real210415

Tου Δημήτρη Χαλυβόπουλου

dchalyvopoulos@yahoo.gr

Εισαγωγικό σημείωμα blog

 Παρουσιάζουμε το τρίτο τμήμα της συνέχειας του μύθου του ελληνικού χρέους του Δημήτρη Χαλυβόπουλου ως μια ακόμη προσπάθεια για  σοβαρή και εμπεριστατωμένη πληροφόρηση πάνω στο ακανθώδες θέμα που ταλανίζει τη χώρα μας εκ ιδρύσεως του ελληνικού κράτους.

«Η επιστήμη οφείλει να έχει συνεπή ορολογία ώστε να διευκολύνεται η συνεννόηση μεταξύ των επιστημόνων και να υπάρχει κοινή κατανόηση των προβλημάτων προς επίλυση.»

Η συνέχεια από το 2ο τμήμα

Η Επόμενη Μέρα

Η νέα κυβέρνηση που προέκυψε από τις εκλογές της 25ης Ιανουάριου 2015, οφείλει να διαπραγματευτεί ένα νέο και ουσιαστικό «κούρεμα» του χρέους καθώς όπως αναδείχτηκε και από την παραπάνω ανάλυση υπάρχουν μεγάλες ευθύνες και ερωτήματα σχετικά με τις πολιτικές που επέβαλε η τρόικα οι οποίες προκάλεσαν τη διόγκωσή του. Ένας επίσημος λογιστικός έλεγχος του χρέους θα αποδείξει ότι μεγάλο μέρος του είναι επαχθές, δηλαδή δάνεια που δεν έχουν χρησιμοποιηθεί προς όφελος της πραγματικής οικονομίας και απέφεραν αρνητικότερα δημοσιονομικά αποτελέσματα.
Είναι ευρέως διαδεδομένο ότι οι ιδιωτικές τράπεζες ξεφορτώθηκαν χωρίς απώλειες ελληνικά ομόλογα και άλλα επισφαλή χρηματοοικονομικά προϊόντα, σε αντίθεση με την Ελλάδα που άλλαξε δυσμενώς τη διάρθρωση του χρέους της από ομόλογα σε διμερή δάνεια. Όπως αναλύθηκε σε προηγούμενες ενότητες, το χρέος που είναι εκφρασμένο σε ομόλογα είναι ευκολότερα διαχειρίσιμο σε σχέση με τα διμερή δάνεια και η δυσάρεστη αλλαγή στη σύνθεση του χρέους επιβλήθηκε από την τρόικα χωρίς να τηρηθούν επακριβώς οι συνταγματικοί νόμοι του κράτους και της Ε.Ε..

Ο λογιστικός έλεγχος θα αναδείξει και το μέγεθος των εγγυήσεων που δόθηκαν στις τράπεζες και σε ποιο βαθμό οι εγγυήσεις αυτές επιβάρυναν τα ελλείμματα και την αύξηση του χρέους. Είναι πολύ πιθανόν ένα μεγάλο μέρος του χρέους να δύναται να συμψηφιστεί με χρέη του κράτους προς τις ιδιωτικές τράπεζες που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα και όχι μόνο.

Επίσης, πρέπει να γίνει ευρέως γνωστό ότι για να θεωρείται ένα χρέος βιώσιμο πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα αποπληρωμής του, δηλαδή να μειώνεται με την πάροδο του χρόνου και για να συμβεί αυτό απαιτείται συνολικό πλεόνασμα. Δηλαδή, τα συνολικά έσοδα του κράτους (τακτικά και πιστωτικά) να μπορούν να καλύψουν τις πρωτογενές δαπάνες, τους τόκους και ένα μέρος από το υφιστάμενο χρέος. Τέτοιου είδους ανάλυση απαιτεί ακριβείς προβλέψεις για τα μελλοντικά έσοδα και έξοδα του κράτους σε σχέση με τους όρους αποπληρωμής του χρέους.

Είναι φανερό ότι η διαπραγματευτική ισχύς της Ελλάδος έναντι της τρόικας (και του τραπεζικού κατεστημένου) εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τη δυνατότητα επιστροφής της στη δραχμή. Στην περίπτωση αυτή, το δίκαιο αίτημα της Ελλάδος για μεγάλη μείωση του χρέους μπορεί εύκολα ή δύσκολα να επιτευχθεί. Οι συνέπειες για την Ε.Ε. από την έξοδο της Ελλάδος θα ήταν μικρές σε επίπεδο δημοσιονομικών μεγεθών καθώς τα πάντα θα μπορούσαν να τακτοποιηθούν λογιστικά. Άλλωστε, με «δημιουργική» λογιστική «τακτοποιήθηκαν» οι τεράστιες δημοσιονομικές τρύπες που δημιουργήθηκαν από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, όπως η Lehman Brothers που η κατάρρευση της πυροδότησε την παγκόσμια κρίση του 2008. Το μεγάλο πλήγμα για την Ευρώπη από την έξοδο της Ελλάδος από την ευρωζώνη είναι πρωτίστως πολιτικό, αλλά θα έχει και μεγάλες συνέπειες στην πραγματική οικονομία των εξαγωγικών χωρών όπως η Γερμανία.

Η οικονομική κατάσταση της «πραγματικής» οικονομίας της Ελλάδος και η δυνατότητα επιστροφής στη δραχμή

Αν και χρησιμοποιείται ευρέως από οικονομικούς αναλυτές, δεν υπάρχει στην οικονομική θεωρία σαφής προσδιορισμός του όρου «πραγματική» οικονομία και ούτε μπορεί να προσεγγιστεί με ακρίβεια διότι εμπεριέχει παράγοντες (όπως η παραοικονομία) που δεν αποτυπώνονται στα επίσημα εθνικολογιστικά βιβλία.

