39__520x590_illustration101417442812

Του Γ. Τριποταμιανου

Τα τοξικά δάνεια ήταν η αιτία για να ξεκινήσει το 2008 η παγκόσμια οικονομική κρίση . Εκατομμύρια  άνθρωποι  έχασαν  τα σπίτια τους στις ΗΠΑ, ενώ στην Ευρώπη , ο ευρωπαϊκός Νότος  έχει βουλιάξει στην κρίση οδηγώντας εκατομμύρια ανθρώπους στην ανεργία και στην φτώχεια.Όλα δείχνουν ότι η κρίση θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί αν οι τράπεζες έκαναν καλά την δουλειά τους.

Οι περιπτώσεις και στην περίπτωση αυτή δεν είναι λίγες. Ετσι πρόστιμο επτά δισεκατομμυρίων δολαρίων συμφώνησε να πληρώσει η Citigroup, καθώς  κατηγορείται ότι εξαπάτησε τους επενδυτές, πουλώντας τους χρεόγραφα με ενέχυρο στεγαστικά δάνεια αξίας πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων, πριν από την κρίση του 2008.

Τον Οκτώβριο του 2013, η αμερικανική JP Morgan τιμωρήθηκε με πρόστιμο ύψους 13 δισεκατομμυρίων δολαρίων για πώληση «τοξικών» ομολόγων σε κρατικές εταιρείες στεγαστικής πίστης. Σημειώνεται, ότι το σύνολο των ενυπόθηκων τοξικών ομολόγων που πούλησε η JP Morgan, ξεπερνά το 1 τρισεκατομμύριο δολάρια.
Το 2012, στο μάτι του κυκλώνα βρέθηκε η Deutsche Bank.

Η γερμανική τράπεζα, όπως η Goldman Sachs και άλλες, κατηγορήθηκαν ότι κατά τη διάρκεια της στεγαστικής φούσκας παραπλάνησαν τους επενδυτές με τις τιτλοποιήσεις ενυπόθηκων δανείων. Μεταξύ άλλων, αγωγές είχαν καταθέσει το συνταξιοδοτικό ταμείο των εκπαιδευτικών, το συνδικάτο των σιδηροδρομικών υπαλλήλων, η συνεταιριστική τράπεζα του Σαν Φρανσίσκο και άλλοι.

Στις έρευνες συμμετείχαν  πολλές εισαγγελίες των ΗΠΑ. Και τα κατηγορητήρια είχαν όλα την ίδια επωδό: Η Deutsche Bank παραπλάνησε και εξαπάτησε. Η γερμανική τράπεζα διαχειρίσθηκε  περίπου ένα εκατομμύριο κατοικίες. Πολλές από αυτές βγήκαν στο σφυρί.

Υπάρχουν ολόκληρες γειτονίες με άδεια σπίτια, εγκαταλελειμμένα. Οι δήμοι και οι ιδιοκτήτες τους προσπαθούν να βρουν το δίκιο τους, καταθέτοντας αγωγές εναντίον των τραπεζών και μεταξύ αυτών της Deutsche Bank. Και όπως παρατηρεί ο καθηγητής Χρηματοοικονομικών στο New York University, Λόρενς Γουάιτ:

«Συνταξιοδοτικά ταμεία που επένδυσαν τα χρήματα των ασφαλισμένων τους καταθέτουν αγωγές και εναντίον των οίκων πιστοληπτικής αξιολόγησης. Αλλά αυτές οι διαδικασίες διαρκούν πολύ. Ακόμη και εάν δεν προστεθούν νέες αγωγές, εκκρεμούν η επεξεργασία και επίλυση των παλαιοτέρων».

Μια τέτοια υπόθεση στοίχισε και στην Goldman Sachs περίπου 550 εκατομμύρια δολάρια. «Δημιούργησαν ένα χρηματοπιστωτικό προϊόν, στο οποίο ενσωμάτωσαν ενυπόθηκους τίτλους, τους οποίους επέλεξε μια τρίτη πλευρά για να στοιχηματίσει σε βάρος τους. Οι επενδυτές δεν είχαν ιδέα για αυτό», λέει ο κ. Γουάιτ.
Το εν λόγω ενυπόθηκο παράγωγο έφερε το όνομα Abacus. Σύμφωνα με τη σχετική φημολογία και η Deutsche Bank δημιούργησε ένα παρόμοιο προϊόν.

Libor και Εuribor
Η τράπεζα είναι ταυτισμένη με την λέξη : «επιτόκιο». Το Libor, όπως είναι γνωστότερο, υποτίθεται ότι είναι το μέσο επιτόκιο με το οποίο οι μεγαλύτερες και φαινομενικά ασφαλέστερες τράπεζες στον κόσμο μπορούν να δανειστούν η μια από την άλλη. Η χειραγώγηση του Libor επέτρεψε στους διαπραγματευτές να χειριστούν τις χρηματοπιστωτικές αγορές προς όφελός τους. Κατά τη διαδικασία, αλλοίωσαν την πραγματική αξία βασικών οικονομικών εργαλείων, όπως credit default swaps (σ.σ.: τα περίφημα CDS), παράγωγα και στεγαστικές υποθήκες. Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους οι τράπεζες θα ήθελαν να χειραγωγήσουν το επιτόκιο Libor.

