image00213-244x300

Της Μαρινίκης Αλεβιζοπούλου & του Αυγουστίνου Ζενάκου

Οι κριτικές φωνές μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ είναι πολλές και η κριτική τους βάσιμη – τόσο για τη μετάλλαξη του κόμματος όσο και για τις υπαναχωρήσεις της κυβέρνησης από τις προεκλογικές εξαγγελίες. Παρά τη σφοδρότητα των συγκρούσεων, όμως, τίποτε δεν αγγίζει πια τον πρωθυπουργό…

Μετά την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, οι πιέσεις που ασκούν τα κυρίαρχα ΜΜΕ, τα οποία είχαν ομόθυμα υποστηρίξει τις μνημονιακές κυβερνήσεις κατά την πενταετία της κρίσης, προς την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ διακρίνονται σε δύο τακτικές που λειτουργούν συμπληρωματικά: Από τη μία, εντείνεται η πολεμική ρητορική που υποστηρίζει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μια παλαιοκομματική Αριστερά -ακόμη και «σταλινική»!-, που στόχο έχει αφενός να κυβερνήσει ανελεύθερα κι αφετέρου να οδηγήσει την Ελλάδα «έξω από την Ευρώπη». Από την άλλη, οικοδομείται το επιχείρημα ότι ο Αλέξης Τσίπρας είναι ο εκλεκτός του λαού και ότι μπορεί να αποτελέσει καλό ηγέτη, αν «σοβαρευτεί», αν δηλαδή ξεφορτωθεί τα «βαρίδια» του κόμματός του, που τον εμποδίζουν να κάνει «το σωστό», δηλαδή να έρθει σε συμφωνία με τους «εταίρους» και να διασώσει την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας. Ο κόσμος, άλλωστε, λέει αυτό το επιχείρημα, δεν ψήφισε ΣΥΡΙΖΑ, ψήφισε κυβέρνηση ή μάλλον, καλύτερα, ψήφισε πρωθυπουργό και συγκεκριμένα τον Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος έχει συνεπώς την αποκλειστική ευθύνη για όλα.

Είναι φανερό ότι οι πιέσεις αυτές έχουν στόχο να ωθήσουν την κυβέρνηση να υιοθετήσει τις βασικές αρχές της πολιτικής που συνοψίζεται στο επίθετο «μνημονιακή». Ας μην ξεχνάμε ότι η αναγκαιότητα της «ευρωπαϊκής προοπτικής», έτσι όπως την υιοθέτησαν όλες οι κυβερνήσεις της κρίσης και εξακολουθούν να την υποστηρίζουν τα κυρίαρχα ΜΜΕ, έχει το συγκεκριμένο περιεχόμενο της προσήλωσης σε μέτρα όπως -κυρίως- οι ιδιωτικοποιήσεις και η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων. Δεν υπάρχει, λοιπόν, αμφιβολία ότι, πίσω από τις πιέσεις που υφίσταται η κυβέρνηση, κρύβεται η ατζέντα των συγκεκριμένων συμφερόντων που εκπροσωπούν τα ΜΜΕ και ότι τόσο η «κριτική» τους όσο και οι «παραινέσεις» τους προς τον πρωθυπουργό είναι ψευδεπίγραφες. Και η ατζέντα αυτή μπορεί να διατυπωθεί επιγραμματικά ως εξής: Η ΝΔ είναι σε αφασία, το ΠΑΣΟΚ είναι νεκρό, το «Ποτάμι» είναι εφεδρεία αλλά δεν αρκεί, αυτή την κυβέρνηση έχουμε, μ’ αυτήν πρέπει να «δουλέψουμε».