Αρκετά καλή προσέγγιση του όρου «πραγματική οικονομία» προέρχεται από την ιστοσελίδα του Cambridge και των Financial Times και είναι ο εξής :

«Τhe part of a country’s economy that produces goods and services, rather than the part that consists of financial services such as banks, stock markets, etc.»

Η πραγματική οικονομία αποτελεί το μέρος της οικονομίας που παράγει αγαθά και υπηρεσίες, σε αντίθεση με το μέρος της οικονομίας που πραγματεύεται με τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες όπως οι τράπεζες, τα χρηματιστήρια κ.λ.π.

Αντίστοιχος ορισμός αποτυπώνεται και στο λεξικό των Financial Times(20)

The part of the economy that is concerned with actually producing goods and services, as opposed to the part of the economy that is concerned with buying and selling on the financial markets.

Οι παραπάνω ορισμοί μπορεί να αποτυπώνουν ένα σαφή διαχωρισμό αλλά παραμένουν ασαφείς οι συσχετισμοί της «πραγματικής» οικονομίας με την «χρηματοπιστωτική» οικονομία καθώς υπάρχουν δείκτες που αφορούν άμεσα και τις δύο οικονομίες. Για παράδειγμα, οι ετήσιες δαπάνες του δημοσίου για μισθούς, συντάξεις και υγειονομική περίθαλψη (κυμαίνονται ετησίως λίγο κάτω από τα 20 δις €) αποτελούν δείκτη που σχετίζεται τόσο με την πραγματική οικονομία όσο και με τα δημοσιονομικά και κατ’ επέκταση την «χρηματοπιστωτική» οικονομία.

Συγκεκριμένα, οι δαπάνες για μισθούς και συντάξεις διοχετεύονται από το κράτος στην πραγματική οικονομία σε μηνιαίες καταβολές. Το φυσικό χρήμα που εισρέει στην πραγματική οικονομία τροφοδοτεί την κατανάλωση και τις επενδύσεις, οι οποίες με τη σειρά τους τροφοδοτούν τα έσοδα τους κράτους από έμμεσους και άμεσους φόρους. Αντίστοιχα, οι δαπάνες αυτές αποτυπώνονται στα λογιστικά βιβλία του κράτους ως ετήσια έξοδα που επιβαρύνουν το έλλειμμα και εφόσον επηρεάζουν τους δείκτες του χρέους αποτελούν δεδομένα που χρησιμοποιούνται ως επί το πλείστον στην «χρηματοπιστωτική» οικονομία. Όμως, είναι σαφές ότι όσο μεγαλύτερες είναι οι δαπάνες για μισθούς, τόσο μεγαλύτερα θα είναι και τα έσοδα από έμμεσους (Φ.Π.Α., ειδικοί φόροι κατανάλωσης) και άμεσους φόρους. Δυστυχώς, δεν συναντώνται στη βιβλιογραφία αναλύσεις που να προσεγγίσουν με μαθηματικό τρόπο τον παραπάνω συσχετισμό ώστε να μπορεί να προσδιοριστεί το βέλτιστο «μίγμα». Έτσι, οι δαπάνες αυτές αντιμετωπίζονται από την «χρηματοπιστωτική» οικονομική θεωρία ως έξοδα χωρίς αντίκρισμα τα οποία πρέπει να μειωθούν χωρίς δεύτερη σκέψη.

Επίσης, η «πραγματική» οικονομία απέχει δραματικά από την «χρηματοπιστωτική» οικονομία σε επίπεδο μεγεθών. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των δεικτών που αποτυπώνουν το μέγεθος του χρήματος σε μια οικονομία συνολικά. Ο δείκτης M0 προσδιορίζει τη νομισματική κυκλοφορία σε χαρτονομίσματα και κέρματα και αποτυπώνει πόσα χρήματα σε φυσική μορφή είναι ικανά για να καλύψουν τις καθημερινές καταναλωτικές ανάγκες των φυσικών προσώπων και ως ένα βαθμό και των επιχειρήσεων. Ο δείκτης M1 εκτός από τα χαρτονομίσματα και τα κέρματα σε κυκλοφορία περιλαμβάνει και τις καταθέσεις όψεως και αποτυπώνει μία ευρύτερη έννοια της νομισματικής κυκλοφορίας. Όσο προχωράμε σε μεγαλύτερους δείκτες ενσωματώνονται και αξίες που δεν είναι άμεσα ρευστοποιήσιμες όπως ομόλογα και διάφορα άλλα χρεόγραφα που αφορούν την «χρηματοπιστωτική» οικονομία. Έτσι οι δείκτες Μ2, Μ3 και Μ4 εκτός από τα χαρτονομίσματα και τις καταθέσεις όψεως περιλαμβάνουν ομόλογα, repos και λοιπά χρηματοοικονομικά προϊόντα που οι αξίες τους είναι πολλαπλάσιες από τις αντίστοιχες των δεικτών Μ0 και Μ1.

Γενικά, σε παγκόσμιο επίπεδο τα μεγέθη στην «χρηματοπιστωτική» οικονομία είναι πολλαπλάσια των αντιστοίχων της «πραγματικής». Η συνολική αξία της παγκόσμιας αγοράς παραγώγων έχει ξεπεράσει τα 700 τρις δολάρια και είναι δεκάδες φορές μεγαλύτερη από τον παγκόσμιο παραγόμενο «πλούτο». Το ίδιο ισχύει και για το παγκόσμιο χρέος όπου εάν προστεθούν τα χρέη των κρατών, των επιχειρήσεων και των φυσικών προσώπων το ποσό είναι και πάλι πολλαπλάσιο του παγκόσμιου «πλούτου». Τελικά, τα διάφορα ιδιωτικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (τράπεζες και οργανισμοί) από απλοί ταμίες-μεσάζοντες σε επίπεδο «πραγματικής» οικονομίας, κατόρθωσαν μέσω της διαχείρισης του κεφαλαίου και του χρέους σε επίπεδο «χρηματοπιστωτικής» οικονομίας να ελέγχουν το σύνολο του παγκόσμιου πλούτου καθιστώντας αιωνόβιους οφειλέτες έθνη και λαούς.