Κατά τη διάρκεια της κορύφωσης της χρηματοπιστωτικής κρίσης, οι ρυθμιστικές αρχές στράφηκαν στο Libor για να δουν την αντίληψη της αγοράς, σχετικά με την υγεία των μεγάλων τραπεζών. Μια μεγάλη τράπεζα που αναφέρει ένα χαμηλό επιτόκιο Libor, εκλαμβανόταν ως σαν να ήταν σε θέση να δανειστεί χρήματα από άλλες τράπεζες φτηνά και ως εκ τούτου, θεωρείτο ως ένα ασφαλές μέρος για επενδύσεις.

Για παράδειγμα, όταν οι Αμερικανοί διαπραγματευτές στην Barclays ήθελαν να αυξηθεί το Libor προκειμένου να πάρουν μεγαλύτερο κέρδος σε ορισμένα από τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα τους, απλά ζητούσαν από τους συναδέλφους τους στο γραφείο καθορισμού των επιτοκίων στο Λονδίνο να ωθήσουν τους αριθμούς προς τα επάνω ή προς τα κάτω, ώστε να ταιριάζουν στις ανάγκες τους.

Η Barclays στη συνέχεια υπέβαλλε τεχνητές προσφορές και έπειθε τους ομολόγους της σε άλλες τράπεζες να κάνουν το ίδιο. Έτσι, το σκάνδαλο του Libor είναι στην πραγματικότητα τρία σκάνδαλα σε ένα. Το πρώτο είναι ο τρόπος που οι τράπεζες ανέφεραν τεχνητά χαμηλά επιτόκια Libor στις ρυθμιστικές αρχές. Το δεύτερο είναι, η χειραγώγηση του Libor για κέρδη επί των συναλλαγών. Και το τρίτο είναι η χρήση του Libor για τον προσδιορισμό των επιτοκίων ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων, όταν ένας καλύτερος δείκτης, όπως τα ομόλογα των ΗΠΑ, ήταν άμεσα διαθέσιμος.

Η Ε. Επιτροπή  επέβαλε συνολικά πρόστιμα 1,7 δισεκατομμυρίων ευρώ σε έξι τράπεζες, για συγκρότηση καρτέλ με στόχο τη χειραγώγηση δεικτών επιτοκίων, στην αγορά παραγώγων. Το πρώτο καρτέλ περιλάμβανε τις Barclays, Deutsche Bank, RBS και Société Générale και αλλοίωνε το ύψος του euribor. Η Barclays απαλλάχτηκε, καθώς αποκάλυψε την ύπαρξή του, στην Επιτροπή.

«Το σοκαριστικό στα σκάνδαλα libor και euribor δεν είναι μόνο η χειραγώγηση των δεικτών, που είναι σαφώς πολύ σοβαρό παράπτωμα. Είναι επίσης, η δημιουργία κανονικών καρτέλ μεταξύ των παικτών του χρηματοπιστωτικού συστήματος», δήλωνε ο Χουακίν Αλμούνια, Ε. Επίτροπος Ανταγωνισμού .Στη δεύτερη περίπτωση, οι τράπεζες UBS, RBS, Deutsche Bank, Citigroup και JPMorgan προχωρούσαν σε διμερείς συμφωνίες για τον καθορισμό του libor σε συμβόλαια γεν. Οι δείκτες libor και euribor χρησιμοποιούνται στα συμβόλαια παραγώγων επιτοκίων για προστασία από διακυμάνσεις.

Η HSBC, η Credit Agricole και η JPMorgan κατηγορήθηκαν  για χειραγώγηση των βασικών χρηματοπιστωτικών δεικτών αναφοράς, που συνδέονται με το ευρώ. Σύμφωνα με την αρχή της ευρωπαϊκής επιτροπής, υπάρχει ανησυχία ότι οι τρεις τράπεζες μπορεί να έχουν λάβει μέρος σε σχέδιο συνεννόησης, με στόχο τη διαστρέβλωση της φυσιολογικής πορείας καθορισμού των τιμών για τα παράγωγα που βασίζονται σε επιτόκια του ευρώ. Τον περασμένο Δεκέμβριο επιβλήθηκε πρόστιμο – ρεκόρ, συνολικού ύψους 1,7 δις ευρώ, σε έξι τράπεζες, μεταξύ των οποίων η Deutsche Bank, η Royal Bank of Scotland και η Citigroup για αντίστοιχα αδικήματα.

