Του Μενέλαου Γκίβαλου

Η «γερμανοποίηση» της Ευρωπαϊκής Ένωσης -με πυρήνα την «Ευρωζώνη»- που προωθείται συστηματικά από τη γερμανική πολιτικοοικονομική ελίτ και «προσωποποιείται» στην καγκελάριο Άνγκελα  Μέρκελ δεν αντιμετωπίζει μόνο την εκτεταμένη δυσαρέσκεια των λαών που υφίστανται το μαρτύριο της οιονεί  λιτότητας και βιώνουν την επιβολή μιας σύγχρονης ολιγαρχικής -δικτατορικής εξουσίας. Ταυτόχρονα διαμορφώνεται, σ’ ένα ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο, μια συγκρουσιακή κατάσταση στο εσωτερικό της ΕΕ, ενώ αναπτύσσεται παράλληλα ένας έντονος αντιευρωπαϊσμός από σημαντική μερίδα πολιτών ως «απάντηση», ως αντίδραση στη γερμανική ηγεμονία.

Όμως η ιστορική αυτή στρέβλωση έχει κι άλλες, μείζονες συνέπειες, όπως η άνοδος της εθνικιστικής Ακροδεξιάς στη Γαλλία, η οποία εμφανίζεται ως η μοναδική πολιτική δύναμη που μπορεί σήμερα να σταματήσει τη γερμανική πλημμυρίδα και να αποκαταστήσει το εθνικό και πολιτικό κύρος της Γαλλίας. Η κυρία Μαρίν Λεπέν, έχοντας διευρύνει το κοινωνικό και πολιτικό της ακροατήριο, εμφανίζεται σήμερα ως σύγχρονη Ζαν ντ’ Αρκ, ικανή να αντιμετωπίσει ισότιμα την Ά. Μέρκελ και να δώσει στη Γαλλία -ακόμα και με την αποχώρηση από την «Ευρωζώνη»- τον ιστορικό ρόλο που της προσιδιάζει στον σύγχρονο κόσμο.

Η ιστορία, όπως γνωρίζουμε, δεν ακολουθεί ευθύγραμμη πορεία, αλλά χαρακτηρίζεται πολλές φορές από μείζονες αντιφάσεις. Η «χρυσή ισορροπία» που θεμελίωσε μεταπολεμικά την Ευρωπαϊκή Ένωση στηρίχθηκε αφενός στην πολιτική ισχύ και τη δημοκρατική – διαφωτιστική κληρονομιά της Γαλλίας και αφετέρου στην ανερχόμενη (και υποβοηθούμενη) οικονομική άνοδο και ισχύ της Γερμανίας. Η Γαλλία συμβολοποιεί την αστική επανάσταση, τις αξίες και τις αρχές του Διαφωτισμού, λειτουργεί ως υπόδειγμα του σύγχρονου έθνους-κράτους. Η Γερμανία συγκροτεί την «ταυτότητά» της στηριζόμενη σ’ έναν τύπο εργαλειακού ορθολογισμού που διακρίνεται για την οργάνωση, την πειθάρχηση, ο οποίος δεν αφορά μόνο την εξωτερική υπακοή στον κανόνα, στον νόμο, αλλά συνδέεται μ’ έναν εσωτερικό, ηθικιστικό, προτεσταντικού χαρακτήρα καταναγκασμό. Στις δύο αυτές συμβολικές εκφορές Γαλλία και Γερμανία εμφανίζουν και αναπαράγουν τη διάκριση μεταξύ πολίτη (Γαλλία) και ιδιώτη (Γερμανία) και, κατ’ επέκταση, την αντίθεση μεταξύ πολιτικού και οικονομικού «κοσμοειδώλου».

