Του Χρήστου Λάσκου

Δυό μέρες μετά από την συνάντηση του Αλέξη Τσίπρα με τους 7, νομίζω, πως λίγα έχουν αλλάξει σε σχέση με τις προηγούμενες μέρες. Που σημαίνει πως συνεχίζουμε να βιώνουμε ένα είδος μαρτυρίου της σταγόνας από μέρους των «εταίρων», οι οποίοι μοιάζει να ευελπιστούν πως θα μας οδηγήσουν σε ένα τρίτο μνημόνιο προς το καλοκαίρι παριστάνοντας, εν τω μεταξύ, πως βρίσκονται σε διάλογο με την «απροσάρμοστη κυβέρνηση». Γιατί, όπως φαίνεται, αυτό που κυρίως τους απασχολεί είναι να «καθαρίσουν» χωρίς να μας δώσουν πολιτικό κεφάλαιο. Χωρίς να ενισχύσουν, δηλαδή, ένα μεγάλο κύμα διεθνούς συμπάθειας έναντι της ελληνικής ριζοσπαστικής Αριστεράς, στο μέτρο που δεν θα ήταν οι ίδιοι ιδιαίτερα προσεκτικοί και μετρημένοι

Από αυτήν την άποψη, νομίζω, πως οι πιθανότητες μιας ρήξης στο επόμενο διάστημα δεν έχουν μειωθεί επί της ουσίας. Είμαι πεπεισμένος πως οι «εταίροι» δεν αντιδρούν με τον τρόπο που αντιδρούν παρά για ένα και πολύ σαφή λόγο: είναι βέβαιοι πως η πολιτική της λιτότητας και η νεοφιλελεύθερη ατζέντα ευνοεί απολύτως τα συμφέροντα που εκφράζουν και έτσι δεν έχουν κανένα λόγο να τη μεταβάλλουν, έστω και οριακά. Είναι βέβαιοι πως η συγκεκριμένη στρατηγική –γιατί περί τέτοιου πράγματος πρόκειται- αποδίδει θαυμάσια στις παρούσες συνθήκες της καπιταλιστικής κρίσης και, συνεπώς, έχουν όλους τους καλούς λόγους, για να τη συνεχίσουν. Γι’ αυτό και έχουν άδικο όσοι, με πρώτο τον υπουργό Οικονομικών, τους εγκαλούν για ανορθολογισμό και δογματισμό.

Δεν είναι ανορθολογικοί ούτε  βουρλισμένοι προτεστάντες η Μέρκελ και ο Σόιμπλε. Αλλά και ο Ρέντσι και ο Γκάμπριελ και όλο το νεοφιλελεύθερο τόξο μαζί. Την ταξική δουλειά τους κάνουν –και, μάλιστα, την κάνουν καλά. Δεν πρόκειται να μεταβάλλουν στρατηγική γιατί κάποιος θα τους πει μια «πραγματικά καλή ιδέα». Είτε αφορά τα bonds, είτε την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, είτε…
Αν είναι να αλλάξουν στάση, έστω οριακά, ξαναλέω, αυτό θα καθοριστεί από άλλα πράγματα. Και κυρίως από τους συσχετισμούς δύναμης, μέσα κι έξω, και τις βάσιμες απειλές για τα συμφέροντά τους.  Πράγμα που, νομίζω, είναι σε άμεση συνάρτηση με το κόστος που θα κληθούν να πληρώσουν σε περίπτωση μιας εκτεταμένης σύγκρουσης με την ελληνική Αριστερά.