Συνάλλαγμα 

Τα παιγνίδια με το συνάλλαγμα είναι μία από τις κλασσικές τραπεζικές δραστηριότητες.UBS, Citi, JP Morgan, RBS και HSBC κρίθηκαν ένοχες για χειραγώγηση δεικτών στην αγορά συναλλάγματος. Η έρευνα αφορούσε την περίοδο 2008-2013.

Τα πρόστιμα επέβαλαν η Αρχή Χρηματοοικονομικής Συμπεριφοράς της Μ. Βρετανίας (σύνολο  $1,7 δις), η Επιτροπή Συναλλαγών Futures  Eμπορευμάτων των ΗΠΑ (σύνολο $1,4 δις) και η Αρχή Εποπτείας Χρηματικής Αγοράς της Ελβετίας FINMA (134 εκατομμύρια ελβετικά φράγκα στη UBS). Το μεγαλύτερο πρόστιμο, περίπου 644 εκατομμύρια ευρώ, θα πληρώσει η UBS. Ο γενικός διευθυντής της βρετανικής Αρχής Χρηματοοικονομικής Συμπεριφοράς, Martin Wheatley, δήλωσε:

«Οι traders έβαλαν το προσωπικό τους συμφέρον πάνω από αυτό των πελατών τους, χειραγώγησαν την αγορά ή προσπάθησαν να το κάνουν, καταχράστηκαν την εμπιστοσύνη του κοινού και σίγουρα ημών, των αρχών.

Η αποτυχία των τραπεζών να εφαρμόσουν αποτελεσματικά συστήματα ελέγχου, επέτρεψε στους traders να χειραγωγήσουν παγκοσμίως, τις ισοτιμίες των μεγαλύτερων νομισμάτων. Τέτοια σφάλματα υποσκάπτουν την εμπιστοσύνη της αγοράς και υποσκάπτουν τις προσπάθειες γνήσιας μεταρρύθμισης της τραπεζικής κουλτούρας».

Όπως απέδειξαν 13 μήνες ερευνών, οι traders αντάλλασσαν μεταξύ τους πληροφορίες, μέσω κλειστών chatroom, για τις κινήσεις των πελατών τους, είχαν καθιερώσει συγκεκριμένο κώδικα συνεννόησης και σε πολλές περιπτώσεις χρησιμοποιούσαν την εσωτερική τους πληροφόρηση για να «παίζουν» σε βάρος των πελατών τους.
Από την έναρξή της, πάνω από 30 traders έχουν απολυθεί, παραιτηθεί ή τεθεί σε υποχρεωτική άδεια. Η έρευνα συνεχίζεται για τη Barclays, που αποσύρθηκε από τη διαδικασία συμβιβασμού.

Οι ελβετικές αρχές πριν ένα χρόνο ανακοίνωσαν  ότι, η Επιτροπή Ανταγωνισμού της χώρας θα ερευνήσει τις πρακτικές οκτώ τραπεζών, για να διαπιστώσει αν οι traders έρχονταν σε συνεννόηση, προκειμένου να αλλοιώσουν τους δείκτες ισοτιμιών. Οι τράπεζες που κλήθηκαν να δώσουν εξηγήσεις είναι οι UBS , Credit Suisse, JP Morgan , Citigroup, Barclays, Royal Bank of Scotland, Zuercher Kantonalbank και Julius Baer.

Παράλληλα, η αρμόδια αρχή στη Μ. Βρετανία (Financial Conduct Authority, FCA)  είχε ανακοινώσει  ότι θα επανέλθει στην έρευνα, για να διαπιστώσει αν οι τράπεζες έχουν θέσει σε εφαρμογή μέτρα που θα αποτρέψουν επανάληψη των χειραγωγήσεων στο μέλλον. Ανάλογες έρευνες διεξήχθησαν επίσης σε ΗΠΑ, Γερμανία και Σιγκαπούρη.

 «Παιγνίδια  με την τιμή του χρυσού

Οι διεθνείς τιμές καθορίζονται με βάση ένα  δείκτη που  διαμορφώνεται με βάση τις τιμές που δίνουν οι traders τεσσάρων τραπεζών: Barclays, HSBC, Société Générale και Scotiabank. Το σύστημα όμως, έχει αποδειχθεί διάτρητο και το Παγκόσμιο Συμβούλιο Χρυσού αποφάσισε να παρέμβει. Μάλιστα, πρόστιμο ύψους 26 εκατομμυρίων στερλινών, περίπου 44 εκατομμυρίων δολαρίων επέβαλαν οι αρμόδιες ρυθμιστικές αρχές της Βρετανίας στη Barclays για χειραγώγηση της τιμής του χρυσού.

Δείτε εδώ το 1ο μέρος

από τον paratiritis.gr

σε συνεργασία με το

stokokkino.gr

 

Advertisements