Του Μενέλαου Γκίβαλου

«Στη Γερμανία (…) η Δημοκρατία κινείται μέσα στα όρια που επιτρέπει η Αστυνομία, αλλά δεν επιτρέπει η Λογική… Γι’ αυτό και το Πρόγραμμα [σ.σ: δεν αποτελεί παρά] μείγμα νοοτροπίας υποτελούς και πίστης σε θαύματα», Καρλ Μαρξ, Κριτική του Προγράμματος της Γκότα (1875). ,

Εκατόν σαράντα χρόνια μετά, αυτή η ιστορική ρήση του Μαρξ ισχύει στο ακέραιο, με τις αναγκαίες σίγουρα ιστορικές προσαρμογές. Πράγματι, η αντίληψη για τη δημοκρατία της σημερινής γερμανικής ελίτ κινείται μέσα στα όρια που επιτρέπουν ο νεοφιλελευθερισμός και η «ηθικολογούσα» λιτότητα. Όσο για τα προγράμματα «σωτηρίας» που προτείνει αυτή μαζί με τη διεθνή «μαφία» του χρηματοπιστωτικού συστήματος, όντως απευθύνονται σε πολιτικούς και κόμματα που διέπονται από τη νοοτροπία της υποτέλειας, της υποταγής, του σύγχρονου δωσιλογισμού.

Το κείμενο των πέντε σελίδων με τις προτάσεις των «θεσμών» που επέδωσε ως «γραμματοκομιστής» (μόνον;) ο Ζαν Κλοντ  Γιούνκερ στον Έλληνα πρωθυπουργό ήταν πλήρως αποκαλυπτικό για το πώς αντιλαμβάνονται οι «εταίροι» και δανειστές μας τη δημοκρατία και τη λαϊκή κυριαρχία, αλλά και τους όρους επιβίωσης ενός ολόκληρου λαού. Μόνο σε προτεκτοράτο, μόνο στην περίοδο της αποικιοκρατίας θα μπορούσε να εμφανιστεί τέτοιο κείμενο.

Όμως πολλές φορές οι προκλήσεις και οι ακρότητες λειτουργούν ως «μπούμερανγκ». Η κατηγορηματική άρνηση του Αλέξη Τσίπρα και της ελληνικής κυβέρνησης να δεχτούν ως στοιχείο διαπραγμάτευσης το κείμενο αυτό είναι πλήρως νομιμοποιημένη όχι μόνο στη συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας, αλλά και στην αντίληψη και των άλλων ευρωπαϊκών λαών που βρίσκονται σε κρίση, αφού εμμέσως ο πυρήνας των αντιλήψεων του συγκεκριμένου κειμένου απευθύνεται και σε αυτούς.

Το εν λόγω κείμενο οριοθέτησε και περάτωσε ως έναν μεγάλο βαθμό τις ίδιες τις διαδικασίες της διαπραγμάτευσης. Ορθώς ο πρωθυπουργός μέσα από τη συζήτηση στη Βουλή προωθεί τη συγκρότηση ενός ευρέος κοινωνικοπολιτικού συσχετισμού ικανού να αντιμετωπίσει ακόμα και μια ενδεχόμενη ρήξη. Ο εκβιασμός όχι μόνο δεν πέτυχε, αλλά έφερε τα αντίθετα αποτελέσματα.

Το χρέος, η αντιμετώπιση και ρύθμισή του, αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της όποιας συμφωνίας. Δυστυχώς, η αντιπαράθεση ΔΝΤ – Βερολίνου όχι μόνο δεν είναι εικονική, αλλά χρησιμοποιείται και από τα δύο μέρη σε βάρος της χώρας μας. Απαράβατη αρχή ένταξης  μιας χώρας στο ΔΝΤ είναι το «κούρεμα» του χρέους της.  Αυτό δεν έγινε το 2010 προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα χρηματοπιστωτικά συμφέροντα της Γερμανίας και της Ευρωζώνης, ενώ η μετατροπή του χρέους σε δημόσιο από ιδιωτικό οδήγησε σε πλήρες αδιέξοδο. Η λύση που προτείνει η ελληνική πλευρά και λογική δομή έχει και οδηγεί σε πρακτικό αποτέλεσμα, συναντά όμως την άρνηση της Άνγκελα Μέρκελ.

Ποιος θα ανοίξει την πόρτα του τρελοκομείου;

Χάσαμε πολύ χρόνο, πολύτιμο χρόνο, νομίζοντας ότι διαλεγόμαστε με τους «εταίρους» και δανειστές στη βάση της δημοκρατικής αρχής, της λογικής, της «μπέσας».  Όμως, αντί για τον Γιούργκεν Χάμπερμας, απέναντι μας έχουμε τις αντιλήψεις της «κοινωνίας της ζούγκλας», των στυγνών συσχετισμών δύναμης, τον μεγαλοϊδεατισμό ενός σύγχρονου γερμανικού iimperium.

Αντί, λοιπόν, να περιμένουμε από εβδομάδα σε εβδομάδα το αδιέξοδο, το «ατύχημα», θα πρέπει εμείς οι ίδιοι με τις επιλογές μας να καταδείξουμε σε πρακτικό επίπεδο τις συνέπειές του για τους «διαπραγματευτές» μας. Η πολιτική άρνησή μας να πληρώσουμε τη δόση στο ΔΝΤ (άσχετα με τους τρόπους που δικαιολογήθηκε) αποτελεί το προείκασμα του τι θα συμβεί εάν στο τέλος Ιουνίου δεν πληρώσουμε τη συνολική δανειακή υποχρέωση ύψους 1,5 δις ευρώ. Εάν, μάλιστα, αυτή την τακτική την είχαμε εφαρμόσει εδώ και έναν μήνα, σήμερα θα βρισκόμαστε σε πολύ καλύτερη θέση και θα διαθέταμε και περισσότερα οικονομικά αποθέματα.

Δυστυχώς, δεν καταλαβαίνουν άλλη γλώσσα. Θα «λογικευτούν» μόνο όταν συνειδητοποιήσουν σε πρακτικό επίπεδο τις ζημιές που υφίστανται πολιτικά αλλά και οικονομικά από μια κρίση που θα προσλάβει ενδεχομένως μη χειραγωγούμενες διαστάσεις.  Ήδη τα επιτόκια των ομολόγων ανέβηκαν κατά 164% στην Πορτογαλία, 142% στην Ιρλανδία, 14% στην Ιταλία, ενώ ταυτόχρονα υποτιμήθηκε το ευρώ έναντι του δολαρίου.

Το κείμενό τους ήταν κείμενο ρήξης. Πρέπει να τους δείξουμε ότι όχι μόνο δεν υποκύπτουμε, αλλά ότι την ευθύνη της ρήξης την έχουν πλέον στο ακέραιο. Οι «τρομοκράτες» για να εκβιάσουν και να επιβληθούν θέλουν απέναντι τους «τρομοκρατημένους». Τώρα όμως οι καιροί άλλαξαν. Κι όπως είπε ένας παλαιός πολιτικός, «εάν αυτοί ανοίξουν την πόρτα του τρελοκομείου, να ξέρουν ότι εμείς θα τους ακολουθήσουμε»…

πηγή – επίκαιρα

αναδημοσίευση – Βαθύ κόκκινο