Του Ευκλείδη Τσακαλώτου

Δεν μπορείς να βγεις από μια τεράστια οικονομική κρίση με ουδέτερο τρόπο. Κάθε οικονομική «λύση» εμπεριέχει και μια ολόκληρη φιλοσοφία, ένα κοινωνικό μοντέλο. Το κοινωνικό μοντέλο των αντιπάλων του ΣΥΡΙΖΑ είναι πια σαφές, ένα μοντέλο που δεν δίνει χώρο, προοπτική δηλαδή, σε σημαντικά τμήματα της λαϊκής βάσης των κομμάτων του Μνημονίου. Είναι και αυτός ένας βασικός λόγος γιατί θα χάσουν στις εκλογές.

Πρόσφατα αναδείχθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ το ζήτημα της μείωσης των κρατικών δαπανών –και ιδιαίτερα των κοινωνικών– για τα επόμενα χρόνια, όπως προβλέπεται στο Μεσοπρόθεσμο. Συγκεκριμένα, οι συνολικές δαπάνες του κράτους θα μειωθούν από 44% φέτος σε 38% του ΑΕΠ το 2018. Οι κοινωνικές παροχές, δηλαδή το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών που συγκροτούν αυτό που ονομάζουμε «κοινωνικό κράτος», θα μειωθούν από το 21% στο 18% του ΑΕΠ.

Οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης, βέβαια, δεν αμφισβητούν αυτό το γεγονός, άλλωστε οι ίδιοι το έχουν ψηφίσει. Η απάντησή τους, όμως, περιορίζεται στη διαβεβαίωση ότι αφού το ΑΕΠ θα αυξάνεται, θα αυξηθεί και το ποσό των δαπανών. Η δικαιολογία αυτή όχι μόνο δεν είναι πειστική, αλλά καθιστά ακόμα χειρότερο το αρχικό παράπτωμα.

Κατ’ αρχάς, ας υποθέσουμε –χάριν του επιχειρήματος– ότι οι προβλέψεις της κυβέρνησης για την ανάπτυξη θα επιβεβαιωθούν. Ετσι, μεταξύ 2014-2018 το ΑΕΠ της χώρας θα αυξηθεί κατά €35 δισ. Οι κρατικές δαπάνες προβλέπεται να αυξηθούν κατά €2,5 δισ. –με το μεγαλύτερο μέρος να αφορά τους τόκους– ενώ οι κοινωνικές δαπάνες θα αυξηθούν κατά €1 δισ. Με άλλα λόγια, για κάθε €100 που αυξάνεται το ΑΕΠ, μόλις €3 θα πηγαίνουν στις κοινωνικές παροχές. Αρκεί αυτή η οριακή βελτίωση για να αντιστρέψει τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους με τις περικοπές στις συντάξεις, την κατάρρευση του δημόσιου συστήματος υγείας, την υποβάθμιση της εκπαίδευσης; Η απάντηση είναι προφανώς αρνητική.

Η σχετική μείωση των κρατικών δαπανών σημαίνει επίσης ότι ο κόσμος της εργασίας δεν θα συμμετέχει στην αύξηση της παραγωγικότητας που ακολουθεί την περίοδο της ανάπτυξης. Μέχρι τώρα, η αύξηση της παραγωγικότητας αναδιανέμεται μέσα από το κράτος και τις δαπάνες του για υγεία, παιδεία κ.λπ. Ουσιαστικά, η μείωση αυτή σημαίνει ότι στο μέλλον θα δίνουμε αναλογικά λιγότερα για τις δαπάνες που αφιερώνονται σε αναδιανεμητικούς σκοπούς. Μάλιστα, όταν σε αναπτυγμένες χώρες –με πολύ υψηλότερα επίπεδα δαπανών– παρατηρούνται μεγάλα προβλήματα φτώχειας, ανισότητας και κοινωνικού αποκλεισμού, μπορεί κανείς να φανταστεί τι σημαίνει το 38%.

Αυτή η μείωση των δαπανών έχει και σημαντικές επιπτώσεις στην παραγωγική ανασυγκρότηση – οι ήδη πολύ χαμηλές σε σχέση με παλιότερα δημόσιες επενδύσεις θα μειωθούν ακόμα περισσότερο ως ποσοστό του ΑΕΠ. Γιατί τα τελευταία χρόνια η πορεία σύγκλισης των πιο φτωχών χωρών της Ε.Ε. έχει επιβραδυνθεί ή ανακοπεί και δεν πρόκειται να αποκατασταθεί αν δεν αυξηθούν οι δαπάνες για υποδομές, έρευνα και τεχνολογία κ.λπ.

Τι μας λέει, λοιπόν, η κυρίαρχη άποψη στην Ελλάδα; Οτι ο κόσμος της εργασίας πρέπει να βασιστεί σχεδόν αποκλειστικά στην αγορά και το όποιο διαθέσιμο εισόδημα μπορεί να αντλήσει από αυτήν. Ξεχνά έτσι ότι η ίδια η αγορά αποτελεί την πηγή των ανισοτήτων, των διακρίσεων και των κοινωνικών αποκλεισμών και ότι ο ρόλος των κοινωνικών δαπανών είναι να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση.

Η νέα πραγματικότητα που μας επιφυλάσσει το «κόμμα του 38%» είναι να εξαρτώνται όλοι από την αγορά και κάποιοι να εύχονται να διαθέτουν αρκετό εισόδημα για να μπορούν να αγοράσουν ιδιωτική υγεία, παιδεία και συντάξεις. Αυτό το «κόμμα» προφανώς έχει εμπνευστεί από το αμερικανικό επίπεδο ανισοτήτων. Οταν άρχισε η περίοδος του νεοφιλελευθερισμού στην Αμερική, το 90% των οικογενειών, δηλαδή τα χαμηλά και μεσαία στρώματα κατείχαν 4 φορές περισσότερο πλούτο από το ανώτερο 0,1% του πληθυσμού. Σήμερα, αυτή η διαφορά έχει εκμηδενιστεί. Οταν λοιπόν το «κόμμα του 38%» λέει ότι θέλουμε να γίνουμε μια κανονική χώρα, τώρα ξέρουμε ακριβώς τι εννοεί.

* Καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

πηγή – εφ. των συντακτών