Στιγμιότυπο από τη συνέντευξη Τύπου στις 24 Ιουλίου 2014. Από αριστερά: Λίνα Μενδώνη, γενική γραμματέας υπουργείου Πολιτισμού, Παναγιώτης Στάθης, διευθυντής Εσωτερικών Υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας, και Χρήστος Παρθένης, εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛ.ΑΣ. | ΑΠΕ-ΜΠΕ/ ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ/ STR

Του Νικόλα Ζηργάνου

Η οπτική γωνιά των θεωρείων

έχει πάντοτε ένα ‘‘νεκρό σημείο’’

όπου δεν μπορείς να δεις τι συμβαίνει.

Από την πλατεία τα πράγματα είναι διαφορετικά»

Από την ποιητική συλλογή «Μοιρόγραφτο» του Γιάννη Πανούση

Πέντε χρόνια πέρασαν από το 2009 έως το καλοκαίρι του 2014 και οι έρευνες αρχαιολόγων, πρακτόρων και πληροφοριοδοτών (μεταξύ των οποίων και ο «Ιακώβ»), υπό τον συντονισμό της «Κατερίνας», αρχαιολόγου στο γραφείο τού τότε πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά και με την υψηλή εποπτεία της αμετακίνητης γ.γ. του υπουργείου Πολιτισμού, Λίνας Μενδώνη, για την ανακάλυψη του «Τάφου της Ολυμπιάδας», της μητέρας του Μεγάλου Αλεξάνδρου (βλέπε το πρώτο μέρος της έρευνας της «Εφ.Συν.», 4/4/2015) δεν οδηγούσαν πουθενά.

Η «ομάδα του τάφου» συνέχιζε να πιστεύει ότι τα εκατοντάδες χρυσά αντικείμενα που εμφανίζονταν σε CD με πηγή προέλευσης κύκλωμα Ουκρανών μαφιόζων και αρχαιοκαπήλων προέρχονταν από την ελληνική επικράτεια, αν και πολλές από τις αρχαιότητες ήταν εμφανώς σκυθικής, βόρειας ή και «βαρβαρικής» προέλευσης ή προϊόντα λαθρανασκαφής από νεκροταφεία ελληνικών αποικιών της περιοχής της Κριμαίας και της Μαύρης Θάλασσας. Οι κυνηγοί του «θησαυρού της Ολυμπιάδας» δεν πτοήθηκαν ούτε από το γεγονός ότι αρχαιολόγοι είχαν εκφράσει σημαντικές επιφυλάξεις για την αυθεντικότητα των αρχαιοτήτων, αν και μόνον από τις φωτογραφίες δεν μπορούσε να εξαχθεί κανένα ασφαλές συμπέρασμα.

Το δόλωμα

Ωστόσο, οι πληροφορίες που είχε το υπουργείο Πολιτισμού στα τέλη του 2013 για την ύπαρξη σημαντικού μακεδονικού τάφου, τον οποίο είχαν συλήσει Ελληνες αρχαιοκάπηλοι, αναπτέρωσε τις ελπίδες ότι μπορεί αυτός ο συγκεκριμένος τάφος να είναι αυτός που αναζητούσαν με τόση επιμονή. Η «Ηρα», η οποία είχε παραδώσει στο υπουργείο Πολιτισμού αρκετά στοιχεία για το ουκρανικό κύκλωμα και είχε συνεργαστεί στο παρελθόν με τις ελληνικές αρχές για την ανάκτηση αρχαιοτήτων που είχαν στα χέρια τους Ελληνες αρχαιοκάπηλοι, αναζητούσε κι αυτή τον επίμαχο μακεδονικό τάφο και προσπαθούσε να προσεγγίσει τους κατόχους των λεηλατημένων αρχαιοτήτων.

Επειτα από πολύμηνη έρευνα βρήκε τον «μίτο της Αριάδνης» και απευθύνθηκε στο Τμήμα Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας της Ασφάλειας. Ενημέρωσε τον διοικητή του τμήματος και η Αστυνομία, η οποία είχε κρατηθεί στο σκοτάδι για τις παράλληλες έρευνες του υπουργείου Πολιτισμού, άρχισε να σχεδιάζει μια καλυμμένη επιχείρηση προσέγγισης των αρχαιοκαπήλων, με σκοπό την εξάρθρωση του κυκλώματος και την ανάκτηση όσων αρχαιοτήτων είχαν απομείνει στα χέρια τους, καθώς ήδη τα περισσότερα -σύμφωνα με πληροφορίες- είχαν πωληθεί στην παράνομη αγορά εσωτερικού και εξωτερικού.

