Του Διονύση Ελευθεράτου

Χωρίς αμφιβολία, ο εορτασμός της επετείου της 25ης Μαρτίου στην Αθήνα παρέχει άφθονα θέματα συζήτησης και – υπαρκτά ή εν δυνάμει- σημεία διαφωνιών. Μια, πάντως, διαπίστωση θα δυσκολευόταν να την αμφισβητήσει κάθε άνθρωπος που διατηρεί κάποια σχέση, όχι απαραιτήτως στενότατη, με αξίες και πρότυπα συμπεριφοράς, τα οποία άπτονται των εννοιών «δημοκρατία», «ελευθερία», κλπ: Ό,τι είναι άκρως ευεργετική η απάλειψη του αίσχους των καγκελόφραχτων χώρων, που «διαδήλωναν» την εχθρότητά τους απέναντι στο «πόπολο» – είτε επρόκειτο για διαδηλωτές είτε για θεατές μιας παρέλασης. Κι όμως…

Κι όμως τα πράγματα είναι πολύ πιο πονηρά, κυρίες και κύριοι. Δεν έχουμε να κάνουμε με «ανάσα» ελευθερίας κινήσεων, αξιοπρέπειας ή οτιδήποτε άλλο διατείνονται οι αριστεροί ή αριστερόστροφοι «οχλοκράτες». Εδώ πρόκειται για αδιάσειστο τεκμήριο, για καταλυτικό στοιχείο, το οποίο θα άξιζε τον κόπο να κατατεθεί σε ένα ιστορικό δικαστήριο καταδίκης «τρομοκρατικών» ενεργειών…

Να’ ναι καλά ο Ανδρέας Λοβέρδος που μας άνοιξε τα μάτια, επιστρατεύοντας το αλάνθαστο πολιτικό του κριτήριο μαζί με την «τετράγωνη» δικονομική λογική του: Έλειπαν τα κάγκελα; Αυτό αποδεικνύει ότι οι πρόξενοι επεισοδίων βρίσκονται τώρα στην κυβέρνηση κι έτσι δεν φοβούνται κανέναν και τίποτα…

Το «πιάσατε» το (πρώτο) νόημα; Αυταρχισμός ή μπάχαλο. Αν δεν καταφεύγεις στον πρώτο, μοιραία χρεώνεσαι – αναδρομικά, έστω- διάπραξη του δεύτερου. Επειδή όμως η έννοια του «ταραξία» τραβιέται τεχνηέντως σαν λάστιχο, εκ παραδόσεως αλλά και με ιδιαίτερο ζήλο από το 2010 και εντεύθεν, καλό είναι να ξεκαθαρίσουμε ορισμένα πράγματα και να ξεχωρίσουμε για ποιες ακριβώς γούνες έχει ο Α. Λοβέρδος ράμματα.

Πρώτον: Στο παρελθόν, ναι, σε μια – δυο περιπτώσεις ματαιώθηκαν στρατιωτικές παρελάσεις επειδή ογκώδεις διαδηλώσεις κατέλαβαν οδοστρώματα και καρδιές, κρίθηκαν σε μαζική κλίμακα ως ύψιστες «προτεραιότητες». Αυτό θα λεγόταν «μπάχαλο» μόνο σε ένα … πρωσικό ή αφόρητα καθεστωτικό σύστημα αξιών.

Δικαιούται φυσικά καθένας να έχει τη δική του άποψη, όχι μόνο για το ενδεδειγμένο της επικράτησης του … αιρετικού «σημείου 2» σε ένα άτυπο ντέρμπι «στρατιωτική παρέλαση- λαϊκή διαδήλωση», αλλά και για τον ίδιο τον θεσμό των παρελάσεων. Διερωτώμαι, όμως: Όλοι αυτοί οι … κεντροαριστερούληδες που αφόριζαν τότε τους διαδηλωτές, με ύφος και ορολογία στρατοδικών της δεκαετίας του ’50, είναι οι ίδιοι που χλευάζουν τον ΣΥΡΙΖΑ ότι έκανε το χατίρι του Καμμένου και δέχθηκε τη διεξαγωγή στρατιωτικής παρέλασης; Δισυπόστατοι είναι ή απλώς «θολωμένοι»;

Δεύτερον: Στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, επί κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, αμφοτέρων, με ή χωρίς Καρατζαφέρη, τα ΜΑΤ, τα χημικά, τα ρόπαλα και τα κάγκελα δεν κλήθηκαν να εγγυηθούν την πραγματοποίηση κάποιας παρέλασης – αυτή ήταν δεδομένη. Τη σιγή νεκροταφείου κλήθηκαν να εγγυηθούν. Να εμποδίσουν πανό να φανούν, ανθρώπους να συγκεντρωθούν και να φωνάξουν (παραδίπλα ή στο τέλος της παρέλασης). Διότι, βλέπετε, κάθε φορά, το εκάστοτε «νόημα της ημέρας» το προσδιορίζουν οι μεγαλόσχημοι επηρμένοι, όχι οι απολυμένοι, οι παραγκωνισμένοι, οι αγανακτισμένοι, οι αποφασισμένοι.