Μολαταύτα, όσο κι αν οι συγκεκριμένες τακτικές περί «σταλινικής Αριστερός» ή περί «ανάγκης σοβαρότητας» είναι παρελκυστικές, οφείλει κανείς να αναρωτηθεί: υπάρχουν κάποια στοιχεία στις κινήσεις του ΣΥΡΙΖΑ που δίνουν την εικόνα μιας αναζήτησης «συνεργασίας»; Πώς ερμηνεύονται επιλογές είτε βασικών πολιτικών υπαναχωρήσεων από ζωτικά ζητήματα του προγράμματος -λόγου χάρη, η ιδιωτικοποίηση του ΟΛΠ ή η δειλή στάση στο θέμα των μεταλλείων της Χαλκιδικής- είτε προσώπων που πρακτικά αντιτίθενται στις αρχές ενός αριστερού κόμματος, όπως ο Γιάννης Πανούσης, ο Γιάννης Ρουμπάτης, ο Σπύρος Σαγιάς, ο Δημήτρης Παπαγγελόπουλος, η “Ελενα Παναρίτη, ο Λάμπης Ταγματάρχης; Μήπως απέναντι στο «αυτή την κυβέρνηση έχουμε, μ’ αυτήν πρέπει να δουλέψουμε» έχει κάνει την εμφάνισή του και το «αυτό το σύστημα έχουμε, μ’ αυτό πρέπει να δουλέψουμε»;

Ποιοι ευθύνονται γι’ αυτή την εικόνα; Αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα ή κάποιες συγκεκριμένες ομάδες; Πώς μοιράζονται οι ρόλοι, τι αφορούν οι συγκρούσεις και πώς πορεύεται η μεγαλύτερη πολιτική δύναμη της χώρας παλεύοντας, υπό το βάρος της «διαπραγμάτευσης», να εδραιωθεί και να μακροημερεύσει;

Όπως έχουμε περιγράφει από τις σελίδες τούτου του περιοδικού, ήδη από τις ευρωεκλογές του 2014 ήταν εμφανές το ρήγμα μέσα στο κόμμα: από τη μία, μπορούσε να διακρίνει κανείς διαμορφωμένο πλέον τον «αρχηγικό ΣΥΡΙΖΑ», την τάση δηλαδή να μεταμορφωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ σε ένα κόμμα κλασικού τύπου, όπου ο αρχηγός και οι στενοί του συνεργάτες παίρνουν τις αποφάσεις, ενώ οι υπόλοιποι πειθαρχούν και στηρίζουν, ανταλλάσσοντας αυτήν τη στήριξη με επιμέρους επιρροές κι εξουσίες. Η τάση αυτή αντιμετώπισε κάμποσο προβλήματα, από τη μάλλον ατυχή επικοινωνιακή εκστρατεία ως το φιάσκο της υποψηφιότητας της Σαμπιχά Σουλεϊμάν – πιστώθηκε, όμως, την -έστω όχι τεράστια- εκλογική επικράτηση.

Από την άλλη, είχαμε την κριτική προς τον «αρχηγικό ΣΥΡΙΖΑ», για το έλλειμμα δημοκρατικών διαδικασιών, την απουσία σεβασμού στις συλλογικές αποφάσεις και το ρόλο «παράκεντρων» εξουσίας γύρω από τον πρόεδρο.

Το ρήγμα αυτό αντανακλούσε μια απόφαση που πάρθηκε αρκετά νωρίτερα και αποκρυσταλλώθηκε μετά τις εθνικές εκλογές του 2012: ως γνωστόν, ο ΣΥΡΙΖΑ ταυτίστηκε σε μεγάλο βαθμό με τις διαμαρτυρίες ενάντια στις μνημονιακές πολιτικές – εν μέρει λόγω της πραγματικής εμπλοκής της βάσης του, που διακρίνεται για την κινηματική δράση της, και εν μέρει λόγω του επικοινωνιακού του χειρισμού. Κάποιοι υποστηρίξουν ότι αυτόν ακριβώς το χαρακτήρα έπρεπε να διατηρήσει και να ενισχύσει, ιδιαίτερα αντιμέτωπος με την ύφεση των λαϊκών κινητοποιήσεων μετά το 2012, τις οποίες έπρεπε να αναζωπυρώσει και να οργανώσει. Η στρατηγική ωστόσο που επικράτησε ήταν η «διεύρυνση» προς τα μικροαστικά στρώματα, που φαίνονταν να τρομάζουν στην προοπτική μιας αριστερής κυβέρνησης, και ο κατευνασμός της ανησυχίας που προκαλούσε η κινηματική δράση. Το αν ένας «κινηματικός» ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να είχε έρθει στην εξουσία δεν θα το μάθουμε πια. Σίγουρα, όμως, η στρατηγική που επελέγη οδηγούσε νομοτελειακά στην ενίσχυση της ηγετικής ομάδας και τη μετατροπή του ΣΥΡΙΖΑ σε πιο «κλασικό» κόμμα.

