tina

Του Athos Simonetis

Όταν στην δεκαετία του 1980 και εν μέσω ψυχρού πολέμου, η Μάργκαρετ Θάτσερ εισήγαγε στην διεθνή πολιτική ορολογία το κλειστοφοβικό σλόγκαν ΤΙΝΑ (Τhere Is No Alternative=δεν υπάρχει εναλλακτική), υπονοώντας ότι ο οικονομικός φιλελευθερισμός – ελεύθερες αγορές και ζώνες εμπορίου, καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση κοκ – είναι ο μοναδικός δρόμος ανάπτυξης για τις μοντέρνες κοινωνίας, κανένας δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι στα επόμενα 30 χρόνια το σλόγκαν αυτό θα μετατρεπόταν σε αξιωματική αλήθεια η οποία διέπει όχι μόνο δεξιούς πολιτικούς φορείς και τους πολιτικούς εκπρόσωπους της πάλαι ποτέ σοσιαλδημοκρατίας αλλά πλέον φλερτάρει διακριτικά και με κομμάτια της αριστεράς. Ναι σωστά διαβάσατε. Κομμάτια της ριζοσπαστικής αριστεράς. Ο οικονομικός φιλελευθερισμός είναι μια δίνη προσαρμοσμένη στους υπάρχοντες θεσμούς διακυβέρνησης η οποία ακυρώνει ή αφομοιώνει φιλόδοξα, προοδευτικά, αριστερά, ριζοσπαστικά ή ρεφορμιστικά προγράμματα διακυβέρνησης, ιδεολογίες και όμορφες προθέσεις. Δεν έχουν περάσει άλλωστε πολλές ώρες από πχ. τις δηλώσεις Βαρουφάκη για την προθυμία της κυβέρνησης «να πληρώσει τα δάνεια με τόκο» ή την στήριξη του στην «επένδυση» της Cosco. Δεν μπορώ να ερμηνεύσω αυτές τις δηλώσεις πολύ διαφορετικά από ένα κατευναστικό κλείσιμο του ματιού προς τους εκπρόσωπους των αγορών (ας μας εξηγήσει επιτέλους κάποιος ποιες είναι αυτές οι αγορές) και λοιπών παιχτών στις διάφορες εκφάνσεις της οικονομίας της αγοράς.

Παρόλα αυτά, είναι αληθές ότι η νεοεκλεγείσα ελληνική (αριστερή, ριζοσπαστική, προοδευτική…) κυβέρνηση βρίσκεται εκ των πραγμάτων σε δεινή θέση λόγω των πεπραγμένων των προηγούμενων διαχειριστών της εξουσίας και με περιορισμένο εύρος ελιγμών. Ενώ, λοιπόν, οι εξελίξεις είναι καταιγιστικές, όπως άλλωστε έχουμε συνηθίσει σε αυτή την χώρα κατά την διάρκεια των ετών της κρίσης (μην ξεχνάμε και την πολύχρονη έκθεση μας στην δημοσιογραφία τύπου Ευαγγελάτου με τις αλλεπάλληλες «ειδήσεις» «βόμβα», τους δραματικούς ήχους που συνοδεύουν τα τηλεοπτικά ρεπορτάζ και τα εκατομμύρια των Παβλοφικών τηλεθεατών) και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ διαπραγματεύεται («)σκληρά(») με τους δανειστές δεχόμενη πυρά ή επαίνους (επιλέξτε πλευρά στο δίπολο Μέρκελ-Ομπάμα, σύνολο καθεστωτικών ΜΜΕ-Αυγή, Killer Kapitalismus-καπιταλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο), η κοινωνία βρίσκεται σε μια ελπιδοφόρα αναμονή ενώ έχει αναθέσει για άλλη μια φορά την διαχείριση της σε «ριζοσπάστες» ειδικούς.