Η εκρηκτική δυναμική της ανόδου και αυτονόμησης της χρηματοπιστωτικής δομής από τη δεκαετία του 1990, η θεσμική κατοχύρωση του ακραίου ανταγωνισμού εντός της Ευρωζώνης και της ΕΕ αλλά και η καθιέρωση ενός σκληρού ευρώ -που αποτέλεσε προέκταση του μάρκου- προκάλεσαν ιστορικές ανακατατάξεις και ανατροπές, τις συνέπειες των οποίων βιώνουμε σήμερα.
Η Γαλλία, δεύτερη σε οικονομική ισχύ χώρα της Ευρώπης, δοκιμάζεται πλέον σε πολλαπλά επίπεδα. Η διόγκωση του χρέους, όπως και οι πολιτικές των δημοσιονομικών περιορισμών και της αποδυνάμωσης των κοινωνικών θεσμών αποτελούν τη μια όψη της εθνικής κρίσης. Η άλλη όψη αφορά στην απώλεια του πολιτικού ρόλου και της ισχύος της Γαλλίας, οι πολιτικοί ηγέτες της οποίας τα τελευταία χρόνια (Σαρκοζί, Ολάντ) εμφανίζονται χειραγωγούμενοι από τη γερμανική ηγεσία.

Η πολιτική και ιδεολογική ενσωμάτωσε τόσο του συντηρητικού όσο και του σοσιαλιστικού «στρατοπέδου» αλλά και η βαθιά κρίση της Αριστερός οδήγησαν στην άνοδο και τη σοβαρή ενίσχυση της Ακροδεξιάς στη Γαλλία. Το θέμα της εθνικής κυριαρχίας, του πολιτικού ρόλου της Γαλλίας συνδέεται από τη Μαρίν Λεπέν με το ζήτημα της οικονομικής κρίσης, διευρύνοντας έτσι το κοινωνικό – εκλογικό ακροατήριο του Εθνικού Μετώπου και καθιστώντας το σήμερα σημαντικό παράγοντα των εξελίξεων. Μάλιστα, το Εθνικό Μέτωπο ασκεί κι ένα είδος ιδεολογικοπολιτικής ηγεμονίας, σύροντας το κόμμα του Σαρκοζί, το UMP, σε θέσεις του Εθνικού Μετώπου όσον αφορά στο μεταναστευτικό και τις μειονότητες.

Η γερμανική στρατηγική

Συμπερασματικά, η Ακροδεξιά στη Γαλλία κινείται περισσότερο σε εθνικιστικό – ιδεολογικό επίπεδο, με σημαντική, βεβαίως, αναφορά όχι μόνο σε λαϊκές τάξεις, αλλά και σε μεσαία επιχειρηματικά στρώματα. Αντίθετα, η γερμανική ηγεμονεύουσα πολιτικοοικονομική ελίτ διαμορφώνει μια ολιγαρχική – δικτατορική δομή εξουσίας πάνω σ’ ολόκληρη την Ευρώπη. Η νεοφιλελεύθερη στρατηγική, με τη γερμανική σφραγίδα της λιτότητας και του προτεσταντικού ηθικισμού, αναπαράγει και ενισχύει το γερμανικό imperium και σε πολιτικό και σε οικονομικό επίπεδο.

Οι κυρίαρχοι πολιτικοί και οικονομικοί θεσμοί της ΕΕ και της «Ευρωζώνης» καθοδηγούνται και χειραγωγούνται στην πράξη από τη γερμανική ελίτ (ΕΚΤ, Κομισιόν, Eurogroup), ενώ πολλές κυβερνήσεις λειτουργούν ως εντολοδόχοι της. Η κοινωνική, οικονομική και πολιτική ταυτόχρονα Ακροδεξιά της γερμανικής ηγεμονίας εκφράζεται σήμερα με τον πιο στυγνό και κυνικό τρόπο στην ΕΕ και την «Ευρωζώνη». Δεν υπάρχει σύγκριση. Η κυρία Μέρκελ εκπροσωπεί «επάξια» και υλοποιεί την πιο αυταρχική, την πιο ακροδεξιά πολιτική που γνώρισε μεταπολεμικά η Ευρώπη…

Πηγή – επίκαιρα

Αναδημοσίευση – βαθύ κόκκινο