Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Το δυστύχημα για τον Αντώνη Σαμαρά είναι πως οικογενειακό εισόδημα άνω των 100.000 ευρώ, σε ένα σύνολο έξι περίπου εκατομμυρίων φορολογικών δηλώσεων που υποβλήθηκαν το 2014, έχουν μόνο 38.000 ή 0,6%. Ούτε καν ένας στους δέκα. Αν η ζωή είχε φανεί περισσότερο γενναιόδωρη με τον πρωθυπουργό και οικογενειακό εισόδημα άνω των 100.000 ευρώ είχε όχι το 0,6%, αλλά το 60%, δηλαδή οι έξι στους δέκα  Έλληνες, τότε η προεκλογική τακτική που χάραξε το επιτελείο του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί άκρως επιτυχημένη, ακόμη και σοφή, χαρίζοντάς του από τώρα την πιο άνετη νίκη. Κι αυτό γιατί η πολιτική γραμμή με την οποία επέλεξε να δώσει τη μάχη των εκλογών από την Κυριακή 28 Δεκεμβρίου ακόμη, όταν έδωσε την αξιοθρήνητη συνέντευξη-μονόλογο στη ΝΕΡΙΤ μια μέρα πριν από την τρίτη και φαρμακερή ψηφοφορία στη Βουλή για την εκλογή Προέδρου, στηριζόταν στην καλλιέργεια φόβου.

Ο Α. Σαμαράς και όλη η ΝΔ συνειδητά και σχεδιασμένα επένδυσαν στον ερεθισμό των πιο καθυστερημένων αντανακλαστικών των ψηφοφόρων, εμφανίζοντας μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ως το ισοδύναμο της κοινωνικής εξαθλίωσης και της καταστροφής. Λες και μέχρι τώρα ζούσαν στον παράδεισο…

«Γαλάζιες» διαφοροποιήσεις
Η αλήθεια, βέβαια, είναι πως την επιλογή της Συγγρού να επενδύουν στα λάθη ή την πολυφωνία του αντιπάλου δεν την ακολούθησαν όλα τα στελέχη της δεξιάς παράταξης. Εκφράζοντας πιθανότατα και μια πολιτική αποστασιοποίηση από την πανστρατιά ακροδεξιών, φιλοβασιλικών και φιλοχουντικών που σήμανε ο Σαμαράς, στελέχη όπως ο Προκοπής Παυλόπουλος, ο οποίος δεν θα συμμετάσχει στις εκλογές, αρνήθηκαν να ακολουθήσουν την εμπρηστική γραμμή μισαλλοδοξίας και δημιουργίας κλίματος αβεβαιότητας που λειτουργεί σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία• είναι ικανή, δηλαδή, να αποσταθεροποιήσει μια καλά λειτουργούσα οικονομία, όχι την ελληνική…

Οι δηλώσεις Παυλόπουλου στο πλαίσιο τηλεοπτικής συνέντευξης -«θεωρώ ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει αναλάβει την ευθύνη απέναντι στον ελληνικό λαό να κρατήσει την Ελλάδα στην Ευρωζώνη» και «δεν έχω κανένα δικαίωμα να φοβάμαι κάτι που θα ψηφίσει ο ελληνικός λαός»- ήταν η κορυφή του παγόβουνου των αντιρρήσεων που κλιμακώνονται εντός της ΝΔ απέναντι στην γραμμή Πολιτικής Ανοιξης που υιοθετεί ο Σαμαράς κι έχει επιβάλει στο κόμμα.

Κριτήριο προφανώς γι’ αυτές τις επιλογές δεν είναι αυστηρά και μόνον οι δικές του πολιτικές και ιδεολογικές κλίσεις, αλλά και η προσωπική του επιβίωση. Ο πρόεδρος της ΝΔ, εν ολίγοις, πασχίζει να αποφύγει τον αποκεφαλισμό του το βράδυ των εκλογών, ο οποίος στη ΝΔ έχει τον χαρακτήρα του κανόνα για όσους αρχηγούς χάνουν τις εκλογές. Σε αυτό τον βωμό ο Σαμαράς πολύ πιθανόν θυσίασε και την εκλογική απήχηση της ΝΔ, επιλέγοντας να παίξει τον ρόλο της «σοβαρής Χρυσής Αυγής», γνωρίζοντας ότι η γραμμή αυτή ισοδυναμεί με την ευθανασία δελφίνων και μνηστήρων που προέρχονται κυρίως από το κεντρο-δεξιό στρατόπεδο ή, αν μη τι άλλο, με τη δημιουργία σοβαρότατων εμποδίων στον δρόμο τους.

Στην ίδια, φυσικά, κατεύθυνση κινείται και το ΠΑΣΟΚ. Παγιδευμένο σε μια γραμμή προσωπικής επιβίωσης του Βαγγέλη Βενιζέλου και δικαίωσης των καταστροφικών επιλογών της προηγούμενης τετραετίας, τζογάρει κι αυτό στον φόβο. Με πιο πειστικό επιχείρημα «ψηφίστε ΠΑΣΟΚ για να μην βγει η Χρυσή Αυγή τρίτο κόμμα και βεβηλωθούν τα ιερά και τα όσια της Ελληνικής Δημοκρατίας». Πρόκειται για αστειότητες, φυσικά, αν σκεφτούμε ότι η άνοδος της Χρυσής Αυγής στηρίχθηκε ακριβώς στη φτώχεια και την υποβάθμιση της δημοκρατίας που ΠΑΣΟΚ και ΝΔ μαζί επέφεραν με τα Μνημόνια και τις  Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου. Και τώρα από κοινού εμφανίζονται παντελώς ανήμπορα και τα δύο κόμματα να προτάξουν ένα θετικό όραμα, ακόμη και να εξαγγείλουν μια υπόσχεση βελτίωσης της θέσης των εργαζομένων και των συνταξιούχων.