Πολλά έχουν γραφτεί για τους διάφορους τρόπους (θεμιτούς και αθέμιτους) με τους οποίους τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα αποκομίζουν τεράστια κέρδη και αποκτούν γιγάντια δύναμη και επιρροή μέσω του δανεισμού. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της «μόχλευσης» όπου ο νόμος δίνει το δικαίωμα στις ιδιωτικές τράπεζες να δανείζουν πολλαπλάσια χρήματα σε σχέση με τα ταμειακά τους διαθέσιμα. Πρακτικά δανείζουν με τόκο χρήματα που δεν διαθέτουν και γιγαντώνονται ανεξέλεγκτα. Ένα δεύτερο παράδειγμα τεράστιας παραχώρησης προς τις τράπεζες αποτελεί η νομισματική πολιτική της Ε.Ε. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) δανείζει με χαμηλό επιτόκιο τις ιδιωτικές τράπεζες ενώ τα κράτη μέλη υποχρεώνονται να αντλήσουν κεφάλαια μέσω της αγοράς ομολόγων. Έτσι οι τράπεζες αποκομίζουν τεράστια κέρδη από την διαφορά επιτοκίου εις βάρος των κρατών μελών.

Επίσης, από τα πιστωτικά ιδρύματα ξεκίνησε η δημιουργία περίεργων χρηματοοικονομικών προϊόντων δημιουργώντας μία τεράστια αγορά παραγώγων με αξίες χωρίς αντίκρισμα. Η παγκόσμια οικονομική κρίση τους 2008 πυροδοτήθηκε όταν έσκασε η φούσκα της αγοράς ακινήτων πάνω στην οποία είχαν επενδυθεί δισεκατομμύρια δολάρια σε παράγωγα που σχετίζονταν με «κόκκινα» δάνεια για τις αγορές ακινήτων. Όταν κατέρρευσε η αγορά ακινήτων εκμηδενίστηκε και η αξία των αντίστοιχων παραγώγων δημιουργώντας τεράστιες λογιστικές τρύπες στους ισολογισμούς των τραπεζών και όσο μεγάλωνε και εξαπλωνόταν η κρίση τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα κλονιζόταν ολοένα και περισσότερο.

Τελικά, όπως συνέβη και με την περίπτωση της Ελλάδος, οι τρύπες στους ισολογισμούς των τραπεζών που δημιουργήθηκαν από τα «τοξικά» παράγωγα και την κερδοσκοπική τους μανία, καλύφθηκαν από τα κράτη τα οποία όμως επιβαρύνθηκαν με πρόσθετο χρέος. Μέσα από την κρίση που δημιούργησαν οι ίδιες οι τράπεζες, κατάφεραν να ισχυροποιήσουν ακόμα περισσότερο τη θέση τους βυθίζοντας περαιτέρω τα κράτη και τους λαούς τους στο χρέος.

Με βάση τα παραπάνω, γίνεται προφανές ότι οποιαδήποτε προσπάθεια της νέας κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, δεν θα επιφέρει βιώσιμη και μακροχρόνια ανάπτυξη στην πραγματική οικονομία εάν πρωτίστως δεν έρθει σε ρήξη με κανόνες και πρακτικές της Ε.Ε. οι οποίες εξυπηρετούν πρωτίστως τα συμφέροντα των ιδιωτικών τραπεζών.

Όπως αναλύθηκε παραπάνω, όταν η Ελλάδα υιοθέτησε το ευρώ απώλεσε τη δυνατότητα να εκδίδει νόμισμα (δηλαδή να ελέγχει τους πόρους της) και να διατηρεί τον απόλυτο έλεγχο του δημοσίου χρέους της καθώς το μεγαλύτερό μέρος του ήταν εκφρασμένο σε δραχμές. Αντιστάθμισμα στο παραπάνω τίμημα δεν υπήρξε ποτέ.

Τα υποτιθέμενα τεράστια ποσά που άντλησε η Ελλάδα από τα περιβόητα «αναπτυξιακά» προγράμματα της Ε.Ε. ήταν μηδαμινά σε σχέση με τα αντίστοιχα που δαπάνησε για την εξυπηρέτηση του χρέους όπως αποτυπώθηκε στους πίνακες 4 & 5. Σε επίπεδο «πραγματικής» οικονομίας τα χρήματα που έλαβε η Ελλάδα μέσω αναπτυξιακών προγραμμάτων της Ε.Ε. θα μπορούσαν να είχαν βοηθήσει πολύ εάν είχαν διοχετευτεί σε παραγωγικές επενδύσεις με έμφαση στη μικρομεσαία επιχείρηση.

Υπάρχει και ένας μύθος για τις αιτίες που απέτρεψαν την απορρόφηση του συνόλου των επιδοτήσεων της Ε.Ε. προς την Ελλάδα. Όντως, λόγο γραφειοκρατίας ή μειωμένης τεχνικής δυνατότητας δεν απορροφήθηκαν πολλά ευρωπαϊκά κονδύλια προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις αλλά οι δημόσιοι υπάλληλοι έχουν τη μικρότερη ευθύνη για αυτό. Η γραφειοκρατία λειτούργησε ευεργετικά για λίγους κεφαλαιοκράτες (έλληνες και ξένους) οι οποίοι, με τις «ευλογίες» της Ε.Ε., έλαβαν το μεγαλύτερο ποσοστό των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων. Η μειωμένη τεχνική δυνατότητα των φορέων που διαχειρίζονταν τις επιδοτήσεις προσκλήθηκε σκοπίμως εξαιτίας της απουσίας επενδύσεων σε νέες τεχνολογίες και της υπό-στελέχωσης καίριων τμημάτων, όπως η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων.

