ΕΙΚΟΝΑ-Βενεζουέλα-οικονομικό-μοντέλο

Θα ήταν εντελώς ανόητο να συγκρίνει κανείς την Ελλάδα, λόγω της αριστερής κυβέρνησης της, με τη Βενεζουέλα, προβλέποντας αντίστοιχες εξελίξεις – πρέπει όμως να κάνει πολύ σοβαρές σκέψεις, όσον αφορά τον κατεστραμμένο παραγωγικό της ιστό

«Οι ανθρώπινες κοινωνίες δυστυχώς δεν παράγουν, χωρίς την ύπαρξη κινήτρων – οπότε, όσο περισσότερο επιδοτούνται, τόσο πιο γρήγορα καταρρέουν, ενώ ο φυσικός πλούτος μίας χώρας την οδηγεί πολύ συχνά στην απόλυτη καταστροφή».

Ασφαλώς δεν γνωρίζουμε τι μπορεί να καταφέρει η «αριστερά» στην Ελλάδα. Ελπίζουμε όμως τα καλύτερα, ειδικά επειδή το κλίμα έχει αντιστραφεί στη Γερμανία – τόσο όσον αφορά τις παλαιές οφειλές της απέναντι μας (πολεμικό δάνειο και επανορθώσεις), όσο και τη διαγραφή του δημοσίου χρέους, αφού όλο και περισσότεροι Γερμανοί οικονομολόγοι, καθώς επίσης πολιτικοί, τάσσονται υπέρ και των δύο «απαιτήσεων» μας.

Γνωρίζουμε όμως τι έχει καταφέρει στη Βενεζουέλα η οποία, όταν την παρατηρεί κανείς από έξω, μοιάζει ως η χώρα των μεγαλύτερων οικονομικών παραδόξων. Ειδικότερα, η Βενεζουέλα είναι κυριολεκτικά πάμπλουτη, λόγω των τεραστίων ποσοτήτων πετρελαίου που διαθέτει – με το 50% των δημοσίων εσόδων της να προέρχεται από τις εξαγωγές του μαύρου χρυσού.

Εν τούτοις, χρωστάει περί τα 70 δις $ στο εξωτερικό, το χρέος ως προς το ΑΕΠ της, αν και σχετικά χαμηλό, αυξάνεται συνεχώς (από 26,3% το 2009 στα 49,8% το 2014), το πλεόνασμα στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών της περιορίζεται (από το απίστευτα υψηλό 17,7% το 2006 στο μηδαμινό 2,9% το 2013), ενώ το έλλειμμα στον προϋπολογισμό της έχει εκτοξευθεί στα ύψη (γράφημα). Αν και έχουμε αναφερθεί λοιπόν στα προβλήματα της (άρθρο), θεωρούμε σκόπιμη μία ακόμη παρουσίαση της, αφού πρόκειται για μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίπτωση

Συνεχίζοντας, ακόμη και στα έτη που οι τιμές του πετρελαίου είχαν ξεπεράσει τα 120 $ το βαρέλι, η Βενεζουέλα συνέχιζε να δημιουργεί χρέη, «παράγοντας» ελλείμματα στον προϋπολογισμό της – σε πλήρη αντίθεση με τη Νορβηγία (άρθρο). Αυτό όμως δεν αποτελεί το μοναδικό παράδοξο της χώρας, επειδή οι ιδιαιτερότητες δεν επικεντρώνονται μόνο στη λειτουργία του δημοσίου – αλλά, επίσης, στις συνθήκες του ιδιωτικού τομέα.

Για παράδειγμα, μία πτήση από το Καράκας στο Μαρακαΐμπο κοστίζει μόλις 16 $, μία οδοντόπαστα 7 Σεντ του δολαρίου, ενώη βενζίνη, το πετρέλαιο, καθώς επίσης το ηλεκτρικό ρεύμα έχουν τιμές που αγγίζουν το μηδέν. Στην προκειμένη περίπτωση, θα ισχυριζόταν κάποιος που δεν θα πρόσεχε πως οι τιμές που αναφέραμε είναι σε δολάρια, στην επίσημη ισοτιμία τους, πως το κόστος διαβίωσης είναι ιδανικό.

