάθηκε στη Δικτατορία, που αντιστάθηκε στην ολέθρια εποχή της “ευημερίας”.

Είμαι σίγουρη ότι ο ωραίος και σοφός Γιάννης Ρίτσος, είχε πλήρη επίγνωση, για το μέγεθος αυτού του λαού, αλλά φυσικά και για το κουράγιο και για την πολλαπλασιαστική δύναμη του ηρωισμού  του.

Είμαι σίγουρη, γιατί ο άλλος μισός ήταν αυτός που είχε στείλει τον μεγάλο ποιητή της Ρωμιοσύνης στις εξορίες και τους αποκλεισμούς που υπέστη ο “μικρός λαός” επειδή ακριβώς πολεμούσε για το ψωμί, το φως και το τραγούδι. Για τη ζωή, την ελευθερία και τη χαρά, δηλαδή.

Ήταν ο άλλος μισός, αυτός που πλαισίωσε τα Ευζωνικά Τάγματα Ασφαλείας, τα τάγματα των γερμανοτσολιάδων, όπως τους έλεγαν κι όπως τους λέμε μέχρι σήμερα. Κι ήταν δεκάδες χιλιάδες, σε όλη την Ελλάδα, αυτοί που έσπευσαν να ενταχθούν σ’ αυτά, μετά την απόφαση του “πρωθυπουργού” Ράλλη να τα συγκροτήσει, για να αντιμετωπίσουν από κοινού μαζί με τους Γερμανούς κατακτητές ναζί, τον “κομμουνιστικό κίνδυνο”. Τον κίνδυνο να χάσουν τον έλεγχο του καθεστώτος. Ήταν τόσοι πολλοί και τέτοια η δράση τους (τρομοκρατία, βασανιστήρια, δολοφονίες ΕΑΜιτών) που ο ίδιος ο Χίμλερ, έστειλε συγχαρητήρια στον Γερμανό διοικητή της εποχής…Στον Γερμανό ναζί διοικητή για τη δράση των “ελλήνων” ταγματασφαλιτών.

Ήταν ο άλλος μισός, που μετά την ήττα του ναζισμού επικράτησε με τη δύναμη ξένων όπλων κι έστειλε στα εκτελεστικά αποσπάσματα, στις φυλακές, στην προσφυγιά και στις εξορίες, τον μικρό λαό του Γιάννη Ρίτσου. Τα ονόματα Ράλλης, Εβερτ, Παπανδρέου και πολλά άλλα όχι τόσο διάσημα, συνέχισαν να παίζουν ρόλο καθοριστικό στα πολιτικά πράγματα. Άλλων οι απόγονοι κι άλλοι αυτοπροσώπως (Γεώργιος Παπανδρέου) αναγορεύθηκαν ως στυλοβάτες της Δημοκρατίας στη μεταπολεμική Ελλάδα.

Την περίοδο της Χούντας, την περιέγραψε μοναδικά ένας άλλος μεγάλος ποιητής, ο Μανόλης Αναγνοστάκης, με το περίφημο “Φοβάμαι”. Κι αν οι πορείες του Πολυτεχνείου είχαν τεράστια συμμετοχή, η ίδια η εξέγερση ήταν υπόθεση λίγων χιλιάδων. Κι αν κατέρρευσε η Δικτατορία κάτω απ’ το βάρος του εγκλήματος της Κύπρου, δεν ήρθε πάλι ο “μικρός λαός” στην εξουσία. Ήρθε ο άλλος μισός, ο απών, ο μουγκός και βολεμένος, ο απόγονος του ταγματασφαλίτη και ο τρομοκρατημένος από τον απόγονο του ταγματασφαλίτη. Περιβεβλημένος με το ένδυμα της σύγχρονης Ευρωπαϊκής Δημοκρατίας, που θα μας εξασφάλιζε απρόσκοπτη πορεία ειρήνης και ευημερίας. Και οπλισμένος με απίστευτα αντιδημοκρατικά εκλογικά συστήματα, για να ‘χει τον επικίνδυνο μικρό λαό στη γωνία.

Δεν είμαι ιστορικός και μη μου χρεώνετε απλουστεύσεις, τις κάνω ενσυνείδητα. Γιατί μου λένε να ‘μαι ψύχραιμη και να εξηγώ υπομονετικά στον καημένο τον απλό λαό, τί σημαίνει να ψηφίσει “ναι” στο δημοψήφισμα. Με συγχωρείτε δεν θα πάρω.

Μία ψήφο έχουμε όλοι ισοδύναμη. Και δεν καταλαβαίνω γιατί χρειάζεται εμένα ο συνταξιούχος να του εξηγήσω, όταν έχει υποστεί όλη τη μανία και τη χλεύη μαζί του Σαμαρά, του Βενιζέλου και του Σόϊμπλε. Στο πορτοφόλι του και στο πετσί του.
Γιατί με χρειάζεται; Επειδή απέναντί μου είναι το ΜΕΓΚΑ; Και γιατί τον πείθει το ΜΕΓΚΑ και όχι η ζωή του; Είναι ηλίθιος; Η μήπως ανήκει σε κείνον τον άλλο “μισό λαό”, που συνήθισε στη λούφα και στο να βγάζουν οι άλλοι το φίδι απ΄την τρύπα;
Ας ψηφίσουν “ναι” λοιπόν, παρέα με τον Βαρδινογιάννη και τον πρόεδρο της Γιούρομπανκ. Ας ακούσουν τον Γιούνκερ και όχι τον Τσίπρα. Ας τα δώσουν όλα, και τα κλειδιά της χώρας ξανά στους Γερμανούς. Τo ‘χουν ξανακάνει, με τους Γερμανούς, τo ‘χουν κάνει με τους Άγγλους και τους Αμερικάνους.

Έκαστος εφ’ ω ετάχθη.

Εγώ θα πάρω το ΟΧΙ μου και το μικρό λαό μου και θα πάω διακοπές.

πηγή – stokokkino