Συνεχίζοντας την ανάλυση του τραπεζικού «καθεστώτος» στην ευρωζώνη, όπως ειπώθηκε ανωτέρω, πρόσβαση στο ευρώ για τα κράτη μέλη γινόταν μέσω των ιδιωτικών τραπεζών οι οποίες είχαν το προνόμιο να δανείζονται απευθείας σε ευρώ από την ΕΚΤ με αρκετά χαμηλότερο επιτόκιο. Ήταν φανερό από νωρίς ότι η Ελλάδα, όπως και άλλα κράτη μέλη, δεν θα μπορούσαν να επιτύχουν δημοσιονομικά πλεονάσματα καθώς δανείζονταν με υψηλά επιτόκια και υποχρεώνονται να εφαρμόσουν πολιτικές που εναρμονίζονταν συνήθως με τα συμφέροντα των «ισχυρών» κρατών της Ε.Ε. Ισχυρό επιχείρημα για την Ελλάδα αποτελεί και το γεγονός ότι ουδέποτε εφαρμόστηκε ενιαία αμυντική πολιτική στην Ε.Ε. Αυτό ήταν κάτι που ωφέλησε συγκεκριμένες χώρες οι οποίες για δεκαετίες πωλούσαν αμυντικά συστήματα (αμφιβόλου αξίας και δυνατοτήτων) στην Ελλάδα επιβαρύνοντας περαιτέρω το χρέος της.

Τα επιχειρήματα υπέρ της διαπραγματευτικής θέσης της Ελλάδος έναντι των δανειστών και των φορέων της Ε.Ε. δεν τελειώνουν εδώ. Υπάρχουν ισχυρότατες ενδείξεις και επιχειρήματα που αποδεικνύουν ότι κακώς η Ελλάδα υποχρεώθηκε να υπαχθεί υπό καθεστώς μνημονίου το 2010 και θα έπρεπε η Ε.Κ.Τ. και οι λοιποί φορείς της Ε.Ε. να δώσουν εξηγήσεις (ίσως και σε διεθνή δικαστήρια) για τον ρόλο τους εκείνη την περίοδο. Το Ecofin και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποδέχτηκε, με καθυστέρηση που δημιουργεί υποψίες, την αναθεώρηση προς το χειρότερο του ελλείμματος-χρέους για το οικονομικό έτος 2009 που αποτέλεσε και το βασικό επιχείρημα για την ένταξη στο μνημόνιο.

Μεγάλη ευθύνη φέρουν οι φορείς της Ε.Ε. και για τις πολιτικές τους σχετικά με τη διαχείριση του χρέους καθώς προκάλεσαν την περαιτέρω διόγκωση και τη δυσμενή του αναδιάρθρωση. Την περίοδο εκείνη, η Ελλάδα αντιμετωπίστηκε από τις διεθνείς αγορές ως μία απόλυτα χρεοκοπημένη χώρα (junk bonds) γεγονός που θα τις έδιδε τη δυνατότητα να κηρύξει πτώχευση δικαιολογώντας την μη αποπληρωμή του χρέους ή έστω να παρασύρει τους δανειστές σε διαπραγματεύσεις υποχρεώνοντάς τους σε μεγάλα «κουρέματα.

Για λόγους που εμπεριέχουν δόλο, τα στελέχη της τρόικας επέλεξαν να υποχρεώσουν την Ελλάδα να μην κηρύξει πτώχευση και εν τέλει να αποπληρώσει στο ακέραιο τους δανειστές. Ταυτόχρονα, υποχρέωσαν την Ελλάδα να εφαρμόσει πολιτικές άκρατης λιτότητας οι οποίες προκάλεσαν ακόμα χειρότερα αποτελέσματα τόσο στους δημοσιονομικούς δείκτες (το χρέος αυξήθηκε με ακόμα μεγαλύτερους ρυθμούς) όσο και στους δείκτες της «πραγματικής» οικονομίας.

Στην Ελλάδα, έχει αρχίσει να γίνεται αντιληπτό από το ευρύ κοινό ότι η Ε.Ε. και οι θεσμοί της εξυπηρετούν τα συμφέροντα των ιδιωτικών τραπεζών (άλλωστε δεν υπάρχουν δημόσιες τράπεζες στην Ε.Ε.) εις βάρος των περισσοτέρων κρατών μελών. Στην προσπάθειά αυτή πρωτοστατεί η κυβέρνηση της Γερμανίας από την οποία η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να αξιώσει τις αποζημιώσεις από τα κατοχικά δάνεια διεκδικώντας μεγάλους συμψηφισμούς στο δημόσιο χρέος.

Ανάλυση δεικτών της πραγματικής οικονομίας: Το εμπορικό ισοζύγιο

Ένας από τους δείκτες της πραγματικής οικονομίας είναι το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας που αποτυπώνει τις εισαγωγές και εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών με το εξωτερικό. Εάν στο εμπορικό ισοζύγιο προστεθούν οι συναλλαγές κεφαλαίου και χρεογράφων, μεταβαίνουμε στο συνολικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που αποτελεί περισσότερο δείκτη της «χρηματοπιστωτικής» οικονομίας παρά της «πραγματικής».