Παραχωρήσεις στους… πλούσιους

Η επιλογή που έκανε η ΝΔ εύκολα πλέον μπορεί να κριθεί ως επική αποτυχία, όπως δείχνουν καθαρά οι δημοσκοπήσεις, που σε όλη τη διάρκεια αυτής της επιχείρησης ιδεολογικής τρομοκρατίας αναδείκνυαν τον ΣΥΡΙΖΑ ως πρώτο κόμμα. Ειρήσθω εν παρόδω, όλη η υπόλοιπη συζήτηση για την ψαλίδα που κλείνει ή σταθεροποιείται, για το αν καταλληλότερος για πρωθυπουργός είναι ο Αντώνης Σαμαράς ή ο Αλέξης Τσίπρας και άλλα πολλά είναι σχεδόν αδιάφορη, στον βαθμό που η διακύβευση των εκλογών είναι η πρωτιά. Τα υπόλοιπα είναι παρηγοριά στον άρρωστο – εν προκειμένω, στην ηγεσία της ΝΔ…

Υπό το βάρος αυτής της αποτυχίας αναγκάστηκε η Συγγρού να προβεί σε μια υποψία παραχωρήσεων το προηγούμενο Σάββατο, 10 Ιανουάριου, επιχειρώντας να καλύψει το χαμένο έδαφος και κυρίως να παρακινήσει τον κόσμο να ψηφίσει ΝΔ, κι όχι απλώς και μόνο να εξηγεί γιατί δεν πρέπει να ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ και να επιλέξει ως το μικρότερο κακό τη ΝΔ.

Και πάλι όμως το κακό με τον Α.  Σαμαρά και το επιτελείο του είναι πως νόμιζαν ότι ζουν σε μια χώρα όπου το 60% του πληθυσμού έχει εισόδημα άνω των 100.000 ευρώ. Πώς αλλιώς να εξηγηθεί η υπόσχεση που έδωσε ότι θα μειώσει τον ανώτατο φορολογικό συντελεστή από το 42% στο 33%, όταν ο κόσμος αν κάτι ήθελε να ακούσει είναι επαναφορά του αφορολόγητου και μείωση του κατώτατου, όχι του ανώτατου φορολογικού συντελεστή, που αφορά στους πλούσιους;  Ή η υπόσχεση που έδωσε ότι θα προχωρήσει στη θέσπιση ενιαίου φορολογικού συντελεστή για τις επιχειρήσεις στο ύψος του 15%, ένα μέτρο το οποίο ευνοεί κατά προκλητικό τρόπο τις μεγάλες επιχειρήσεις που λόγω κερδών πληρώνουν υψηλότερο φόρο, ενώ είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα δημιουργήσει κενό στα δημόσια έσοδα, τα οποία στη συνέχεια θα σημάνουν νέες περικοπές κοινωνικών δαπανών.

Υπάρχει, φυσικά, κι ένα ακόμη ερώτημα που δημιουργείται ακούγοντας τις εξαγγελίες του Α. Σαμαρά, οι οποίες, επιπλέον, περιλάμβαναν πλήρη προστασία στην πρώτη κατοικία, χορήγηση επιδόματος στους υπερήλικους ομογενείς (Πόντιους και Βορειοηπειρώτες), κατάργηση τεκμηρίων διαβίωσης και «πόθεν έσχες» για την πρώτη κατοικία και πολλά ακόμη εξίσου εύηχα: Γιατί όλα αυτά δεν τα εφάρμοσε ο Σαμαράς κι η συγκυβέρνηση από το 2012 μέχρι και το τέλος του 2014, όταν, δηλαδή, μπορούσαν; Τι τους εμπόδισε να τα υλοποιήσουν;  Ή ποιος εγγυάται ότι δεν θα έχουν κι αυτές οι εξαγγελίες την τύχη που είχαν τα περίφημα 18 σημεία της επαναδιαπραγμάτευσης, βάσει των οποίων ζήτησε την ψήφο των εκλογέων τον Ιούνιο του 2012; Κι όταν υφάρπαξε την ψήφο των εκλογέων, με την αμέριστη βοήθεια των Ευρωπαίων, και πάλι τζογάροντας αδίστακτα στον φόβο και τα πιο κτηνώδη ένστικτα, μετά έδρασε σαν να είχε πάρει εν λευκώ εντολή να κυβερνήσει, γράφοντας στα παλαιότερα των υποδημάτων του εξαγγελίες και δεσμεύσεις…

Όλα αυτά είναι που δεν ξεχνούν οι εκλογείς και τον καταδικάζουν να κοιτάει σταθερά την πλάτη του πρώτου κόμματος.

πηγή – επίκαιρα

αναδημοσίευση – βαθύ κόκκινο