Τότε, αποφασίστηκε να εμφανιστεί η «Ηρα» ως αγοραστής, να συνοδεύεται από έμπειρο αρχιφύλακα του τμήματος και μετά την επαφή με τους αρχαιοκάπηλους και την επίδειξη των προς πώληση αρχαιοτήτων, να γίνουν επ’ αυτοφώρω συλλήψεις. Ο διοικητής του Τμήματος Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας ενημέρωσε τον διοικητή Ασφαλείας για την επιχείρηση που σχεδίαζε και τον Ιούλιο του 2014 έδωσε το υπηρεσιακό «πράσινο φως» στον αρχιφύλακα να συνοδεύσει την «Ηρα» στο εκτός έδρας ταξίδι. Ομως, η επιχείρηση δεν έγινε ποτέ.

Παραμονές της αναχώρησης, αστυνομικοί της Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛ.ΑΣ. συνέλαβαν τον αρχιφύλακα, την «Ηρα», τον επιχειρηματία Σωκράτη Καλκάνη και άλλους έξι ιδιώτες με την κατηγορία της συμμετοχής σε «εγκληματική οργάνωση που δραστηριοποιούνταν συστηματικά στην παράνομη διακίνηση αρχαιοτήτων»!

Η ανακοίνωση των συλλήψεων έγινε πανηγυρικά στις 24 Ιουλίου 2014 (20 ημέρες πριν ξεκινήσει το αρχαιολογικό… reality της Αμφίπολης) σε κοινή συνέντευξη Τύπου της γ.γ. του υπουργείου Πολιτισμού, Λίνας Μενδώνη, του διευθυντή των Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛ.ΑΣ., ταξίαρχου Παναγιώτη Στάθη, και του εκπρόσωπου Τύπου της ΕΛ.ΑΣ. στα κεντρικά της Aσφάλειας στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, παρουσία και της αναπληρώτριας διευθύντριας της Διεύθυνσης Τεκμηρίωσης και Προστασίας Πολιτιστικών Αγαθών και της διευθύντριας της Εφορείας Αρχαιοπωλείων και Ιδιωτικών Αρχαιολογικών Συλλογών του υπουργείου Πολιτισμού.

Σύμφωνα με όσα δήλωσε στη συνέντευξη η κ. Μενδώνη, οι δύο υπηρεσιακοί παράγοντες του υπουργείου που παρίσταντο, «υπερβάλλοντας εαυτούς, κατάφεραν να συγκεντρώσουν τα στοιχεία εκείνα, τα οποία μπορούσαν να αξιοποιηθούν από την Ελληνική Αστυνομία, προκειμένου να φτάσουμε στο αποτέλεσμα».

«Βαθύ λαρύγγι» (1)

Η αντίστροφη μέτρηση για να έρθει «το αποτέλεσμα» είχε αρχίσει τον Απρίλιο του 2014, όταν ο πληροφοριοδότης και συνεργάτης του υπουργείου Πολιτισμού, «Ιακώβ», ενημέρωσε τη διευθύντρια της Εφορείας Αρχαιοπωλείων και Ιδιωτικών Αρχαιολογικών Συλλογών (με την οποία συνεργαζόταν από το 2009 σε επιτυχημένη ανάκτηση ιδιαίτερα σημαντικών ελληνικών αρχαιοτήτων) ότι ο Σωκράτης Καλκάνης είχε στην κατοχή του και σκόπευε να πουλήσει άγαλμα με μεσάζοντα την αρχαιοπώλη «Ηρα».