Όπως αποτυπώνεται παρακάτω στον Πίνακα 6, τα χρόνια του μνημονίου επήλθαν και μερικά θετικά αποτελέσματα όπως η μείωση (σχεδόν εκμηδενισμός) του αρνητικού εμπορικού ισοζυγίου. Το εμπορικό έλλειμμα από -26,913 δις € το 2008 έπεσε στα -0,250 δις € το 2013 και το 2014 αναμένεται να κλείσει με θετικό πρόσημο. Ο βασικότερος παράγοντας της μείωσης του εμπορικού ισοζυγίου ήταν η μεγάλη πτώση στις εισαγωγές των λοιπών αγαθών (δεν περιλαμβάνονται τα καύσιμα) όπου από 41,165 δις € το 2008 μειώθηκαν στα 22,199 δις € το 2013. Η μεγάλη πτώση οφείλεται στη μείωση της κατανάλωσης και τη δυσκολία των εισαγωγικών επιχειρήσεων να αγοράσουν αγαθά (πρώτες ύλες, τεχνολογικός εξοπλισμός) με πίστωση από τους ξένες προμηθευτές. Το γεγονός αυτό ανάγκασε πολλές εισαγωγικές επιχειρήσεις να στραφούν προς εγχώριους προμηθευτές.

x30

Το ισοζύγιο των εισπράξεων-πληρωμών παρέμεινε σταθερά θετικό, καθώς η μείωση στα έσοδα από εισπράξεις από μεταφορές (από 19,188 δις € το 2008 έπεσαν στα 12,089 δις € το 2013) αντισταθμίστηκε από αντίστοιχη μείωση στις πληρωμές και στην αύξηση των εισπράξεων από ταξιδιωτικό – τουρισμός.

Το εμπορικό ισοζύγιο θα μπορούσε να ήταν θετικό από το 2013, εάν και οι εισαγωγές καυσίμων είχαν ακολουθήσει την ίδια μείωση με τα λοιπά αγαθά. Το 2008 όταν η κατανάλωση στην Ελλάδα έφτασε στην κορύφωσή της, οι εισαγωγές καυσίμων ανήλθαν στα 16,409 δις €. Tη διετία 2011 & 2012 οι εισαγωγές καυσίμων ξεπέρασαν τα 17 δις € όταν η κατανάλωση καυσίμων υπέστη τεράστια πτώση (ειδικά στο πετρέλαιο θέρμανσης) και παρόλο που οι διεθνείς τιμές πετρελαίου κατά μέσο όρο ήταν χαμηλότερες το 2011 και 2012 σε σχέση με το 2008.

Αυτό συνέβη εξαιτίας της μεγάλης αύξησης στις εξαγωγές καυσίμων με αποτέλεσμα το τελικό ισοζύγιο να έχει μειωθεί το 2013 σε -7,697 δις €(7,941 – 15,638 δις €) από -12,155 δις € που ήταν το 2008. Με βάση τα παραπάνω και τις διάφορες μελέτες που έχουν γίνει κατά καιρούς σχετικά με το λαθρεμπόριο και τις πολλές στρεβλώσεις στην αγορά καυσίμων, προκύπτει το συμπέρασμα ότι υπάρχουν μεγάλα περιθώρια περαιτέρω βελτίωσης του ισοζυγίου καυσίμων ώστε τελικά το συνολικό εμπορικό ισοζύγιο να καταστεί θετικό αποδεικνύοντας ότι η Ελλάδα δεν εξαρτάται από τις εισαγωγές.

Όπως προαναφέρθηκε, οι πολιτικές της Ε.Ε. και το σκληρό νόμισμα επέφεραν μεγάλο πλήγμα στο παραγωγικό δυναμικό της Ελλάδος. Υπάρχουν μεγάλα περιθώρια βελτίωσης τόσο στον πρωτογενή τομέα, όπου το μεγαλύτερο ποσοστό των καλλιεργήσιμων και αροτραίων εκτάσεων παραμένει ανεκμετάλλευτο, όσο και στο δευτερογενή τομέα (βιομηχανία και μεταποίηση) όπου οι πλειονότητα των αγαθών που εισάγονται θα μπορούσαν πολύ εύκολα να παραχθούν εντός συνόρων.
Ανάλυση δεικτών της πραγματικής οικονομίας: Ο Φ.Π.Α.

Στις 20/02/2015 η νέα ελληνική κυβέρνηση συμφώνησε με τους «θεσμούς» της Ε.Ε. να εφαρμοστούν μεταρρυθμίσεις που θα συμφωνηθούν από κοινού και εφόσον τηρηθούν κάποιες δεσμεύσεις. Μία από αυτές ήταν η υποχρέωση της ελληνικής κυβέρνησης να μην προχωρήσει μονομερώς σε μέτρα που θα πλήξουν τους δημοσιονομικούς δείκτες. Για παράδειγμα, οι «θεσμοί» της Ε.Ε. δεν επιτρέπουν τη μείωση του Φ.Π.Α. καθώς πιστεύουν ότι κάτι τέτοιο θα μειώσει τα καθαρά έσοδα του κράτους με επίπτωση στο έλλειμμα και το χρέος. Το επιχείρημα αυτό μπορεί να ακούγεται λογικό όμως αν αναλυθούν και άλλα δεδομένα καταλήγουμε σε διαφορετικά συμπεράσματα.

Μπορεί να αποδειχθεί ότι η αύξηση των άμεσων και έμμεσων φόρων όπως ο Φ.Π.Α. δεν επιφέρει υποχρεωτικά αντίστοιχη αύξηση στα λειτουργικά έσοδα του κράτους. Όπως χαρακτηριστικά αποτυπώνεται στον Πίνακα 5 που παρουσιάστηκε παραπάνω, τα καθαρά έσοδα του τακτικού προϋπολογισμού από 49,1 δις € το 2007 έπεσαν στα 47,7 δις € το 2013, σε μία περίοδο όπου η φορολογία αυξήθηκε κατακόρυφα.