Αυτό θα προσμετρήσουν. Και, ως προς αυτό, οι ίδιοι φοβούνται ένα Grexit περισσότερο ίσως και από εμάς. Η πεποίθηση του Eichengreen –και των αμερικανών, συνολικά- πως το Grexit θα ήταν Lehman Brothers στο τετράγωνο, κατά τη γνώμη μου, είναι κυρίαρχη και στους κύκλους των «εταίρων». Κι ας παριστάνουν τους θωρακισμένους. Καταλαβαίνουμε πως έχουν ισχυρούς λόγους να το κάνουν.
Αν, όμως, είναι, περίπου έστω, έτσι τα πράγματα η αξιοποίηση όλων των όπλων που έχουμε στη διάθεσή μας, όπως επιτάσσει η απόφαση του Συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ, μπορεί να μας δώσει πλεονέκτημα. Και το Συνέδριο, θυμηθείτε, δεν εντάσσει στα όπλα την έξοδο. Για λόγους πολύ ριζοσπαστικούς και στρατηγικούς, μάλιστα –αλλά ας μην επανέλθω σ’ αυτό, νομίζω είναι εξαντλημένο.

Αυτό που έχει σημασία είναι να μην ταυτοποιούμε την ενδεχόμενη ρήξη με το Grexit. Ακόμη περισσότερο, να μην δραματοποιούμε με ακραίο τρόπο μια τέτοια προοπτική. Αντίθετα, ακριβώς, η αποδραματοποίηση είναι όρος για μια επιτυχή έκβαση μιας πιθανής σύγκρουσης.

Το έχει θέσει, με εξαιρετική διαύγεια, μια βδομάδα πριν ο Πέτρος Σταύρου: «μια ορισμένου είδους κινδυνολογία […] έχει οικειοποιηθεί σε ένα βαθμό και η Αριστερά και […], με λίγα λόγια, ταυτίζει τη ρήξη εντός της Ευρωζώνης, με όρους στάσης πληρωμών, με το Grexit. Η ίδια αντίληψη δαιμονοποιεί μεθόδους και εργαλεία που αντικειμενικά βάζει στο τραπέζι των συζητήσεων η ίδια η σκληρή πραγματικότητα της οικονομικής συγκυρίας. Ο έλεγχος κεφαλαίων, ο εσωτερικός δανεισμός και η εναλλακτική χρήση νέων μέσων πληρωμών θεωρείται ότι θα φέρουν την καταστροφή και τη γενική πτώχευση της κοινωνίας. Αν όμως αποδεχθούμε την παραπάνω λογική τότε, πριν ξεμείνουν τα ταμεία του δημοσίου από ρευστό, θα έχει ξεμείνει η αριστερά και το κίνημα από κάθε πολιτικό εργαλείο και μέσο πίεσης. Χωρίς κανένα αντισυμβατικό μέσο ρευστότητας –στην ουσία, χωρίς κάποιο εναλλακτικό σχέδιο πίστωσης- η πορεία της διαπραγμάτευσης θα εξαρτηθεί μονομερώς από τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας» (Rednotebook, 16 Μαρτίου).
Επειδή, λοιπόν, είναι ακριβώς όπως τα λέει ο Σταύρου, ας μην επικαλούμαστε ένα συχνό πια, όσο και παράδοξο, επιχείρημα. Που ισχυρίζεται πως η λαϊκή εντολή της 25ης Ιανουαρίου δεν συμπεριλαμβάνει τη ρήξη, αλλά πως δεσμευτήκαμε για «έντιμο συμβιβασμό». Το αντίθετο νομίζω: με πληθωριστικό τρόπο λέγαμε πως πάμε για σύγκρουση με την ευρωπαϊκή άρχουσα τάξη, προβάλλοντας κατεξοχήν σχεδόν απόλυτη ασυμβατότητα των συγκρουόμενων συμφερόντων.

Αλλά και για έναν άλλο, πιο σαφή και ευκρινή λόγο.

Ούτως ή άλλως σε συμβιβασμό θα καταλήξουμε, αν όλα πάνε καλά. Μάλλον, ο κομμουνισμός δεν είναι στις προσεχείς επιδιώξεις.

Το προφανές, ωστόσο, είναι πως συμβιβασμός χωρίς σύγκρουση είναι αδύνατος.

Κι όλοι κατανοούν εντελώς, πιστεύω, πως αυτή η διατύπωση δεν συνιστά κανενός είδους αντίφαση.

πηγή – tpp