Το υπουργείο Πολιτισμού δεν ενημέρωσε -ως όφειλε- (γιατί άραγε;) την αρμόδια υπηρεσία της Ασφάλειας. Αντιθέτως, το μεσημέρι της 30ής Μαΐου (σχεδόν έναν μήνα μετά), «άγνωστος άνδρας» τηλεφώνησε με απόκρυψη αριθμού στο τηλέφωνο του Τμήματος Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛ.ΑΣ. και κατήγγειλε ότι ο Καλκάνης έχει στην κατοχή του, στο σπίτι του στο Λαγονήσι, ανεκτίμητης αξίας παράνομες αρχαιότητες και προτίθεται να τις πουλήσει στις 3 Ιουνίου, με μεσάζοντα την «Ηρα». Σύμφωνα με την ανώνυμη καταγγελία, οι παράνομες αρχαιότητες θα «νομιμοποιηθούν» μέσω ψευδών βεβαιώσεων νομιμότητας, που θα χορηγήσουν στην «Ηρα» υπάλληλοι του υπουργείου Πολιτισμού και αστυνομικοί που τη γνωρίζουν.

Την ίδια περίοδο, η Διεύθυνση Τεκμηρίωσης του ΥΠΠΟ εκτιμούσε ότι η μέχρι τότε συνεργασία της με τη Δίωξη Αρχαιοκαπηλίας της Ασφάλειας «είναι αποσπασματική και δεν διέπεται από κοινά αποδεκτούς όρους (όπως η ανταλλαγή πληροφοριών)» και θεωρούσε μείζον θέμα «την επικοινωνιακή διαχείριση των υποθέσεων αρχαιοκαπηλίας εκ μέρους της ΓΑΔΑ, που φέρει χαρακτηριστικά «τυχοδιωκτισμού»». Επίσης, κατηγορεί την Αστυνομία ότι οργανώνει επιχειρήσεις έρευνας και ανεύρεσης αρχαιοτήτων, χωρίς κατάλληλη προετοιμασία και ότι, όχι λίγες φορές, προχωρά σε επιχειρήσεις χωρίς προηγουμένως να έχει ενημερωθεί η Διεύθυνση Τεκμηρίωσης. Είναι φανερό ότι το υπουργείο Πολιτισμού αντιμετώπιζε τη Δίωξη Αρχαιοκαπηλίας με μεγάλη επιφύλαξη, αν όχι με αντιπαλότητα, με τον χαρακτηρισμό περί «τυχοδιωκτισμού» να ξεπερνάει κάθε όριο κριτικής από μία δημόσια υπηρεσία προς μία άλλη.

«Βαθύ λαρύγγι» (2)

Ωστόσο, οι «ανώνυμες» καταγγελίες (με ό,τι μπορεί να σκεφτεί κανείς γι’ αυτή την πρακτική…) συνεχίστηκαν: στις 23 Ιουνίου άγνωστος άνδρας (ο ίδιος ή άλλος;), και πάλι με απόκρυψη αριθμού, επανέκαμψε και κατήγγειλε στις Εσωτερικές Υποθέσεις ότι ο Καλκάνης δεν έχει ακόμα πουλήσει τις παράνομες αρχαιότητες και κατονόμαζε αρχιφύλακα της Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας ως συνεργάτη της «Ηρας», η οποία «μπαινοβγαίνει με άνεση στα γραφεία της Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας».

Ο συγκεκριμένος αρχιφύλακας ήταν ο ίδιος που είχε λάβει εντολή από τον προϊστάμενό του αξιωματικό, εν γνώσει του διοικητή Ασφαλείας, να μεταβεί μαζί με την «Ηρα» προς αναζήτηση του επίμαχου «τάφου», τον οποίο τόσα χρόνια αναζητούσε η άτυπη «Ομάδα της Ολυμπιάδας». Από την απομαγνητοφώνηση των συνομιλιών των εμπλεκομένων στην υπόθεση, καθώς είχε διαταχθεί με εισαγγελική εντολή η άρση του απορρήτου, καταγράφηκε -και χρησιμοποιήθηκε ως ενοχοποιητικό στοιχείο- συνομιλία άγνωστου άνδρα με τον αρχιφύλακα, στην οποία ενημερώνεται ο «ύποπτος» αρχιφύλακας ότι όλα είναι έτοιμα, για να φύγει μαζί με την «Ηρα» για μια «δουλειά».