Με βάση τον ισολογισμό της χρήσης του 2012(21) προκύπτει ότι μόνο σε ένα χρόνο, τα έσοδα από άμεσους φόρους στην ακίνητη περιουσία αυξήθηκαν κατά 169,6%, από 1,050 δις € το 2011 στα 2,832 δις € το 2012. Από την ίδια πηγή προκύπτει ότι τα έσοδα από την φορολογία εισοδήματος των φυσικών προσώπων αυξήθηκε κατά 56,1% από το 2011 (6,942 δις) έως το 2012 (10,834 δις) σε μια περίοδο όπου εκτινάχθηκε η ανεργία και οι μισθοί έπεσαν κατακόρυφα. Την ίδια περίοδο τα έσοδα από φόρους στα νομικά πρόσωπα (επιχειρήσεις) μειώθηκε κατά 44,4%, από 2,537 δις το 2011 σε 1,411 δις το 2012. Μελετώντας τους προϋπολογισμούς από το 2006 και μετά, παρατηρείται ότι από το 2004 έως το 2008 τα έσοδα από την φορολογία των επιχειρήσεων κυμαίνονται στα 4,5 δις € και έπεσαν κατακόρυφα με την είσοδο της χώρας στο μνημόνιο.

Αντίστοιχα, ενώ αυξήθηκαν οι συντελεστές Φ.Π.Α. και προστέθηκαν πολλοί νέοι έμμεσοι φόροι, η λιτότητα την περίοδο του μνημονίου προκάλεσε μείωση και στα έσοδα από την έμμεση φορολογία (Φ.Π.Α., ειδικοί φόροι κατανάλωσης, δασμοί, τέλη κυκλοφορίας) όπου από 30 δις € το 2008 μειώθηκαν στα 24 δις € το 2013 με πτωτικές τάσεις.

Μπορεί να φαίνεται λογικό και είναι ευρέως διαδεδομένο ότι η αύξηση στο συντελεστή του Φ.Π.Α. αποφέρει αύξηση στα τακτικά έσοδα του κράτους. Ο ισχυρισμός αυτός αληθεύει μόνο βραχυπρόθεσμα και για χρονικό διάστημα λίγων μηνών. Μακροπρόθεσμα όμως, η αύξηση του Φ.Π.Α. μειώνει τα συνολικά λειτουργικά έσοδα του κράτους κάτι το οποίο αποτυπώνεται ξεκάθαρα σε βάθος ενός ή δύο ετών.

Ο Φ.Π.Α. είναι ένας φόρος που επιβάλλεται άμεσα σε κάθε συναλλαγή που λαμβάνει χώρα στην «πραγματική» οικονομία. Πρόκειται για έναν άδικο φόρο που επιβάλλεται στους πολίτες-καταναλωτές και όχι στις επιχειρήσεις. Υποτίθεται ότι η σκοπιμότητά του ήταν να φορολογηθεί η υπεραξία που δημιουργείται κατά τη διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας από τις πρώτες ύλες έως το τελικό προϊόν. Έτσι, θα έπρεπε να επιβάλλεται περισσότερο στις επιχειρήσεις και λιγότερο στους καταναλωτές ή έστω σε συγκεκριμένα προϊόντα μεγάλης αξίας ή τεχνολογικής πρωτοπορίας.
Εφόσον ο Φ.Π.Α. επιβάλλεται στον τελικό καταναλωτή, μειώνει τη ρευστότητα από την πραγματική οικονομία, προκαλεί μείωση στην κατανάλωση και φραγμούς στην ανάπτυξη της «πραγματικής» οικονομίας. Όλα αυτά επιβαρύνουν τα λειτουργικά έσοδα του κράτους. Με ένα απλό μαθηματικό παράδειγμα θα γίνει μία προσπάθεια να αποδειχθεί ότι η μόνη διαφορά ενός μεγάλου συντελεστή Φ.Π.Α. σε σχέση με ένα μικρότερο, είναι ότι στην πρώτη περίπτωση το κράτος απλά εισπράττει γρηγορότερα τον άδικο αυτό φόρο με αρνητικό όμως αντίκτυπο στην κατανάλωση και εν τέλει στους φόρους εισοδήματος σε σχέση με ένα μικρότερο συντελεστή Φ.Π.Α.

Παρακάτω στον Πίνακα 6 αποτυπώνεται το άθροισμα των εσόδων του κράτους από τη φορολόγηση μιας αξίας 100 € με 23% συντελεστή Φ.Π.Α. και 13% αντίστοιχα. Ο πίνακας συντάχθηκε με την προϋπόθεση ότι όλες οι συναλλαγές αφορούν υπηρεσίες ανάμεσα σε φυσικά πρόσωπα στα οποία επιβάλλεται άμεσα ο Φ.Π.Α. με τη συναλλαγή, έτσι θα γίνει και καλύτερα κατανοητό πόσο γρήγορα μειώνεται η υπολειπόμενη αξία όταν ο συντελεστής Φ.Π.Α. είναι υψηλός.

x33

Με 23% συντελεστή Φ.Π.Α., το κράτος σε 20 μόνο συναλλαγές εισπράττει τα 99,46 € των 100 € της αρχικής αξίας που εισέρευσαν στην πραγματική οικονομία. Είναι αντιληπτό ότι μετά από 20 συναλλαγές τα 100 € εξαλείφθηκαν από την πραγματική οικονομία εισρέοντας στα ταμεία του κράτους. Από τα ταμεία του κράτους ένα μέρος τον χρημάτων αυτών επιστρέφει στην πραγματική οικονομία μέσω των μισθών και λοιπών παροχών του κράτους προς τους πολίτες, δυστυχώς όμως το μεγαλύτερο μέρος του Φ.Π.Α. και των άλλων εσόδων από φόρους μεταναστεύει στο εξωτερικό.
Με 13% συντελεστή Φ.Π.Α., το κράτος εισπράττει το 93,83% της αξίας και απαιτούνται λίγες ακόμα συναλλαγές για να εισπράξει το 99%. Και στις δυο περιπτώσεις το κράτος αργά ή γρήγορα θα εισπράξει το σύνολο της αρχικής αξίας, απλά με 23% συντελεστή το επιτυγχάνει γρηγορότερα. Αντίθετα, με 23% Φ.Π.Α. η συσσωρευμένη αξία που δημιουργείται ως άθροισμα όλων αυτών των συναλλαγών είναι 332,99 € ενώ με 13% η αντίστοιχη συσσωρευμένη αξία είναι 627,93 €, σχεδόν διπλάσια.