Το κείμενο αυτό δεν επιχειρεί να συνεισφέρει στην πολιτική ανάλυση της ελληνικής κρίσης ή/και στην απεικόνιση της οικονομικής πραγματικότητας. Το κείμενο αυτό ενδιαφέρεται να κάνει ένα βήμα προς τα πίσω και να αναστοχαστεί γύρω από τα θεωρητικά και μεθοδολογικά εργαλεία που χρησιμοποιούμε για να αντιληφθούμε και να αναλύσουμε την πραγματικότητα αλλά και να παράγουμε οικονομικά (αντι)προγράμματα, λύσεις και βιοπολιτική. Στο στόχαστρο του αναστοχασμού θα βρεθεί, μοιραία, η οικονομική επιστήμη. Αφετηρία είναι η παραδοχή ότι η οικονομική επιστήμη επίσης επιτελεί την πραγματικότητα την οποία περιγράφει/αναλύει. Η ιδέα αυτή προέρχεται από την δουλειά του γάλλου κοινωνιολόγου Michelle Callon (1998) “The Laws of the Market” [Οι Νόμοι της Αγοράς]. Ο Callon ισχυρίζεται ότι τα μεθοδολογικά εργαλεία που χρησιμοποιεί η οικονομική επιστήμη επιτελούν και διαμορφώνουν την οικονομία μέσω της καταγραφής και της ποσοτικοποίησης του οικονομικού γίγνεσθαι. Οι κοινά αποδεκτοί τρόποι μέτρησης πχ του ΑΕΠ, της ανεργίας, του χρέους που συμβάλλουν στην διαμόρφωση της κρατικής βιοπολιτικής παράγουν επίσης μια υποκειμενική πραγματικότητα. Με τον τρόπο όμως αυτό τα οικονομικά είναι ευάλωτα σε κανονιστικές ερμηνείες και ενθαρρύνουν οικονομολογικές αφηγήσεις της πραγματικότητας. Σκεφτείτε για λίγο τον καταιγισμό οικονομικών όρων στον οποίο εκτέθηκε η ελληνική κοινωνία τα χρόνια της κρίσης. Το καθημερινό (τηλεοπτικό) μας λεξιλόγιο «εμπλουτίστηκε» με έναν βίαια κανονιστικά τρόπο από δυσνόητους οικονομικές έννοιες όπως τα ασφάλιστρα κινδύνου (CDS), Spreads (η διαφορά των τιμών αποδόσεων δύο ομολόγων κοκ οι οποίες ταυτόχρονα μεταφράστηκαν και σε πραγματικά προβλήματα για τον/την πολίτη. Τα εργαλεία αυτά δεν αποτέλεσαν απλούς δείκτες μέτρησης, αλλά βασικά συστατικά για την παραγωγή βιοπολιτικής από το κράτος.

Η δυναμική του οικονομισμού (εννοώντας ένα υβρίδιο της οικονομικής επιστήμης και της οικονομίας ως οντολογία) οδηγεί στην γραμμική απλοποίηση μιας περίπλοκης πραγματικότητας και την κάνει διαχειρίσιμη για την εκάστοτε εδραιωμένη κρατική/οικονομική εξουσία. Και αυτό συχνά γίνεται με την ενεργοποίηση δίπολων ανάθεσης. Στην περίπτωση μας, από τη μία οι οικονομικοί ειδήμονες που αναλαμβάνουν το «τιτάνιο» έργο να λύσουν δυσθεώρητα μακροοικονομικά προβλήματα με σκληρές αλλά αναγκαίες τεχνοκρατικές λύσεις και από την άλλη τα αδαή κοινωνικά υποκείμενα που ζούσαν υπεράνω των οικονομικών δυνατοτήτων τους. Από την μία οι ευπατρίδες υπεύθυνοι επαγγελματίες πολιτικοί με την θεσμική υποχρέωση να νομιμοποιούν «σκληρά μεν αλλά αναγκαία οικονομικά μέτρα» και από την άλλη οι «διεφθαρμένοι/ες» εργάτες/ριες που λίγο ή πολύ προκάλεσαν την οικονομική κρίση όντας υπεύθυνοι για τις κοινοβουλευτικές τους επιλογές και πελατειακές σχέσεις. Αυτό που πραγματικά απουσιάζει όμως είναι μια κριτική εμβάθυνση στο τι σημαίνει οικονομισμός. Πως ενσωματώνει η οικονομική επιστήμη την μαθηματική μέτρηση και πως αυτή μεταφράζεται σε βιοπολιτική από το κράτος; Με ποιά είδους κοινωνική συμφωνία έχουμε αποδεχτεί την «αντικειμενικότητα» μιας κοινωνικής «επιστήμης» η οποία αποτελεί πλέον το βασικό συστατικό για την παραγωγή βιοπολιτικής ενώ βασίζεται σε μύθους όπως πχ η σχέση αιτίας/αιτιατού μεταξύ ανταλλακτικής οικονομίας και της γέννησης του χρήματος ή της ορθολογικότητας του Homo Economicus (δες Graeber 2011, Debt: The First 5000 Years – Χρέος: τα πρώτα 5000 χρόνια); Ο Homo Economicus δεν προϋπήρχε της οικονομικής θεωρίας. Οι αρχές της οικονομικής θεωρίας επιτέλεσαν αυτό το οικονομικό πρότυπο συμπεριφοράς.