Το Εσωτερικών Υποθέσεων, που είχε ταυτοποιήσει όλα τα τηλέφωνα όσων συνομίλησαν με την «Ηρα» και τον αρχιφύλακα την επίμαχη περίοδο, δεν κατόρθωσε ή παρέβλεψε ή εκ παραδρομής και εντελώς συμπτωματικά δεν ανακάλυψε ποιος κρυβόταν πίσω από το χωρίς απόκρυψη τηλέφωνο του συγκεκριμένου άγνωστου άνδρα (που -σημειωτέον- δεν είχε καμία σχέση με τον ανώνυμο καταγγέλλοντα).

Αυτός ο «άγνωστος»

Σύμφωνα με πληροφορίες, ο άγνωστος άνδρας ήταν ο διοικητής του αρχιφύλακα και το τηλέφωνο ήταν το υπηρεσιακό του. Παρ’ όλα αυτά, αν και δεν υπήρξε καμία παράβαση, πόσο μάλλον θέμα διαφθοράς, ο αξιωματικός ο οποίος είχε υπηρετήσει στο παρελθόν με επιτυχία σε άλλες νευραλγικές θέσεις, απομακρύνθηκε από τη Δίωξη Αρχαιοκαπηλίας, μετατέθηκε δύο φορές χωρίς εξηγήσεις και κατέληξε στο ψυγείο, όπου και παραμένει σχεδόν έναν χρόνο τώρα.

Ο αρχιφύλακας, ένας από τους πλέον έμπειρους στη Δίωξη Αρχαιοκαπηλίας, με σχεδόν δύο δεκαετίες υπηρεσίας στο αντικείμενο, ήταν στενός συνεργάτης του (αδικοχαμένου σε «περίεργο» τροχαίο) πρώην διοικητή της Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας, Γιώργου Γληγόρη, και συμμετείχε σε όλες τις εξαιρετικά σημαντικές επιτυχίες της ΕΛ.ΑΣ., όπως η υπόθεση της Σχoινούσας, του Μουσείου Getty και δεκάδων άλλων. Εδώ και έναν χρόνο βρίσκεται σε διαθεσιμότητα και περιμένει να καταλήξει η υπόθεσή του στη Δικαιοσύνη.

Στη Δίωξη Αρχαιοκαπηλίας, μετά τις μετακινήσεις που προκάλεσαν οι ανώνυμες (;) καταγγελίες στο Εσωτερικών Υποθέσεων, απέμειναν πλέον μόνον άπειροι με το αντικείμενο αστυνομικοί, ενώ το τμήμα στερείται πλέον κάθε θεσμικής μνήμης. Ηταν αυτός ο στόχος του άγνωστου άντρα που τηλεφώνησε στο Εσωτερικών Υποθέσεων; Ή μήπως αποσκοπούσε να ακυρωθεί η επιχείρηση της Αστυνομίας για τη σύλληψη των αρχαιοκαπήλων και την ανεύρεση του «τάφου»;

Υπάρχουν ευθύνες για τον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης και για τον τρόπο που δημοσιοποιήθηκε, καθώς η δημόσια ανακοίνωση πως αρχιφύλακας της Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας συμμετείχε σε οργανωμένο κύκλωμα, στιγματίζει το κύρος μιας υπηρεσίας που έχει αποδειχθεί στο παρελθόν ως μια από τις πλέον επιτυχημένες της Ασφάλειας; Κι αν αποδειχθεί τελεσιδίκως από τη Δικαιοσύνη ότι ο αρχιφύλακας ήταν αθώος και εκτελούσε διατεταγμένη υπηρεσία, ποιος θα αναλάβει την ευθύνη; Οσο για την «Ηρα», μήπως «πληρώνει» μια διαμάχη υπηρεσιών, όπως και ο Καλκάνης; Ηταν όμως το (ιδιαίτερα μεγάλης αρχαιολογικής και χρηματικής αξίας) άγαλμα του Καλκάνη προϊόν αρχαιοκαπηλίας; Γιατί αυτή ήταν η αρχική καταγγελία που οδήγησε «στο αποτέλεσμα», όπως σημειώθηκε με έμφαση στην κοινή συνέντευξη Τύπου στη ΓΑΔΑ…

!Τα ονόματα «Ηρα», «Κατερίνα» και «Ιακώβ» είναι ψευδώνυμα.

