images212121

του Νίκου Δρόσου

Ο εύκολος στόχος για την άντληση φόρων σε αυτήν τη χώρα είναι πάντα οι μισθωτοί, οι συνταξιούχοι και βεβαίως οι ιδιοκτήτες ακινήτων. Γιατί θα έπρεπε να περιμένουμε ότι θα αλλάξει αυτό;

Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!

Όταν όλοι κοιτούν τη «μεγάλη εικόνα», δηλαδή την έκβαση της παρούσας διαπραγμάτευσης μεταξύ της Ελλάδας και των δανειστών της, ο «διάβολος» είναι βέβαιον ότι μπορεί να περάσει στις λεπτομέρειες

Πολύ περισσότερο, δε, όταν δεν πρόκειται καν για «λεπτομέρειες», αλλά για ζητήματα που αφορούν την καθημερινότητα και τις περιουσίες όλων μας.

Ο λόγος για τη διαφαινόμενη πρόθεση της κυβέρνησης να διατηρήσει τον ΕΝΦΙΑ και κατά το τρέχον έτος, παρά τις προεκλογικές της εξαγγελίες περί κατάργησής του και παρά την παραδοχή του υπουργού Οικονομικών ότι πρόκειται περί ενός «αποκρουστικού και απαράδεκτου φόρου».

Εκπεφρασμένη και θεάρεστη, βεβαίως, η πρόθεσή της να μειώσει και τις αντικειμενικές αξίες, οι οποίες στα παρόντα επίπεδά τους (χρονολογούνται από το 2007) καθιστούν τον ΕΝΦΙΑ έναν ευθέως δημευτικό φόρο.

Όμως, ο «διάβολος» βρίσκεται στο τελικό ποσό που προτίθεται να μας χρεώσει ή με άλλα λόγια στον στόχο εσόδων που θα συνοδεύσει τον «αναμορφωμένο» -βάσει των νέων αντικειμενικών αξιών- ΕΝΦΙΑ.

Βάσει του περυσινού ΕΝΦΙΑ, η προηγούμενη κυβέρνηση άντλησε περί τα 2,6 δισ. ευρώ και εάν ευσταθούν οι πληροφορίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, η παρούσα προτίθεται να μειώσει το ποσό αυτό κατά περίπου 20% (600-800 εκατ. ευρώ), βεβαιώνοντας, τελικώς, φόρους ύψους 1,8 – 2 δισ. ευρώ στους ιδιοκτήτες των ακινήτων.

Συνιστά, όμως, η μείωση αυτή μια δίκαιη ή ακόμη και προσήκουσα εξέλιξη σε σχέση με την οικονομική κατάσταση εκατομμυρίων Ελλήνων αλλά και με τα βάρη που αυτοί έχουν ήδη επωμισθεί;

Πρώτον, υπάρχει το ζήτημα των αντικειμενικών αξιών και των τιμών ζώνης. Κατά πόσον η αναπροσαρμογή τους θα ανταποκρίνεται στην καταβαράθρωση των αγοραίων τιμών που σημειώθηκε από το 2007 έως σήμερα;

Δεύτερον, εάν όντως οι αντικειμενικές μειωθούν, για παράδειγμα κατά 40%, όσο και η μεσοσταθμική μείωση των αγοραίων τιμών ακινήτων που καταγράφει η Τράπεζα της Ελλάδος, τότε πώς θα είναι δυνατή η άντληση του παραπάνω στόχου εσόδων από τον προϋπολογισμό;

Τρίτον, από τους περίπου 1,3 εκατ. ανέργους, οι οποίοι τυγχάνουν ενδεχομένως και ιδιοκτήτες κάποιου ακινήτου, ή από τους εκατοντάδες χιλιάδες χαμηλόμισθους και συνταξιούχους, οι οποίοι μετά βίας τα βγάζουν πέρα, πώς θα ζητηθεί ακόμη ένα ποσό;

Όταν είναι σαφές ότι η αγορά ακινήτων είναι απολύτως νεκρή και όταν οι άνθρωποι αυτοί αδυνατούν αντικειμενικά ακόμη και να εκποιήσουν την όποια περιουσία τους, πώς θα τους φορτώσει το κράτος με ένα ακόμη βάρος στο οποίο, κατά πάσα βεβαιότητα, δεν δύνανται να ανταποκριθούν;

Αντιστοίχως, εάν όντως πρόθεση του φίλτατου κ. Βαρουφάκη είναι η σταδιακή μείωση του ΕΝΦΙΑ με τον εντοπισμό ισοδύναμων φόρων από τη μεγάλη ακίνητη περιουσία, πώς συνάδει η πρόθεση αυτή με τη μείωση των αντικειμενικών αξιών στα ακίνητα αυτά, όταν είναι σαφές ότι τη μεγαλύτερη βουτιά την έχουν κάνει οι αγοραίες τιμές των -κάποτε- πλέον ακριβών ιδιοκτησιών;

Φίλτατοι, αφήστε τα.

Η υπόθεση της φορολόγησης των ακινήτων είναι δαιδαλώδης και απαιτεί προσεκτική αντιμετώπιση και όχι πολιτικές στημένες είτε στο πόδι, είτε με τη μορφή οδοστρωτήρα…

Την ώρα που η φοροδιαφυγή μαίνεται ανεξέλεγκτη, είναι αδιανόητο να ζητείται από τους ίδιους και τους ίδιους να βγάλουν το φίδι από την τρύπα, επωμιζόμενοι νέα βάρη.

Η περιουσία και δη η ακίνητη πρέπει να φορολογείται, όπως συμβαίνει παγκοσμίως, αλλά τούτο πρέπει να γίνεται κατά τρόπο ορθολογικό, ο οποίος να ανταποκρίνεται τόσο στην οικονομική κατάσταση των κατοίκων της χώρας, όσο και στο κοινό περί δικαίου αίσθημα.

Σήμερα οι φόροι επί των ακινήτων είναι δημευτικού χαρακτήρα και οι στόχοι του προϋπολογισμού που συνδέονται με αυτούς σαφώς υψηλότεροι των πραγματικών δυνατοτήτων των κατοίκων αυτού του τόπου.

Αμφότεροι οφείλουν να αλλάξουν.

Τώρα, αν τα νούμερα δεν βγαίνουν, υπάρχει πάντα και το σκέλος των δαπανών στον προϋπολογισμό…

Αυτό το θυμάται κανείς;

πηγή – euro2day