Το ίδιο ρήγμα όχι μόνο επιβιώνει, αλλά και γιγαντώνεται μετά τις εκλογές, όπου ο «αρχηγικός» ΣΥΡΙΖΑ είναι πλέον κυβέρνηση. Κι αυτό που φαίνεται πλέον ξεκάθαρα είναι ότι η επιδίωξη να λειτουργεί η κυβέρνηση τελείως αυτόνομα, με το κόμμα και την κοινοβουλευτική ομάδα να υποτάσσονται στις επιλογές της, να πειθαρχούν και να στηρίζουν, αποτελεί καρπό προειλημμένης και συγκροτημένης απόφασης. Όχι βέβαια ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει αυτήν τη στιγμή – τουλάχιστον με το σύνολο της κυβέρνησης. Αυτό που συμβαίνει προς το παρόν είναι ότι η ηγετική ομάδα είναι αυτονομημένη. Αλλά η επιδίωξη να ισχύσει το ίδιο στο σύνολο της κυβέρνησης και οι κινήσεις που οδηγούν εκεί -με άλλη κυβερνητική σύνθεση, όταν το επιτρέψουν οι συνθήκες- αποτελούν ενεργητική πολιτική.

Την πολιτική αυτή εκφράζει η ομάδα γύρω από τον πρωθυπουργό, η οποία περιλαμβάνει τους υπουργούς Νίκο Παππά και Αλέκο Φλαμπουράρη, τον γραμματέα του υπουργικού συμβουλίου Σπύρο Σαγιά και τον υπεύθυνο γραφείου Τύπου του πρωθυπουργού Θεόδωρο Μιχόπουλο. Οι χειρισμοί τους ποικίλλουν, αλλά συγκλίνουν ως προς την υπεράσπιση της «αρχηγικής» αυτής πολιτικής, το βασικό επιχείρημα υπέρ, της οποίας είναι να μην κινδυνεύσει να πέσει η κυβέρνηση λόγω εσωτερικών αντιδράσεων στη διαπραγμάτευση και σε μια ενδεχόμενη συμφωνία με τους «εταίρους». Μολονότι, βέβαια, το επιχείρημα αυτό έχει μια διάσταση αλήθειας κατά το ότι πράγματι υπάρχουν πολλοί τόσο στο κόμμα όσο και στην κοινοβουλευτική ομάδα που πιστεύουν ότι οι επιλογές της κυβέρνησης προδίδουν το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, η στόχευση δεν αφορά μόνο την κυβερνητική επιβίωση: είναι και η πλήρης μετατροπή του ΣΥΡΙΖΑ σε αρχηγικό κόμμα, με βασικούς αξιωματούχους όσους τώρα βρίσκονται γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα. Την ίδια «αρχηγική» πολιτική, τουλάχιστον σε σχέση με την πειθαρχία που θα απαιτήσει μια ενδεχόμενη συμφωνία, εκφράζει και ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Γιάννης Δραγασάκης. Στο δε κομματικό επίπεδο, η συγκρότηση της νεόκοπης «Ενωτικής Κίνησης» ως «τάσης» του κόμματος, η οποία ελέγχεται από τον Νίκο Παππά, έχει ταυτόσημη στόχευση: όπως εκφράστηκε σε κάποιες εισηγήσεις στη συνδιάσκεψη της Νομαρχιακής Α’ Αθήνας, «η μόνη κόκκινη γραμμή είναι να μην είμαστε αριστερή παρένθεση».