Με αυτό το παράδειγμα αποδεικνύεται ότι οι χαμηλοί συντελεστές Φ.Π.Α. παρέχουν τη δυνατότητα συσσώρευσης περισσότερου «πλούτου» στην πραγματική οικονομία και εν τέλει τη δυνατότητα για περισσότερα έσοδα από την φορολόγηση του εισοδήματος. Οι αυξημένοι συντελεστές Φ.Π.Α. το μόνο που επιτυγχάνουν είναι να μειώσουν τη ρευστότητα από την πραγματική οικονομία εις βάρος κυρίως των φυσικών προσώπων και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Η μείωση της ρευστότητας υποχρεώνει νοικοκυριά και επιχειρήσεις να αντλήσουν κεφάλαια από τις αποταμιεύσεις τους ή/και να ρευστοποιήσουν περιουσιακά τους στοιχεία. Όμως λόγο της μειωμένης ζήτησης (λόγο μειωμένης ρευστότητας) η αξία των περιουσιακών στοιχείων ολοένα και μειώνεται και έτσι επιτυγχάνεται η πολυπόθητη «εσωτερική υποτίμηση» που αποτελεί διακαή πόθο όσων κατέχουν μεγάλες τραπεζικές καταθέσεις καθώς βλέπουν την αξία των χρημάτων τους διαρκώς να μεγαλώνει.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι τα έσοδα από τις μεγάλες αυξήσεις στη φορολογία καλύφθηκαν από τις αποταμιεύσεις των νοικοκυριών και όχι από τα εισοδήματά τους. Όπως διαφαίνεται από τα στοιχεία τις τράπεζες της Ελλάδος που παρουσιάζονται παρακάτω στον Πίνακα 7 , οι καταθέσεις των νοικοκυριών από 196,86 δις € το Δεκέμβριο του 2009 έπεσαν στα 134,23 δις € το Δεκέμβριο του 2014

x34Το παράδειγμα με τους συντελεστές του Φ.Π.Α. εντάσσεται στη γενικότερη προσπάθεια του νεοφιλελευθερισμού να μειώσει τη ρευστότητα στην πραγματική οικονομία ώστε κράτη και πολίτες να έχουν ολοένα και λιγότερη πρόσβαση στους πόρους τους. Στην ίδια προσπάθεια εντάσσεται και η άκρατη διαπόμπευση του συνόλου των δημόσιων υπαλλήλων όπου με τη βοήθεια των ΜΜΕ προσπάθησαν να εμφυσήσουν στο ευρύ κοινό ότι τα προβλήματα της Ελλάδας οφείλονται ως επί το πλείστον στις δαπάνες του δημοσίου και κατ’ επέκταση στους μισθούς και τις συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων.

Άπαντες αντιλαμβάνονται την ανάγκη αναδιάρθρωσης του δημόσιου τομέα, υπάρχουν πολλοί φορείς και οργανισμοί με υπεράριθμους υπαλλήλους που παράγουν ελάχιστο έως «αρνητικό» έργο λόγο άσκοπης γραφειοκρατίας. Αντίστοιχα, υπάρχουν και τομείς της δημόσιας διοίκησης όπου παρουσιάζονται μεγάλες ελλείψεις σε ανθρώπινο δυναμικό όπως η παιδεία και η υγεία. Πρέπει επιτέλους να γίνει ευρέως γνωστό ότι: Ασχέτως με τις όποιες αδυναμίες στη λειτουργία των δημοσίων οργανισμών, οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων αποτελούν ρευστότητα η οποία τροφοδοτεί την κατανάλωση και την ανάπτυξη της πραγματικής οικονομίας.

Συγκεκριμένα, οι δαπάνες του κράτους για μισθούς και συντάξεις ανέρχονται περίπου στα 19 δις € μικτά ετησίως, δηλαδή αποτελούν μία εκροή από τα ταμεία του κράτους που ανέρχεται περίπου στα 1,5 δις € μηνιαίως. Το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων αυτών επιστρέφει άμεσα στα ταμεία του κράτους λόγο ασφαλιστικών κρατήσεων και εισφορών. Το υπόλοιπο τροφοδοτεί την πραγματική οικονομία με ρευστότητα και σύντομα το κράτος εισπράττει πολλαπλάσια έσοδα από το Φ.Π.Α. και τους λοιπούς έμμεσους φόρους, οι οποίοι μεγαλώνουν όσο αυξάνεται η ρευστότητα στο σύστημα.
Όπως αποτυπώνεται στον Πίνακα 5, ενώ οι δαπάνες για μισθούς και συντάξεις μειώθηκαν αισθητά σε σχέση με τα ανώτατα του 2008, εντούτοις οι συνολικές πρωτογενείς δαπάνες δεν μειώθηκαν με τον ίδιο ρυθμό. Αυτό συνέβη διότι κάποιες άλλες λειτουργικές δαπάνες του κράτους όπως εξοπλιστικά προγράμματα, προμήθειες αναλωσίμων και εξοπλισμού, παροχές και επιδοτήσεις σε ασφαλιστικά ταμεία (τα οποία όμως δεν προσδιορίζονται αναλυτικά και με σαφήνεια στον προϋπολογισμό) παρέμειναν σε υψηλά επίπεδα. Ταυτόχρονα με τον απαραίτητο λογιστικό έλεγχο του χρέους, απαιτείται και εξονυχιστικός έλεγχος όλων αυτών των δαπανών καθώς όπως προέκυψε και από την προηγούμενη ανάλυση υπάρχει μεγάλη πιθανότητα πολλές από αυτές τις δαπάνες να είναι αποτέλεσμα «δημιουργικής» λογιστικής, ειδικά το 2009 όπου αναθεωρήθηκαν προς το χειρότερο και αναδρομικά όλοι οι δείκτες του ελλείμματος και χρέους για να δικαιολογηθεί η είσοδος της Ελλάδος στο μνημόνιο.