ΜΙΑ ΥΠΟΘΕΣΗ ΠΟΥ ΞΕΚΙΝΑ ΤΟΝ ΝΟΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ… 1899

Ο «σάτυρος» του Καλκάνη

Τον Νοέμβριο του 1899, μέλος της οικογένειας Καρζή ενημερώνει τη Γενική Εφορεία Αρχαιοτήτων πως πέρασε στην κατοχή του άγαλμα «σατύρου» με προέλευση την Αρκαδία και το δηλώνει στην υπηρεσία (Α.Π. 17166). Η αρχαιολογική επιτροπή συναινεί στην κατοχή και με απόφασή της και το καταχωρίζει στη νόμιμη ιδιοκτησία του συλλέκτη.

Στις 28 Ιανουαρίου 1917, ο υπουργός Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, Σπυρίδων Λάμπρου, με τη σύμφωνη γνώμη και του αρχαιολογικού συμβουλίου, ζητάει με επίσημο έγγραφο (Α.Π. 2988) από τον συλλέκτη Εμμανουήλ Καρζή να αγοράσει το ελληνικό Δημόσιο το άγαλμα του «σατύρου», όμως ο συλλέκτης αρνείται.

Το υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και η Γενική Διεύθυνση Αρχαιοτήτων, επανέρχονται στις 31/12/1959 με έγγραφο (Α.Π. 128080/7723) και διατυπώνουν προσφορά αγοράς του «σατύρου» έναντι 50.000 δραχμών, καθώς ο κάτοχος, Μάνος Κ. Καρζής, επίτιμος πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών, πρώην βουλευτής και αντιπρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων, θέλει να πουλήσει το άγαλμα. Στο έγγραφο του υπουργείου και της Γενικής Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων διατυπώνεται σαφώς πως «εν περιπτώσει μη συμφωνίας εις το ποσό τούτο, επιτρέπομεν την εις το εσωτερικόν της χώρας πώλησίν του».

Τελικά, το άγαλμα περνάει νόμιμα στην κατοχή νέου συλλέκτη, του πατέρα του Σωκράτη Καλκάνη, ο οποίος τοποθέτησε τον «σάτυρο» στον τελευταίο όροφο του ξενοδοχείου King George, που βρισκόταν στην ιδιοκτησία της οικογένειας (Ξενοδοχειακή Ελλάδος Α.Ε.). Με τον θάνατο του συλλέκτη, ο σάτυρος πέρασε στον γιο του, Σωκράτη, ο οποίος κληρονόμησε και όλη την αρχαιολογική συλλογή του πατέρα του.

Για την τότε θέση του αγάλματος υπάρχουν και άλλα ντοκουμέντα. Η Καίτη Καλκάνη, μητέρα του Σωκράτη, φωτογραφήθηκε μπροστά από το άγαλμα το 1963 εντός του King George, ενώ ο «σάτυρος» καταγράφεται και στο απογραφικό του ξενοδοχείου σε βιβλίο της εποχής. Μπροστά από το «άγνωστο» στην Εφορεία Αρχαιοπωλείων και ιδιωτικών αρχαιολογικών συλλογών άγαλμα, πέρασαν επί περίπου μισό αιώνα πολλοί υπουργοί και πρωθυπουργοί όλων των κυβερνήσεων -ενδεχομένως και αρχαιολόγοι- οι οποίοι συμμετείχαν στα διάσημα ρεβεγιόν και πάρτι της οικογένειας Καλκάνη.

Ο «σάτυρος» υπήρξε επίσης μάρτυρας πολλών ιδιωτικών συνευρέσεων στη σουίτα του τελευταίου ορόφου του King George, όπου συναντούσαν τις ερωμένες τους διάσημοι πολιτικοί, μεταξύ των οποίων και τουλάχιστον ένας πρωθυπουργός της Ελλάδας. Ο σάτυρος παρέμεινε εκτεθειμένος σε κοινή θέα στον τελευταίο όροφο του King George μέχρι το 1988 και την πώληση του ξενοδοχείου στον Κοσκωτά (ο Σωκράτης Καλκάνης εμπλεκόταν στο ομώνυμο σκάνδαλο, όμως το θέμα του αγάλματος δεν σχετίζεται). Μετά την πώληση του King George, μεταφέρθηκε στην οικία Καλκάνη στο Λαγονήσι, όπου και παρέμεινε μέχρι να τον «ανακαλύψουν» οι αρμόδιες υπηρεσίες του υπουργείου Πολιτισμού και οι άνδρες των Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛ.ΑΣ.