Απέναντι στις επιλογές της κυβέρνησης στη διαπραγμάτευση μοιάζει να τοποθετείται η Αριστερή Πλατφόρμα, η οποία παρουσιάζεται από τα εγχώρια και διεθνή ΜΜΕ ως ένα από τα κυριότερα «βαρίδια» που πρέπει να ξεφορτωθεί ένας αρχηγικός ΣΥΡΙΖΑ. Πράγματι, βάσει των δηλώσεων των στελεχών που πρόσκεινται σ’ αυτήν, καθώς και της αρθρογραφίας μελών της, όπως βέβαια και του επικεφαλής της Παναγιώτη Λαφαζάνη, η Αριστερή Πλατφόρμα εμφανίζεται στον αντίποδα της κυβερνητικής πρακτικής. Ακολουθεί όμως μια τακτική που τελικά δεν απειλεί ούτε την ηγετική ομάδα, ούτε τις μείζονες επιλογές στη διαπραγμάτευση, καθότι οι τοποθετήσεις της είναι πάντοτε τόσο οξείες, ώστε να αποκλείουν να συμπαραταχθεί μαζί της οποιοσδήποτε δεν πρόσκειται ήδη σε αυτήν. Γι’ αυτό και όσοι γνωρίζουν μάλλον κρατούν μικρό καλάθι για τις δυνατότητες της Αριστερής Πλατφόρμας να επηρεάσει την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ, έστω και αν ένα-δυο στελέχη αποχωρήσουν προσωρινά από το προσκήνιο για την «τιμή των όπλων», αν και εφόσον αναγκαστούν.

Πιο «επικίνδυνοι» για τον «αρχηγικό» ΣΥΡΙΖΑ φάνηκαν να είναι οι λεγόμενοι «53+», στελέχη του κόμματος που είχαν εμφανιστεί μετά τις ευρωεκλογές να ασκούν με κείμενό τους («συμβολή στη συζήτηση της Κεντρικής Επιτροπής») κριτική στις επιλογές της ηγετικής ομάδας. Αυτοί ήταν οι κύριοι φορείς της κριτικής σχετικά με την απουσία σεβασμού στις συλλογικές διαδικασίες. Τη στιγμή της εμφάνισής τους, οι στόχοι της κριτικής τους -αν και σπάνια κατονομάζονταν δημόσια- ήταν κυρίως ο Ν. Παππάς, διευθυντής τότε του πολιτικού γραφείου του Α. Τσίπρα, ο οποίος φερόταν να παίρνει αυθαίρετες αποφάσεις για τη στρατηγική του κόμματος, και οι διάφοροι «σύμβουλοι», κάποιοι από τους οποίους εδραίωσαν τη θέση τους, όπως ο Νίκος Κοτζιάς, που έγινε υπουργός Εξωτερικών, ενώ άλλοι χάθηκαν από το συριζαϊκό προσκήνιο, όπως ο διπλωμάτης Νίκος Αϋφαντής. Στους «53+» συγκαταλέγονται ισχυρά -και κάποια προβεβλημένα- στελέχη του κόμματος, αλλά και βουλευτές και υπουργοί, όπως ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, ο Θοδωρής Δρίτσας, η Τασία Χριστοδουλοπούλου, ο Τάσος Κορωνάκης, ο Κώστας Αθανασίου, η Βασιλική Κατριβάνου, ο Χρήστος Μαντάς, ο Χρήστος Καραγιαννίδης, η Ερμίνα Κυπριανίδου, ο Γιάννης Αλμπάνης, ο Κώστας Μαρματάκης, η Ράνια Σβίγκου, η Θεανώ Φωτίου, ο Χρήστος Λάσκος, ο Χριστόφορος Παπαδόπουλος κ.ά.

Μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης, στελέχη που πρόσκεινται στους «53+» έχουν ασκήσει κριτική σε επιλογές όπως ο Γιάννης Πανούσης, ο Σπύρος Σαγιάς, ο Δημήτρης Παπαγγελόπουλος και, πρόσφατα, ο Λάμπης Ταγματάρχης και η “Ελενα Παναρίτη. Η ψύχραιμη κριτική τους προς τις κυβερνητικές κινήσεις -η οποία διατυπώνεται κατά κύριο λόγο στα όργανα και τις διαδικασίες του κόμματος, ενώ δημόσια παίρνει τη μορφή κειμένων «θέσεων», που αποφεύγουν την εξόφθαλμη σύγκρουση- τους έχει καταστήσει υπολογίσιμη δύναμη και μάλιστα πρώτη στις πρόσφατες εκλογές της Νομαρχιακής Α” Αθήνας.