Περικλείει άραγε κι αυτά τα «κρούσματα» κοινωνικής διαμαρτυρίας και κοινωνικής απείθειας ο περί «ταραχών» και «επεισοδίων» ορισμός του κ Λοβέρδου; Αν ναι, τότε φαίνεται πως ο πρώην υπουργός απεχθάνεται τις στοιχειωδέστερες δημοκρατικές ελευθερίες περίπου όσο και τις οροθετικές γυναίκες.

Τρίτον: Ό,τι κι αν πιστεύει κανείς για την ελληνική κυβέρνηση, ό,τι κι αν προβλέπει για αυτήν, δεν βλέπουμε πώς θα μπορούσε να μην καταγράψει στα θετικά της την – πασιφανή, μέχρι στιγμής- αποφυγή συμπτωμάτων … αγοραφοβίας. Φυσικά η κυβέρνηση θα κρίνεται διαρκώς (και) σ’ αυτό το πεδίο. Σήμερα, αύριο, πάντα.

Να αποπειράται, όμως, να το χλευάσει αυτό ένας πολιτικός της αντίπαλος, όπως ο Α. Λοβέρδος; Τι ακριβώς να διαγνώσεις στο … αμίμητο αυτό φαινόμενο; Τον ενδεχόμενο φθόνο ενός πολιτικού χώρου που μέχρι πρότινος συμμετείχε σε κυβέρνηση, η οποία είχε την «τιμή» να ανακηρυχθεί σε τρίτη πιο μισητή, παγκοσμίως;

Μήπως την πλήρη ενσωμάτωση ανελεύθερων προτύπων στη φυσιογνωμία της παρηκμασμένης σοσιαλδημοκρατίας, που αν στη δεκαετία του ’90 καμάρωνε επειδή «διείσδυσε στον ιδεολογικό και κοινωνικό χώρο της κεντροδεξιάς», τα τελευταία πέντε χρόνια συνήθισε να συγκυβερνά με τον Άδωνι, τον Βορίδη και τον Μπαλτάκο και να προσυπογράφει το «μαύρο» στην ΕΡΤ – εκτός από τις «μαύρες προοπτικές» μιας ολόκληρης κοινωνίας;

Τέταρτον: Ώρα να δούμε τη θετική πλευρά της δήλωσης Λοβέρδου… Να’ ναι καλά ο άνθρωπος που μας θύμισε τις εποχές, κατά τις οποίες από τους εκατό ανθρώπους που εξέφραζαν απέχθεια για τα Μνημόνια, οι 90 ήταν «βαλτοί» του ΣΥΡΙΖΑ,οι 7 «βαλτοί» από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ – άντε, και 3 «γκάου», κατά την χαριτωμένη γνωμάτευση ενός τηλεοπτικού αστέρα.

Να’ ναι καλά ο κ. Λοβέρδος που μας θύμισε τις εποχές γέλιου! «Ο ΣΥΡΙΖΑ υπαίτιος για την επίθεση κατοίκου των Τρικάλων εναντίον του βουλευτή του ΠΑΣΟΚ, Χρήστο Μαγκούφη…». Αυτονόητο, αυταπόδεικτο, δεδομένο… Μόνο που αυθημερόν (28 Οκτωβρίου ήταν) αποδείχθηκε ότι εκείνος που όρμησε στον βουλευτή ήταν μέλος του ΠΑΣΟΚ, υποψήφιος στις δημοτικές που είχε μείνει πλέον άνεργος…

Και καλά, μπορείς να κατανοήσεις το φιάσκο που απορρέει από την βιασύνη. Τον ανόητο βιασμό της λογικής, όμως, πώς να τον κατανοήσεις; Πήγε κάποτε σε μια θεατρική παράσταση ο Γιάννος Παπαντωνίου, τον αποδοκίμασε το κοινό (ή κάποιο τμήμα του) και οι Κλουζό «επικοινωνιακοί διαχειριστές» των Μνημονίων ανακάλυψαν ότι τη γιούχα την οργάνωσε ο ΣΥΡΙΖΑ. Όπως καταλάβατε, ο ΣΥΡΙΖΑ παρακολουθούσε το τηλέφωνο του Γιάννου ή τις συνομιλίες του με τη γυναίκα του (με «κοριό», ίσως) και πρόλαβε να στείλει κόσμο στη θεατρική αίθουσα. Τι δεν καταλαβαίνετε;

Ω, ναι… Να’ ναι καλά ο Α. Λοβέρδος για τις – ακούσιες, έστω- υπομνήσεις σκηνών εκείνης της διαρκούς κωμωδίας. Remake του γέλιου και «τα μυαλά στα κάγκελα» , μέχρι να αξιωθεί ο Ανδρέας να δει πραγματικά, πάλι, στο Σύνταγμα (κούφια η ώρα)…

πηγή – stokokkino