pana

Της Μαρινίκης Αλεβιζοπούλου

Σήμερα εκδικάζεται στα δικαστήρια της Ευελπίδων η αγωγή της δημοσιογράφου, καθηγήτριας του ΑΠΘ και πρώην(;) εκπροσώπου τάφου (της Αμφίπολης) Άννας Παναγιωταρέα κατά της αρχαιολόγου, συνδικαλίστριας, περιφερειακής συμβούλου της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και πρώην προέδρου του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, Δέσποινας Κουτσούμπα. Ο λόγος για τον οποίο κατατέθηκε αυτή η αγωγή;

Όπως τουλάχιστον ισχυρίζεται η κ. Παναγιωταρέα στο ίδιο το κείμενο της αγωγής αφορμή στάθηκε ένα δημοσίευμα της εφημερίδας Πρώτο Θέμα με τίτλο «οι Μαινάδες της Αμφίπολης: Ποιες είναι οι αρχαιολόγοι που λιθοβολούν την ανασκαφή στον λόφο Καστά και επιτίθενται με μανία κατά της επικοινωνιακής πολιτικής του υπουργείου Πολιτισμού», το οποίο, μεταξύ άλλων, αναπαρήγαγε αναρτήσεις που η Δ. Κουτσούμπα έκανε στην προσωπική της σελίδα στοfacebook. Αυτές οι αναρτήσεις συνιστούν τη… μανιώδη επίθεση που αποδίδει η Α. Παναγιωταρέα στη Δ. Κουτσούμπα.

Στις αναρτήσεις αυτές, η Δ. Κουτσούμπα πότε αναπαρήγαγε κείμενα με τα οποία σχεδόν μαζικά ως κλάδος οι αρχαιολόγοι εξέφραζαν την ανησυχία τους για τον τρόπο με τον οποίο είχε επιλέξει η πρώην κυβέρνηση Σαμαρά να αντιμετωπίσει την ανασκαφική επιστήμη στην περίπτωση της Αμφίπολης και πότε αποδελτίωνε με κριτικό τρόπο σχετικά δημοσιεύματα των ημερών. Ούτε το ένα ούτε το άλλο θα μπορούσε να πει κανείς ότι δεν άπτεται των αρμοδιοτήτων μιας αρχαιολόγου και μάλιστα συνδικαλίστριας του κλάδου. Το ίδιο ισχύει και για το δεύτερο σκέλος της αγωγής, που αφορά τη διερώτηση της κ. Κουτσούμπα για το με ποιες διαδικασίες επιλέχθηκε η κα Παναγιωταρέα ως «σύμβουλος» για την υλοποίηση ντοκιμαντέρ στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ.

Ας υποθέσουμε ότι σε όλα όσα ισχυρίζεται η κ. Παναγιωταρέα έχει δίκιο. Ότι δηλαδή η ίδια είναι ό,τι καλύτερο γέννησε η δημοσιογραφία και η πολιτιστική επικοινωνία της χώρας μας, ότι δικαίως τοποθετείται ξανά και ξανά σε τόσο καίριες θέσεις, ότι πράγματι εργάζεται με ζήλο και ασφαλώς αμισθί για το έθνος και τον πολιτισμό του και ότι η Δέσποινα Κουτσούμπα είναι μια «μανιασμένη μαινάδα» που τα έχει βάλει μαζί της γιατί μετά και τις μνημονιακές μειώσεις που υπέστη και η ίδια, όπως και η πλειοψηφία των δημοσίων υπαλλήλων, ζηλεύει τα λεφτά της κ. Παναγιωταρέα και την πολυτέλειά της να εργάζεται αμισθί. (Και λέω «ας υποθέσουμε» γιατί τουλάχιστον ως προς τον ρόλο τόσο της Α. Παναγιωταρέα όσο και της στενής της φίλης και πρώην Γ.Γ. του υπουργείου Λίνας Μενδώνη στην πολύπαθη ανασκαφή της Αμφίπολης έχουμε εκφράσει κι εμείς αρκετές αμφιβολίες στο ρεπορτάζ που δημοσιεύσαμε στο UNFOLLOW του Ιανουαρίου).

Η αγωγή, ωστόσο, με την οποία επιλέγει η καθηγήτρια Δημοσιογραφίας Άννα Παναγιωταρέα να αντιμετωπίσει μια αρχαιολόγο πώς δικαιολογείται; Από πού κι ως πού μια αρχαιολόγος και μάλιστα συνδικαλίστρια του κλάδου της, αντιμετωπίζεται ως δημοσιογράφος από την οποία η κ. Παναγιωταρέα όχι απλώς ζητά την καταβολή 15.000 ευρώ αλλά και την εξαναγκάζει σε περίπτωση που χάσει, να δημοσιεύσει την απόφαση του δικαστηρίου ακόμα και επί πληρωμή στην εφημερίδα Πρώτο Θέμα;