Κατά κύριο λόγο, πάντως, η κριτική των «53+» στόχευσε από την αρχή τη στροφή του ΣΥΡΙΖΑ προς έναν ποιο «εθνικοπατριωτικό λόγο», ο οποίος εγκατέλειπε την αριστερή ανάλυση των πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών ζητημάτων και πρόκρινε το «εθνικό συμφέρον», την «πατρίδα», την ανάγκη τιμωρίας των υπευθύνων για «σκάνδαλα» κτλ.

Αυτή τους η πολιτική ανάλυση είναι που τους διαφοροποιεί από ένα ακόμη προβεβλημένο στέλεχος, το οποίο κατά τα άλλα ασκεί κι αυτό δριμεία κριτική σε κυβερνητικές επιλογές: την Πρόεδρο της Βουλής Ζωή Κωνσταντοπούλου. Στελέχη που πρόσκεινται στους «53+» διαφωνούν τόσο με αυτό που θεωρούν «νομικίστικο» τρόπο πολιτικής, όσο και με την επιμονή της Ζωής Κωνσταντοπούλου σε μια «εθνική» ρητορική στα ζητήματα του χρέους και των γερμανικών αποζημιώσεων. Κοντά σ’ αυτά, της χρεώνουν και έλλειμμα συνεργασίας και σεβασμού των συλλογικών διαδικασιών, ενώ δεν τους ενθουσιάζει κι αυτό που έχει αποκληθεί μια «(πολύ) ειδική σχέση της Προέδρου της Βουλής με τη δημοσιότητα».

Όποια κι αν είναι η σχέση της Προέδρου με τη δημοσιότητα, το βέβαιον είναι ότι αποτελεί μια εξαιρετικά πολωτική προσωπικότητα, που κρατάει διαρκώς ψηλά τους τόνους της αντιπαράθεσης. Το γεγονός αυτό της έχει χαρίσει πολέμιους σε όλο το φάσμα των κυρίαρχων ΜΜΕ, αλλά και μεγάλη υποστήριξη από μερίδα ψηφοφόρων. Αυτό που η Ζωή Κωνσταντοπούλου δεν έχει είναι συμμαχίες μέσα στο κόμμα. Το πού μπορεί, συνεπώς, να οδηγήσει η επιμονή της να αντιτίθεται είτε σε επιλογές προσώπων είτε στην πορεία της διαπραγμάτευσης και σε μια επικείμενη συμφωνία, είναι άδηλο, τουλάχιστον σε σχέση με την επιρροή της στους κόλπους του ΣΥΡΙΖΑ.

Η κριτική που ασκούν στελέχη που πρόσκεινται στους «53+» στην Πρόεδρο της Βουλής δεν είναι άστοχη. Πράγματι, η Ζωή Κωνσταντοπούλου, τόσο στο ζήτημα του χρέους όσο και στο ζήτημα των γερμανικών επανορθώσεων, μοιάζει να υπηρετεί ένα αφήγημα που συγκροτεί το υποκείμενο των διεκδικήσεων περισσότερο ως «αδικημένο Έλληνα» παρά ως μέλος υποτελούς τάξης. Ακόμη περισσότερο, μοιάζει να αναζητεί τη θεραπεία των δεινών του σε μια ορθή εφαρμογή του νόμου αντί σε μια πολιτική ανατροπή των συστημικών δεδομένων.

