ImageHandler2

HARALAMPOPOULOS-(1)Του Χρίστου Χαραλαμπόπουλου

Πρόκειται για διαπίστωση που –παραδόξως-έρχεται στην επιφάνεια όλο και περισσότερο, όσο προχωρούν οι διαπραγματεύσεις με τους «εταίρους» μας. Ότι η Ενωμένη Ευρώπη είναι όλο και λιγότερο δημοκρατική, όσο φτάνει κάποιος περισσότερο στην οικονομική καρδιά της.
Γι΄ αυτόν ακριβώς τον λόγο ο πολιτικός χαρακτήρας της διαπραγμάτευσης που έχει επιλέξει η κυβέρνηση, όλο και σκοντάφτει, μετριέται και βρίσκεται λίγος, εγκλωβίζεται σε αδιέξοδα και φθείρεται σε συζητήσεις με τα «τεχνικά κλιμάκια» και τους όρους τους.

Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί για την Ε.Ε. δεν είναι αν αποτελεί «δημοκρατία ή αγορά;». Αυτό αν το έχετε ξεχάσει, έχει απαντηθεί εδώ και χρόνια. Από τον Μάιο του 1998 όταν οι ηγέτες των «15» –τότε– της Ε.Ε. στην έκτακτη σύνοδο των Βρυξελλών πανηγύριζαν τη γέννηση του ενιαίου νομίσματος και τη θεσμοθέτηση της απόλυτης εξουσίας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (που αποκτούσε το δικαίωμα να μη λογοδοτεί πουθενά και σε κανέναν), όταν δηλαδή οι Ευρωπαίοι πολιτικοί υπέγραφαν το δικό τους Βισί, παραδίδοντας την εξουσία που τους είχαν εμπιστευθεί οι πολίτες, στους τραπεζίτες.

Αυτούς τους τραπεζίτες που μας εξαναγκάζουν τώρα να σώσουμε, δηλαδή να πληρώσουμε, τα χρέη τους. 
Εκείνη τη χρονιά, τρεις μήνες μόλις μετά τη σύνοδο των Βρυξελλών, ο διοικητής τότε της πανίσχυρης κεντρικής γερμανικής τράπεζας, της Bundesbank, ο Χανς Τιτμάγερ (ο οποίος μιλούσε σπάνια), δήλωσε ότι οι κυβερνήσεις της Ευρώπης επέλεξαν επιτέλους τον δρόμο της παραίτησης από τις θεμελιώδεις εξουσίες λήψης αποφάσεων, μεταβιβάζοντάς τες στους «νομισματικούς εμπειρογνώμονες».

Πρόκειται, είχε πει, ο Τιτμάγιερ, για μία πολιτική που προκρίνει το «μόνιμο δημοψήφισμα των παγκόσμιων αγορών» σε σχέση με το πιο αυτονόητο δημοψήφισμα της κάλπης, στο οποίο οι «νομισματικοί εμπειρογνώμονες» είναι αναρμόδιοι. Δηλαδή, πόσο πιο καθαρά μπορούσε να το πει ο άνθρωπος; Τι να πει; Ότι από εκείνη την στιγμή και μετά, η εξουσία περνούσε στα χέρια μίας οικονομικής ολιγαρχίας που θα υπεράσπιζε τα δικά της συμφέροντα, τα οποία βρίσκονται σε αντίθεση με τα συμφέροντα των πολιτών.

Τρία χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 2001, η Άνγκελα Μέρκελ πρότεινε ένα νέο πρότυπο, την « marktkonforme demokratie » (δημοκρατία συμβατή με την αγορά), το οποίο προσδιόρισε κάπως έτσι : « Η κατάρτιση του κρατικού προϋπολογισμού είναι προνόμιο του Κοινοβουλίου, πρέπει όμως να βρούμε τρόπους, ώστε η δημοκρατική αυτή απαίτηση να είναι συμβατή με τις επιταγές της αγοράς ».

Η αγορά απο τότε, έγινε το σημείο αναφοράς : τις εκλογικές αποφάσεις δεν τις παίρνουν πια οι πολίτες αλλά τα χρηματιστήρια, οι τράπεζες και οι κερδοσκόποι. Η αντιδημοκρατική αυτή φιλοσοφία κερδισε σιγά σιγά την Ευρώπη. Μεταφράστηκε σε νόμους και συνθήκες που περιορίζουν όλο και περισσότερο το περιθώριο ελιγμών των κυβερνήσεων και λειτουργούν ως « αυτόματος πιλότος » για να καθυποτάξουν τις κοινωνίες και να τις οδηγήσουν με υφέρποντα και μυστικό τρόπο προς μια “ομόσπονδη” Ευρώπη.