Για να γίνει όμως κατανοητή η σημασία τους, θα έπρεπε κανείς να προσπαθήσει να καταλάβει το πολύπλοκο, εξαιρετικά προβληματικό σύστημα συναλλαγματικών ισοτιμιών της Βενεζουέλας, ξεκινώντας από το πόσο κοστίζει το 1 Bolivar.

Το γεγονός αυτό δεν είναι εύλογο για κάποιον που έχει συνηθίσει να πληρώνει σε ευρώ, γνωρίζοντας επακριβώς την αντιστοιχία του με το δολάριο. Στην περίπτωση της Βενεζουέλας όμως, το πόσα Bolivar πρέπει να δώσει κανείς για να αποκτήσει ένα άλλο νόμισμα εξαρτάται από τις σχέσεις του με την κυβέρνηση της χώρας – καθώς επίσης από το λόγο, για τον οποίο χρειάζεται το συνάλλαγμα.

Ειδικότερα, επειδή ο πληθωρισμός ήταν ανέκαθεν το βασικότερο πρόβλημα της Βενεζουέλας, για να μπορέσει να ελεγχθεί υιοθετήθηκε ένα σύστημα σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών (το 2003, από τον τότε πρόεδρο Chavez), το οποίο ρύθμιζε την κατοχή, καθώς επίσης την ανταλλαγή των ξένων νομισμάτων.

Στο ξεκίνημα του, η σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία του Bolivar με το δολάριο ήταν 6,3:1 – δηλαδή, χρειαζόταν κανείς 6,3 Bolivar για να αγοράσει ένα δολάριο.

Περαιτέρω, επειδή η οικονομία της χώρας διαθέτει ελάχιστα εμπορεύματα εκτός του πετρελαίου και ορισμένων άλλων πρώτων υλών, είναι υποχρεωμένη να εισάγει σχεδόν όλα τα καταναλωτικά και κεφαλαιουχικά αγαθά που χρειάζεται –καθώς επίσης ένα μεγάλο μέρος των τροφίμων.

Εν τούτοις, με την επίσημη ισοτιμία του Bolivar μπορούσαν να εισάγουν (αγοράζουν) μόνο οι εγχώριες επιχειρήσεις, οι οποίες έπαιρναν άδεια για την εκάστοτε εισαγωγή τους – ή αυτές που χρημάτιζαν τους υπευθύνους δημοσίους υπαλλήλους που βρίσκονταν στις κατάλληλες θέσεις. Έτσι δημιουργήθηκε μία μαύρη αγορά, η οποία ξέφυγε σχεδόν εντελώς από τον έλεγχο της κυβέρνησης – παρά το ότι ακόμη και η δημοσίευση των ισοτιμιών τιμωρείται ποινικά.

Ο νομισματικός παραλογισμός

Στη συνέχεια, η επίσημη ισοτιμία υποχρεώθηκε να συμβαδίζει με αυτήν της μαύρης αγοράς – ενώ το 2008 ακολούθησε μία υποτίμηση του Bolivar, με την οποία μειώθηκαν τρία ψηφία (000) του παλαιότερου.

Το νέο όμως νόμισμα, παρά το ότι ονομάστηκε «σκληρό Bolivar», άρχισε με τη σειρά του να υποτιμάται – με αποτέλεσμα να υπάρχουν σήμερα τρεις, επίσημες κατά κάποιον τρόπο, ισοτιμίες, οι οποίες είναι κατά πολύ χαμηλότερες από αυτήν στη μαύρη αγορά. Στο γράφημα που ακολουθεί φαίνεται η εξέλιξη της ισοτιμίας του «σκληρού Bolivar» απέναντι στο δολάριο, μέσα σε ένα μόλις έτος, στη μαύρη αγορά.

Το τι σημαίνει ακριβώς μπορεί να το καταλάβει κανείς μόνομε τη βοήθεια του παραδείγματος ενός νοσοκομειακού γιατρού – ο μισθός του οποίου είναι περίπου 6.000 Bolivar μηνιαία. Ειδικότερα τα εξής:

(α)  Εάν ο μισθός μετρηθεί με την κανονική ισοτιμία (6,3:1 – ισοτιμία με την ονομασία «Cencoex»), τότε θα είναι 950 $ – ένας σχετικά καλός μισθός, για μία αναπτυσσόμενη χώρα. Η ισοτιμία όμως αυτή ισχύει μόνο για την κυβέρνηση, για τις κυβερνητικές εταιρείες ή για τους εισαγωγείς προϊόντων πρώτης ανάγκης – όπως τα φάρμακα και τα βασικά τρόφιμα.