Κυρία καθηγήτρια δημοσιογραφίας, ακόμη κι αν προς στιγμήν παραμερίσουμε το πόσο απαράδεκτος είναι ο περιβόητος «τυποκτόνος νόμος», στόχο έχει τους εκδότες και τους δημοσιογράφους, όχι τους συνδικαλιστές. Στους συνδικαλιστές είτε απαντάμε κι εμείς με επιστολή, αν νιώσουμε ότι μας έχουν θίξει, είτε κάνουμε μήνυση, αν όλα όσα λένε για μας είναι κατάφωρα συκοφαντικά και «επιδιώκουν να μας ακυρώσουν ως πρόσωπα τα οποία απολαμβάνουν τεράστια αναγνωρισιμότητα και τον σεβασμό των συμπολιτών τους», όπως λέτε κι εσείς για τον εαυτό σας στην αγωγή σας… Η αγωγή (και) με βάση τον διαβόητο νόμο περί Τύπου πού κολλάει εδώ;

Ξέρετε, πολλές φορές, μεγάλη μερίδα των δημοσιογράφων αλλά και των προοδευτικών πολιτών καταφέρονται ενάντια στον «τυποκτόνο νόμο» και ζητούν την κατάργησή του. Εδώ όμως θα συμφωνήσω εν μέρει με ένα σχόλιο της κ. Παναγιωταρέα στο facebook με το οποίο αντιμετωπίζει την ανακοίνωση που έβγαλε εναντίον της η ΕΣΗΕΑ γράφοντας: «Επειδή η ΕΣΗΕΑ δεν δέχεται το νόμο; Από πὀτε ένα σωματείο θα διατάσσει τα μέλη του να παρανομούν; Και πώς θα προστατευθούμε έναντι των υβριστών μας και των συκοφαντών μας; ΟΧΙ. Εγώ δεν θα σας κάνω τη χάρη. Εμαι φιλελεύθερη και δεν το έκρυψα ποτέ. Και δεν πρόκειται να υποκύψω στη Σοβιετία που ετοιμάζετε. Ανοίχτε γκουλάγκ άμα δεν σας γουστάρουμε. Είμαστε έτοιμοι!!!!».Και θα συμφωνήσω εν μέρει ως προς το ότι απέναντι στον οχετό υβριστών και συκοφαντών των διαφόρων φυλλάδων, όπως ακριβώς το Πρώτο Θέμα, στο οποίο η καθηγήτρια του ΑΠΘ θέλει να εξαναγκάσει την αρχαιολόγο να πληρώσει τη δημοσίευση της απόφασης, δεν μπορεί ένας οποιοσδήποτε πολίτης ή ακόμα και δημόσιο πρόσωπο να είναι ανυπεράσπιστο. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι συμφωνώ με τον υπάρχοντα νόμο, ο οποίος είναι τόσο ανοικτός ώστε να μπορεί να χρησιμοποιείται αφειδώς από τον εκάστοτε μεγαλοεπιχειρηματία ή πολιτικό για να εκφοβίσει και εν τέλει για να φιμώσει τη δημοσιογραφική έρευνα, όταν αυτή αγγίξει τα συμφέροντά του.

Θα ήλπιζα να ζούσα σε μια χώρα οι δικαστικές αρχές της οποίας θα είχαν το θάρρος να απορρίπτουν τέτοιου είδους αγωγές και δεν θα τις άφηναν καν να φτάσουν στο ακροατήριο. Που θα υπερασπίζονταν την ελευθερία του Τύπου, που θα μπορούσαν να διακρίνουν ανάμεσα στη σκέτη συκοφαντία πληρωμένων –ενίοτε από αντίπαλα συμφέροντα– γραφιάδων και στη δημοσιογραφική έρευνα που σκοπό της έχει την προάσπιση του δημόσιου συμφέροντος.

Δεν ζω όμως σε τέτοια χώρα. Στη χώρα όπου ζω, η Γιάννα Αγγελοπούλου Δασκαλάκη ζητάει από το Unfollow 800.000 ευρώ γιατί δημοσιεύσαμε ρεπορτάζ για τις επιχειρηματικές της βλέψεις. Στη χώρα όπου ζω, μια καθηγήτρια Δημοσιογραφίας αναγνωρίζει ως συνομιλητή της μια εφημερίδα όπως το Πρώτο Θέμα. Στη χώρα που ζω, μια δημοσιογράφος και καθηγήτρια Δημοσιογραφίας επιλέγει να αντιμετωπίσει ακόμα και κάτι που η ίδια θεωρεί συκοφαντικό, όχι με ένα άρθρο της ή μια μήνυση αλλά με αγωγή βασισμένη στον τυποκτόνο νόμο.

Από την άλλη πάλι, δεν είναι και δύσκολο να σκεφτεί κανείς γιατί δεν επιλέγετε τη μήνυση. Είναι άλλωστε γνωστό πως, μέσω της συζήτησης που θα πραγματοποιείτο στο ακροατήριο και λόγω της δυνατότητας που δίνει στον εναγόμενο να μιλήσει  (σε αντίθεση με τις αγωγές όπου εξετάζεται απλώς ένας μάρτυρας από κάθε πλευρά και πάντως όχι ο εναγόμενος), ενδέχεται να είχε απρόσμενες συνέπειες για τον μηνυτή…

πηγή – unfollow