To παράδοξο, όμως, εδώ είναι ότι η ρητορική αυτή δεν είναι μόνο -ούτε καν κυρίως- της Προέδρου της Βουλής. Η ρητορική αυτή είναι του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος την έχει υπηρετήσει πιστά τουλάχιστον από το 2012. Και την έχει εκφράσει ηχηρότερα από όλους ο Α. Τσίπρας. Η διαφορά ανάμεσα στο πώς προσεγγίζει η ηγετική ομάδα αυτήν τη ρητορική και στο πώς την προσεγγίζει η Πρόεδρος της Βουλής είναι ότι η ηγετική ομάδα αρκείται σε μια δοξαστική παρέλαση της 25ης Μαρτίου, όπου λαός, στρατός και κυβέρνηση ενώνουν τις φωνές τους ενάντια στους δανειστές, ενώ η Πρόεδρος της Βουλής πιστεύει ότι σ’ αυτή την κατεύθυνση θα παραχθεί παρεμβατική πολιτική. Μ’ άλλα λόγια, το πρόβλημα με τη Ζωή Κωνσταντοπούλου είναι ότι υλοποιεί, χάρη στην αυτόνομη ισχύ που της εξασφαλίζει η θέση της Προέδρου της Βουλής, μέρος των εξαγγελιών του ΣΥΡΙΖΑ – εξαγγελίες με τις οποίες πολλοί από τους «53+» μπορεί να διαφωνούσαν από πριν, δεν ίσχυε όμως το ίδιο για τον Α. Τσίπρα και όσους τον περιτριγυρίζουν, τουλάχιστον όσο οι εξαγγελίες αυτές έφερναν ψήφους.

Κι εδώ είναι το θέμα: οι συγκρούσεις και οι διαφωνίες μαίνονται, πότε για τις επιλογές της κυβέρνησης και της ομάδας διαπραγμάτευσης, πότε για τους χειρισμούς του Νίκου Παππά ή του Σπύρου Σαγιά, πότε για τα «νήματα» που κινεί ο Γιάννης Δραγασάκης, πότε για το πόσο «βαρίδι» είναι ο Παναγιώτης Λαφαζάνης, πότε για τις διαρροές του Μαξίμου που φεύγουν προς τα κυρίαρχα ΜΜΕ από το ένα γραφείο και διαψεύδονται μισή ώρα αργότερα από το άλλο, πότε για τον «απονομιμοποιημένο» Γιάνη Βαρουφάκη, πότε για τη «μη συνεργάσιμη» Ζωή Κωνσταντοπούλου…

Τίποτε από αυτά, όμως, ποτέ δεν αγγίζει τον Α. Τσίπρα. Είναι σαν αυτός ο ηγέτης, που όλοι αναγνωρίζουν, να μην έχει στην πραγματικότητα ανάμιξη σε τίποτα, παρά μόνο να «παίρνει πάνω του» πράγματα όταν φτάνει ο κόμπος στο χτένι και χωρίς κανένας ποτέ να εξηγεί στ’ αλήθεια τι σημαίνει αυτό. Ένας αδιαμφισβήτητος αρχηγός, που όλα γύρω του συγκρούονται, αλλά ο ίδιος δεν εμπλέκεται πουθενά.

Πόσο δύσκολο είναι να αρθρώσει κανείς την πρόταση ότι η αυτονόμηση της ηγεσίας και η επιβολή κομματικής πειθαρχίας, ο «αρχηγικός» ΣΥΡΙΖΑ, η υιοθέτηση της «εθνικοπατριωτικής» στροφής, η ενδοτικότητα στη διαπραγμάτευση, η εγκατάλειψη προεκλογικών θέσεων, η τοποθέτηση αμφιλεγόμενων προσώπων σε καίριες θέσεις, η υποβάθμιση των συλλογικών διαδικασιών δεν είναι απλώς ατυχίες που επισυμβαίνουν, επειδή παρεξήγησε το ρόλο του και υπερέβη την εξουσία του ο Ν. Παππάς, ο Σ. Σαγιάς ή ο Γ. Δραγασάκης – αλλά αποτελούν συνειδητή απόφαση του εξής ενός, του Α. Τσίπρα; Θα το πει ποτέ αυτό καμία «κριτική φωνή» μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ, που ομνύει στη διαφορετικότητα της Αριστερός; Ή θα εξακολουθήσουμε να βλέπουμε κάτι που μοιάζει με αντικατοπτρισμό της γραμμής των κυρίαρχων ΜΜΕ, για την οποία κάναμε λόγο στην αρχή, όπου όλα στον ΣΥΡΙΖΑ είναι μέσα στο παιχνίδι, αρκεί να μην ακουμπάει ποτέ τίποτε τον αρχηγό;

πηγή – unfollow

αναδημοσίευση – Βαθύ Κόκκινο