Τι είδους ομοσπονδία, όμως; Τον Ιανουαριο του 2013, ένα μήνα πριν τις εκλογές όπου το κόμμα του θα έρθει στην 4η θέση, ο Μάριο Μόντι ένα μοντέλο Παπαδήμου α λα ιταλικά είχε δηλώσει πως «Οι εντάσεις που μας συνοδεύουν τα τελευταία χρόνια φέρουν ήδη μία ψυχολογική προδιάθεση διάλυσης της Ευρώπης». Μάλιστα, προειδοποίησε: «Εάν το ευρώ αρχίσει να προκαλεί αποξένωση μεταξύ των Ευρωπαίων, τότε θα καταστραφούν και τα θεμέλια της ευρωπαϊκής ενοποίησης». Ο Μόντι, μάλιστα, παρότρυνε, τους Ευρωπαίους ηγέτες, να διατηρήσουν μία ελευθερία κινήσεων απέναντι στα κοινοβούλιά τους. «Αν οι κυβερνήσεις δεσμεύονται απολύτως από τις αποφάσεις των κοινοβουλίων, χωρίς να έχουν φροντίσει να κρατήσουν για τον εαυτό τους ένα περιθώριο διαπραγμάτευσης, τότε η διάλυση της Ευρώπης θα αποτελεί πιο πιθανή εξέλιξη από την περαιτέρω ενοποίησή της» είχε υποστηρίξει ο Ιταλός τεχνοκράτης. Η άποψή του ήταν ότι οι κυβερνήσεις αν και πρέπει να ακολουθούν τις αποφάσεις της Βουλής, έχουν όμως και το καθήκον να «διαπαιδαγωγούν» το κοινοβούλιο. Σαν να λέμε δηλαδή, ότι η πολλή Δημοκρατία βλάπτει. Ας αφήσουμε τα πολιτικά τσιράκια των αγορών ή τους τεχνοκράτες, να κάνουν παιχνίδι.

Ειδικά, για τον ευρωπαικό Νότο, να θυμίσω τι ακριβώς συνιστούσε μία έκθεση της ερευνητικής ομάδας της JP Morgan που αποκάλυψε πέρυσι στις αρχές Ιουνίου του 2013 ο Leigh Phillips, δημοσιογράφος του Observer, σχετικά με την κατάσταση στην ζώνη του ευρώ.

Σύμφωνα με τους εισηγητές της JP Morgan, η ευρωζώνη είναι περίπου στα μισά της περιόδου προσαρμογής και η λιτότητα είναι πιθανό να είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα του τοπίου “για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα». Αυτό όμως που είναι πολύ ανησυχητικό είναι ο προκλητικός κυνισμός της έκθεσης που “ανακαλύπτει” πως το σημαντικότερο πρόβλημα σήμερα στην Ευρώπη για την τόνωση της ανταγωνιστικότητας είναι το «πλεόνασμα δημοκρατίας που υπάρχει σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες και πρέπει να περικοπεί».

Για τους συγγραφείς της έκθεσης David Mackie και Malcolm Barr «τα πολιτικά συστήματα στην ευρωπαϊκή περιφέρεια θεμελιώθηκαν μετά το τέλος δικτατοριών και ορίστηκαν από αυτή την εμπειρία. Τα συντάγματα στις χώρες αυτές έχουν την τάση να δείχνουν μια ισχυρή σοσιαλιστική επιρροή, γεγονός που αντικατοπτρίζει την πολιτική δύναμη που αριστερών κομμάτων που αποκτήθηκε μετά την ήττα του φασισμού».

Για την JP Morgan τα pinko (φιλοκομμουνιστικά) συντάγματα στον ευρωπαϊκό νότο, ήταν αυτά που εξέθρεψαν τα δημοσιονομικά προβλήματα προτάσσοντας τα δικαιώματα των εργαζομένων. «Οι αδυναμίες της πολιτικής τους κληρονομιάς αποκαλύφθηκαν κατά την διάρκεια της κρίσης, αφού οι χώρες της περιφέρειας έχουν μόνο εν μέρει πετύχει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, καθώς οι προσπάθειες περιορίζονται από τα ίδια τους τα συντάγματα, όπως για παράδειγμα στην Πορτογαλία, την Ισπανία και την Ελλάδα όπου παρατηρείται άνοδος λαϊκίστικων κομμάτων».

Δημοκρατία είπατε; Να ζήσουμε να την θυμόμαστε.

πηγή – sdna