hqdefault

Ο Mark Weisbrot, υποδιευθυντής του Κέντρου Οικονομικής και Πολιτικής Έρευνας της Ουάσινγκτον, σε άρθρο με τίτλο «Καταστρέφοντας την Ελλάδα, με δικαιολογία τη σωτηρία της» ασκεί σκληρή κριτική στην ΕΕ, την ΕΚΤ αλλά και το ΔΝΤ, τεκμαίροντας ότι τελικά το ζήτημα δεν είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης στο πλάνο των μεταρρυθμίσεων αλλά η διάθεση να ηττηθεί πολιτικά η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.

Σε άρθρο του στην αμερικανική έκδοση του Al Jazeera, ο Mark Weisbrot, υποδιευθυντής του Κέντρου Οικονομικής και Πολιτικής Έρευνας της Ουάσινγκτον και πρόεδρος του οργανισμού Just Foreign Policy, μιλάει για τις ισχυρές πιέσεις των δανειστών στην ελληνική κυβέρνηση, προκειμένου εκείνη να συμφωνήσει στα προαπαιτούμενα της ΕΕ, που περιλαμβάνουν σκληρά μέτρα και πολιτικές λιτότητας.

Η λέξη εκβιασμός είναι λίγη, σημειώνει ο συντάκτης ο οποίος εκτιμά ότι με εργαλείο την απόρριψη των ελληνικών ομολόγων από την ΕΚΤ, η άλλοτε τρόικα πιέζει σε βαθμό ασφυξίας την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.

Όλα ξεκίνησαν δέκα μέρες μετά την εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ, όταν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα «έκοψε» την κύρια χρηματοδότηση των ελληνικών τραπεζών, σε μία κίνηση που υποδεικνύει την έλλειψη εμπιστοσύνης προς την Ελλάδα και μάλιστα το «μπλόκο» αυτό ήρθε τρεις εβδομάδες πριν τη λήξη της διορίας για μία τέτοια απόφαση.

Όπως ήταν αναμενόμενο, αυτή η κίνηση οδήγησε σε εκροές καταθέσεων, καταρράκωσε την ελληνική οικονομία και προκάλεσε την κάθετη πτώση του Χρηματιστηρίου. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, πίστεψαν τότε ότι μία τέτοια «σφαλιάρα» στην ελληνική οικονομία θα ανάγκαζε τη νέα ελληνική κυβέρνηση να συνθηκολογήσει άμεσα.

Ωστόσο, το σχέδιο αυτό δεν δούλεψε, αφού ο ΣΥΡΙΖΑ είχε εντολή από τους ψηφοφόρους του να βελτιώσει το επίπεδο ζωής τους, μετά από έξι χρόνια τρόικας και με την ανεργία στο 25%. Η νέα ελληνική κυβέρνηση υποχώρησε στη συζήτηση για το «κούρεμα» του χρέους και αλλού, αλλά αρνήθηκε να υποταχθεί «λες και δεν υπήρξαν ποτέ εκλογές στην Ελλάδα».

Τελικά οι θεσμοί συμφώνησαν με την Ελλάδα στις 20 Φεβρουαρίου σε μία τετράμηνη παράταση της δανειακής σύμβασης μέχρι τον Ιούνιο. Με βάση τη συμφωνία, η ελληνική κυβέρνηση θα παρουσίαζε μία λίστα με μεταρρυθμίσεις στις οποίες οι Ευρωπαίοι συμφώνησαν. Υπήρχαν θέματα ακόμη να διαλευκανθούν μέχρι τις 20 Απριλίου, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η Ελλάδα με την τελευταία δόση του ΔΝΤ (περίπου 7,2 δισ. ευρώ).

Κάποιος θα υπέθετε ότι η συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου θα επέτρεπε στις διαπραγματεύσεις να διεξαχθούν χωρίς να προκαλούν οι Ευρωπαίοι περεταίρω ζημιές στην ελληνική οικονομία. Αλλά ένα όπλο στο κεφάλι του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν αρκετό για αυτούς τους «ευεργέτες»: Ήθελαν και δάχτυλα στη μεγγένη…

Και το κατάφεραν. Η ΕΚΤ αρνήθηκε να χρηματοδοτήσει τις ελληνικές τράπεζες με τον φτηνότερο τόκο που είχαν και πριν τις εκλογές αλλά και απέτρεψε τις τράπεζες να δανείζουν χρήματα στην κυβέρνηση – κάτι που δεν είχε κάνει η ΕΚΤ με τις προηγούμενες κυβερνήσεις. Ως αποτέλεσμα, δημιουργήθηκε τεράστιο πρόβλημα ρευστότητας που θα μπορούσε να προκαλέσει ακόμα και πτώχευση στα τέλη του Απρίλη.

Τα ποσά που δεν εκχώρησε η ΕΚΤ στην Ελλάδα είναι ασήμαντα για την Τράπεζα, αφού η ελληνική κυβέρνηση έπρεπε να βρει περίπου 2 δισ. ευρώ για τις δόσεις στους δανειστές τη στιγμή που η ΕΚΤ είχε θωρακίσει 26.3 δισ. ευρώ από την αγορά κρατικών ομολόγων από χώρες της Ευρώπης.

Είναι προφανές ότι όλες αυτές οι κινήσεις δεν έχουν να κάνουν με τα χρήματα ή τη βιωσιμότητα, αλλά με την πολιτική. Οι Ευρωπαίοι δεν ήθελαν κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και θέλουν να δείξουν ποιος είναι το αφεντικό. Βέβαια δεν θέλουν και να πετύχει η νέα κυβέρνηση αφού έτσι θα ενθαρρύνονταν και οι Ισπανοί να ψηφίσουν το Podemos, το φιλικό προς τον ΣΥΡΙΖΑ και αριστερό κόμμα.

Το ΔΝΤ προέβλεψε ότι η ελληνική οικονομία θα ανέκαμπτε κατά 2,9% φέτος. Η ανάπτυξη θα κρατούσε την αποδοχή και τη στήριξη από τον λαό στον ΣΥΡΙΖΑ ψηλά , αλλά οι κινήσεις της ΕΚΤ που υπονομεύουν την Ελλάδα και την πορεία της θα μπορούσε να βλάψει την επιρροή του κόμματος.

Ωστόσο, αν οι Ευρωπαίοι συνεχίσουν έτσι, θα μπορούσαν ακούσια να οδηγήσουν τη χώρα στην έξοδο από το ευρώ, μία επικίνδυνη στρατηγική για όλους τους εμπλεκόμενους.

Πρέπει να σταματήσουν να υπονομεύουν την ελληνική προσπάθεια και οικονομία, προκειμένου η Ελλάδα να καταφέρει να είναι μία βιώσιμη χώρα, καταλήγει ο αρθρογράφος.

Ολόκληρο το άρθρο ΕΔΩ

πηγή – 7imeres