Ανάλυση δεικτών της πραγματικής οικονομίας: Πληθωρισμός και Αποπληθωρισμός

Το υφιστάμενο «νεοφιλελεύθερο» σύστημα, διατηρεί ακόμα ισχυρά ερείσματα στην ακαδημαϊκή κοινότητα των οικονομολόγων επειδή η ίδια η οικονομική επιστήμη, ειδικά σε επίπεδο «χρηματοπιστωτικής» οικονομίας, «εκπορεύεται» μέσα από το τραπεζικό σύστημα. Εδώ και αρκετά χρόνια η επιστήμη της οικονομίας πορεύεται με ξεπερασμένα εργαλεία (όπως το Α.Ε.Π.) και δογματικές απόψεις που μόνο τις τράπεζες και τις πολυεθνικές επιχειρήσεις εξυπηρετούν.
Μία από τις δογματικές απόψεις είναι και η έννοια του πληθωρισμού και του αποπληθωρισμού. Η κυρίαρχη ρητορική των περισσότερων οικονομολόγων παρουσιάζει τον πληθωρισμό ως ένα απαραίτητο κακό το οποίο πρέπει να υφίσταται, αρκεί να μη ξεπερνάει κάποια όρια. Αντιθέτως ο αποπληθωρισμός, δηλαδή η διαχρονική μείωση των τιμών των αγαθών, αντιμετωπίζεται ως κάτι αρνητικό το οποίο πρέπει να αποφεύγεται με κάθε τρόπο και τίμημα διότι θεωρητικά οι καταναλωτές προσδοκούν στις πτώσεις των τιμών και γίνονται διστακτικοί στις αγορές τους. Στην πραγματικότητα, ο αποπληθωρισμός είναι ευχής έργον για τους πολίτες αφενός επειδή το κόστος των αγαθών μειώνεται ή αντιστρόφως αυξάνει η αξία του χρήματος που διαθέτουν. Προφανώς ο αποπληθωρισμός δεν συμφέρει τις τράπεζες οι οποίες με αρνητικό πληθωρισμό δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τα μεγάλα τους επιτόκια.

Αποπληθωρισμός σε μια οικονομία μπορεί να συμβεί με δύο τρόπους. Ο πρώτος σχετίζεται με την αύξηση της προσφοράς, δηλαδή πληθώρα προϊόντων προς πώληση σε μια αγορά με ικανοποιητική ζήτηση-ρευστότητα όπως συμβαίνει στην Ιαπωνία. Το δεύτερο είδος αποπληθωρισμού ταυτίζεται με την «εσωτερική υποτίμηση» και είναι κάτι που βιώσαν οι έλληνες πολίτες τα χρόνια της τρόικας.
Η «εσωτερική υποτίμηση» είναι ένα «εκφυλισμένο» είδος αποπληθωρισμού και στηρίζεται σε μεγάλες ανισότητες και στρεβλώσεις της οικονομίας. Στην Ελλάδα της τρόικας για παράδειγμα, η άκρατη λιτότητα εφαρμόστηκε για να μειώσει στο ελάχιστο τη ρευστότητα στην αγορά κάτι που είχε ως άμεσο αποτέλεσμα την τεράστια πτώση των μισθών με αντίστοιχη αύξηση του χρέους για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Τα νοικοκυριά για να τακτοποιήσουν τις υποχρεώσεις τους αναγκάζονται να ρευστοποιήσουν την περιουσία τους. Όσο όμως η λιτότητα και η έλλειψη ρευστότητας παραμένουν, μειώνουν περαιτέρω τις απαιτήσεις τους στην προσπάθειά τους να πουλήσουν ότι μπορούν. Την ίδια στιγμή, οι τιμές στα βασικά αγαθά πρώτης ανάγκης παραμένουν στα ίδια επίπεδα λόγο της γνωστής χειραγώγησης της αγοράς από μεγάλες εταιρίες και πολυεθνικές.

Στην αντίπερα όχθη, η μειοψηφία των κεφαλαιούχων αποκτούν ευκολότερη και μεγαλύτερη πρόσβαση στους ακριβούς πόρους όπως: τεχνολογικός εξοπλισμός, ακίνητα, αγροτεμάχια και επιχειρήσεις.

Συνεχίζεται…

20 – Πηγή 18: Cambridge Dictionaries Online and Financial Times (ft.com/lexicon)

21 -Ισολογισμός και Λοιπές Χρηματοοικονομικές Καταστάσεις της Κεντρικής Διοίκησης, Οικονομική Χρήση 2012, Δημοσίευση: Υπουργείο οικονομικών, Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, Ιούλιος 2013

22 –Πηγή 20: Καταθέσεις και ρέπος των μη Νομισματικών Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων στα ΝΧΙ στην Ελλάδα (εκτός της Τράπεζας της Ελλάδος, Στοιχεία για την περίοδο πριν από την είσοδο της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