(β)  Υπάρχει μία δεύτερη επίσημη ισοτιμία (12:1 – Sicad II), με βάση την οποία ο μισθός του γιατρού μειώνεται στα 500 $ περίπου – η οποία όμως ισχύει μόνο για εκείνους τους εισαγωγείς, οι οποίοι υπόκεινται στους αυστηρούς ελέγχους της κυβέρνησης (ή χρηματίζουν), για την εισαγωγή λιγότερο σημαντικών προϊόντων.

(γ)  Η τρίτη επίσημη ισοτιμία (173:1 – Simadi), συμβαδίζει περίπου με αυτήν στη μαύρη αγορά – ενώ με βάση τη συγκεκριμένη, ο μισθός του γιατρού περιορίζεται πλέον δραστικά, στα 35 $ το μήνα, πολύ πιο κάτω από τα όρια της απόλυτης φτώχειας.

Η ισοτιμία τώρα στη μαύρη αγορά, η οποία φαίνεται στο προηγούμενο γράφημα, ήταν πρόσφατα στα 203:1 – οπότε ο μισθός του γιατρού πέφτει κάτω από τα 30 $ το μήνα. Στα πλαίσια αυτά το κόστος της πτήσης της τάξης των 17 $ είναι πανάκριβο – αφού απαιτείται το 50% του μισθού ενός γιατρού στην πρωτεύουσα της χώρας. Ανάλογα ακριβή είναι και η οδοντόπαστα, εάν την υπολογίσει κανείς σε όρους εισοδημάτων.

Το οικονομικό μοντέλο της Βενεζουέλας

Προφανώς οι δύο πρώτες επίσημες ισοτιμίες τεκμηριώνουν πως πρόκειται για μαζικές επιδοτήσεις των εισαγωγών – ενώ η κρατική πετρελαϊκή εταιρεία, στην οποία έχουμε ήδη αναφερθεί, είναι υποχρεωμένη να ανταλλάσσει τα δολάρια που εισάγει από τις εξαγωγές της, στην πρώτη ισοτιμία.

Με τον τρόπο αυτό η κεντρική τράπεζα της χώρας έχει μία συνεχή ροή δολαρίων, διαθέτοντας τα στους εισαγωγείς, για την αγορά των προϊόντων τους από το εξωτερικό – τα οποία όμως δεν της φτάνουν για να χρηματοδοτήσει τις τεράστιες εισαγωγές που είναι αναγκασμένη να κάνει η Βενεζουέλα και οι οποίες, λόγω της τεχνητά χαμηλής ισοτιμίας (πρώτη και δεύτερη), επιδοτούνται σε τρομακτικό βαθμό. Οι επιδοτήσεις αυτές έχουν σαν αποτέλεσμα την καταστροφή του νομίσματος, καθώς επίσης την απόλυτη εξάρτηση της χώρας από τις εξαγωγές πετρελαίου, οπότε από την εισροή δολαρίων.

Αυτό σημαίνει με τη σειρά του πως η κατάρρευση της οικονομίας της χώρας είναι προδιαγεγραμμένη – απλά συμβαίνει σταδιακά, με δόσεις, ενώ λόγω της πτώσης των τιμών του πετρελαίου δεν πρόκειται να αργήσει για πολύ ακόμη.

Ειδικότερα, όσο μειώνονται οι τιμές του πετρελαίου, τόσο λιγότερα δολάρια εισρέουν στη χώρα και τόσο λιγότερα προϊόντα μπορούν να εισαχθούν – με αποτέλεσμα να βλέπει κανείς ήδη άδεια τα ράφια στα σούπερ μάρκετ, να λείπουν βασικά αγαθά, να μην υπάρχουν φάρμακα, να σχηματίζονται τεράστιες ουρές κοκ.