Η ανάλυση φτάνει τόσο μακριά ώστε να ισχυριστεί ότι η ιδεολογία του οικονομικού φιλελευθερισμού αποτελεί την πρώτη ύλη για τα σύγχρονα οικονομικά μοντέλα ανάλυσης. Με άλλα λόγια, οι κανονικοποιημένες ηγεμονούσες οικονομικές θεωρίες, που επιτελούν βιοπολιτική πραγματικότητα, είναι ιδεολογικοί φορείς της οικονομίας της αγοράς. Ακόμη και η ίδια η θεωρία του Άνταμ Σμιθ σε αρκετές περιπτώσεις μεταφράστηκε κατά το δοκούν στο πέρασμα των αιώνων και προσαρμόστηκε στις αρχές του οικονομικού φιλελευθερισμού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η αρχή νο 7 (Πλούτος των Εθνών), όπου ο Σμιθ ορίζει ότι τα οργανωμένα κράτη δύνανται μερικές φορές να βελτιώνουν τα αποτελέσματα της αγοράς. Πως αυτό συνάδει με την φονταμενταλιστική θεωρία της αυτορυθμιζόμενης αγοράς στην απολυτότητα της, η οποία αποτελεί και τον ακρογωνιαίο λίθο στην παραγωγή οικονομικών πολιτικών στο μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη;

Η αλλαγή πολιτικής διαχείρισης μέσω κοινοβουλευτικών διαδικασιών στην Ελλάδα ή και ενδεχομένως σύντομα και αλλού, αν λάβουμε υπόψη τις δημοσκοπικές επιτυχίες του PODEMOS στην Ισπανία, έχουν σημειολογική αξία για την αυτοπεποίθηση των μεγάλων κοινωνικών μαζών. Ως γνωστόν, ο καπιταλισμός ακόμη και στις πιο ακραίους κύκλους του αναζητεί περιόδους/τρόπους αποσυμπίεσης. Ο ερχομός του ΣΥΡΙΖΑ όμως δεν σηματοδοτεί και αλλαγή βιοπολιτικής διακυβέρνησης. Τα ίδια θεωρητικά και μεθοδολογικά οικονομικά εργαλεία καλείται να διαχειριστεί η κυβέρνηση της αριστεράς ενώ δεν προτείνει μια ουσιαστική αποδόμηση του υπάρχοντος οικονομικού ντετερμινισμού παρόλο τις κορώνες για την ανθρωπιστική κρίση. Κάτι τέτοιο θα προϋπόθετε μια ισχυρή αμφισβήτηση του υπάρχοντος συστήματος εξουσίας και οργάνωσης της κοινωνίας. Η γενεαλογία των σκληρά ιδεολογικών οικονομικών δεικτών δεν αποτελεί μέρος καμίας διαπραγμάτευσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ και ο κάθε ΣΥΡΙΖΑ δεν διαπραγματεύται ενάντια στα θεμέλια του σύγχρονου καπιταλιστικού οικοδομήματος και των οικονομολογικών ιδεοληψιών που το κανονικοποιούν.

Η ηγεμονία του οικονομικού φιλελευθερισμού ή οποιουδήποτε ιδεολογικοπολιτικού μοντέλου παραμένει αδιαμφισβήτητη όσο παραμένουν στο απυρόβλητο οι θεσμοί που το συνιστούν. Σύμφωνα με τον Καστοριάδη, ο καπιταλισμός ήταν η πρώτη μορφή οικονομικής οργάνωσης που, με την βοήθεια της αναγέννησης και του επιστημονισμού, παρουσιάζει τον εαυτό της ως ορθολογικό. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και με την μανδύα της οικονομικής επιστήμης, ο οικονομικός φιλελευθερισμός μετατράπηκε στην μοναδική εναλλακτική.

Δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε με το σλόγκαν της Μάγκι… Όντως δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική. Ο καπιταλισμός και ο οικονομικός φιλελευθερισμός ούτε καλλωπίζονται, ούτε εξανθρωπίζονται, αλλά ξεριζώνονται! Μια καλή αρχή, πάντως, είναι η αποδόμηση εκείνων των «επιστημονικών» αξιωμάτων που επιτελούν τον οικονομικό φιλελευθερισμό ως μέρος της ανθρώπινης φύσης.

Πηγή – provo