Ομως, δεν ήταν μόνο γραφειοκρατικά ενήμερο το κράτος για τον «σάτυρο», τον οποίο κατείχε νόμιμα ο Καλκάνης, καθώς η ύπαρξή του είναι γνωστή και στην επιστημονική και αρχαιολογική κοινότητα εδώ και πάνω από 50 χρόνια. Στο κλασικό βιβλίο της Αμερικανίδας αρχαιολόγου Elizabeth Bartman με τίτλο «Ancient sculptural copies in miniature», στο κεφάλαιο 4, σελίδα 51, αναφέρεται ο «αναπαυόμενος σάτυρος» πραξιτελικού τύπου που βρίσκεται στο ξενοδοχείο της Αθήνας, King George, ενώ αναφορά στο ίδιο άγαλμα («σάτυρος του King George») γίνεται και στον κατάλογο της μεγάλης έκθεσης για τον Πραξιτέλη, που φιλοξενήθηκε στο Μουσείο του Λούβρου -με τη συμμετοχή και ελληνικών εκθεμάτων- το 2007.

Ο Σωκράτης Καλκάνης δεν είχε δηλώσει στην αρμόδια Εφορεία Αρχαιοτήτων την κατοχή του αγάλματος, αν και η ελληνική πολιτεία, η οποία υποτίθεται ότι έχει θεσμική συνέχεια, είχε γνώση της ύπαρξης του «σατύρου» και της κατοχής του από την οικογένεια Καλκάνη σε προγενέστερο χρόνο από τη δημιουργία της αρμόδιας Εφορείας Ιδιωτικών Συλλογών.

Οι αρχές, στην έρευνα που έγινε το καλοκαίρι του 2014 στην οικία του Καλκάνη, κατέγραψαν παρατυπίες όσον αφορά τη συλλογή του συλλέκτη, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι ο Καλκάνης κατείχε παράνομα το συγκεκριμένο άγαλμα, όπως παρουσιάστηκε στην κοινή συνέντευξη Τύπου του διοικητή των Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛ.ΑΣ. και της τότε γ.γ. του υπουργείου Πολιτισμού, τον Ιούλιο του 2014.

Ποιος ευθύνεται για το φιάσκο; Γιατί κατηγορήθηκε και διασύρθηκε ο Καλκάνης, ενώ είχε στην κατοχή του νόμιμα το «άγνωστο» άγαλμα, το οποίο είναι εν γνώσει της ελληνικής πολιτείας από το… 1899; Μήπως θα έπρεπε να ψηφιοποιηθούν οι ιδιωτικές συλλογές και όλες οι αλλαγές να γίνονται πλέον online; Ξέρει κανείς τι πραγματικά έχουν στα χέρια τους οι ιδιώτες (αλλά και τα ιδιωτικά μουσεία, για να μην ξεχνιόμαστε); Υπήρχε σκοπιμότητα, όταν έγινε η καταγγελία του πληροφοριοδότη στο υπουργείο Πολιτισμού για τον Καλκάνη και τον σάτυρο; Αν ήταν προϊόν αρχαιοκαπηλίας, θα έπαιρνε κάποιος (προφανώς αυτός που έκανε την καταγγελία) εύρετρα;

Μήπως θα έπρεπε η ελληνική πολιτεία να επανεξετάσει το θεσμικό πλαίσιο σχετικά με τα εύρετρα για την ανάκτηση πολιτιστικών αγαθών και ιδίως τις δικλίδες ασφαλείας; Μήπως ήρθε η ώρα να τεθεί το όλο θέμα της δίωξης της αρχαιοκαπηλίας σε νέες βάσεις; Να συνεργάζονται οι υπηρεσίες του υπουργείου Πολιτισμού και το αρμόδιο τμήμα της ΕΛ.ΑΣ. με διαφάνεια, με θεσμική συνέχεια και βεβαίως με διακριτούς ρόλους; Αν δεν μπορούν δύο κρατικές υπηρεσίες να συνεργαστούν ούτε καν για την προστασία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, τότε αυτός ο τόπος δεν έχει καμία ελπίδα…

πηγή – εφ. των συντακτών