Εάν δε υπολογίσει κανείς τα εισοδήματα των πολιτών της με την ισοτιμία του νομίσματος στη μαύρη αγορά, η οποία χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο, επειδή πολλά προϊόντα βρίσκονται μόνο εκεί, τότε κατανοεί την τρομακτική φτώχεια, από την οποία έχει πληγεί η χώρα. Μπορεί δεν οι πτήσεις να είναι πολύ φθηνές, αλλά λόγω έλλειψης ανταλλακτικών τα αεροπλάνα καθηλώνονται συχνά στο έδαφος – ενώ είναι προφανώς επικίνδυνα.

Η οικονομία της χώρας ευρίσκεται λοιπόν σε ελεύθερη πτώση, επειδή δεν δόθηκε η απαραίτητη σημασία στον παραγωγικό της ιστό, λόγω του πλούσιου σε πετρέλαιο υπεδάφους της – καθώς επίσης του μοιράσματος των εσόδων από τις εξαγωγές ενέργειας, με τη βοήθεια των επιδοτήσεων, στον πληθυσμό της. Με δεδομένα δε τα υψηλά επίπεδα του πληθωρισμού (70% σήμερα), το κραχ δεν πρόκειται να αποφευχθεί.

Ολοκληρώνοντας, ήδη σημειώνονται μαζικές εξεγέρσεις στη Βενεζουέλα, οι οποίες αντιμετωπίζονται με βία – ενώ τον Ιανουάριο επιβλήθηκε στρατιωτικός νόμος, για να έχει τη δυνατότητα ο οπλισμένος στρατός να καταπνίγει τις αντιδράσεις.

Εκτός αυτού, η κυβέρνηση έχει συλλάβει τους μισούς από τους 76 δημάρχους που υπόκεινται στην αντιπολίτευση, προσπαθώντας να διατηρηθεί με νύχια και με δόντια στην εξουσία.Εν τούτοις η ανατροπή της, η οποία θα οδηγήσει τη χώρα στο χάος, είναι μάλλον δεδομένη – παρά τις καλές προθέσεις του αριστερού πρώην ηγέτη της, ο οποίος ήθελε να εφαρμόσει ένα πιο ανθρώπινο οικονομικό σύστημα στη χώρα του.

Επίλογος

Θα ήταν υπερβολικό, καθώς επίσης εντελώς ανόητο να συγκρίνει κανείς την Ελλάδα, λόγω της αριστερής κυβέρνησης της, με τη Βενεζουέλα – προβλέποντας αντίστοιχες εξελίξεις. Εν τούτοις, θα έπρεπε να κάνει πολύ σοβαρές σκέψεις, όσον αφορά τον παραγωγικό μηχανισμό/ιστό της χώρας μας – ο οποίος ήταν ανέκαθεν αδύναμος, ενώ έχει πλέον καταστραφεί εντελώς τα τελευταία χρόνια, ειδικά μετά τα μέτρα που επιβλήθηκαν από τη Τρόικα.

Κατά την άποψη μας, αφενός μεν η ραγδαία ανάπτυξη του τουρισμού τις δεκαετίες μετά το 1990, σε συνδυασμό με τις επιδοτήσεις που δόθηκαν από την ΕΕ, καθώς επίσης με τα φθηνά, εύκολα δάνεια που είχαμε στη διάθεση μας μετά την υιοθέτηση του ευρώ, έχουν οδηγήσει στην εξαιρετικά επικίνδυνη εξάρτηση μας από τις εισαγωγές – παράλληλα, στη ραγδαία πτώση των εισαγωγών.

Μπορεί λοιπόν να μην είναι η Ελλάδα στην κατάσταση της Βενεζουέλας, με εξαίρεση το τεράστιο δημόσιο και εξωτερικό χρέος της, αλλά πλησιάζει επικίνδυνα – ειδικά εάν συμβεί κάτι αναπάντεχο στην τουριστική βιομηχανία της χώρας, πόσο μάλλον εάν τυχόν εγκαταλείψει την Ευρωζώνη.

Όσον αφορά το θέμα του εθνικού νομίσματος και τα προβλήματα που μπορεί να προκαλέσει σε μία απόλυτα εξαρτημένη από τις εισαγωγές χώρα, το παράδειγμα της Βενεζουέλας μπορεί να μας διδάξει πάρα πολλά – τα οποία οφείλουμε να λάβουμε πολύ σοβαρά υπ’ όψιν μας.

πηγή – analyst