Του Πάνου Κοσμά

Στη «διακεκαυμένη ζώνη» οι πολιτικές εξελίξεις, ύστερα από το «φιάσκο» του Παρισιού. Οι ασφυκτικές πιέσεις των δανειστών στην κυβέρνηση διαμορφώνουν το πλαίσιο είτε αποτροπής είτε «υποδοχής» της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Στην τελική ευθεία και τα σχέδια για εγκλωβισμό του ΣΥΡΙΖΑ στην «εθνική συνεννόηση».

«Το πρόβλημα δεν είναι ούτε το δημοσιονομικό κενό ούτε το ασφαλιστικό ούτε οι διαρθρωτικές αλλαγές ούτε κάτι απ’ όλα αυτά. Το πρόβλημα είναι ότι οι δανειστές έχουν αποφασίσει πως η Ελλάδα χρειάζεται ακόμη το μνημόνιο. Και το έχουν αποφασίσει εξαιτίας της πολιτικής αβεβαιότητας των εκλογών. Γι’ αυτό, δεν είναι ώρα για εκλογές, όπως είπε ο κ. Τσίπρας, αλλά είναι ώρα να βγάλουμε από τη μέση τις εκλογές». Αυτή την εκτίμηση, σε ελεύθερη δική μας απόδοση, παρουσίασε την Πέμπτη 27/11 -εκ της θέσεως του αναλυτή- στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του MEGA ο Γιάννης Πρετεντέρης. Έχει απόλυτο δίκιο ότι οι δανειστές έχουν αποφασίσει παράταση του μνημονίου, έχει όμως άδικο ότι το πρόβλημά τους είναι απλώς οι εκλογές με αφορμή την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας. Το πρόβλημα των δανειστών δεν είναι ότι πρέπει να διαχειριστούν ένα «πρόγραμμα προσαρμογής» που έχει πέσει έξω, αλλά ότι πρέπει να διαχειριστούν μια ιδιάζουσα, οξεία πολιτική κρίση με το παγκοσμίως πρωτότυπο στοιχείο ένα κόμμα της Αριστεράς να βρίσκεται στα πρόθυρα της κυβερνητικής εξουσίας. Κρίση της οποίας οι συνέπειες απειλούν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα της δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Ο Πρετεντέρης, και μαζί μ’ αυτόν ισχυρά κέντρα του συστήματος, ζητούν από τον ΣΥΡΙΖΑ να αυτοκτονήσει πολιτικά, να κάνει «δωρεά σώματος» στο καταρρέον μνημονιακό πολιτικό οικοδόμημα, ώστε να ξεπεράσει την κρίση του. Ο πανικός που δημιουργεί η κατάρρευση της κυβέρνησης κάτω από τα χτυπήματα των δανειστών, πολλαπλασιάζει τους οπαδούς σεναρίων «εθνικής συνεννόησης», αλλά και την πίεση πάνω στον ΣΥΡΙΖΑ να υποταχτεί σε αυτά τα σενάρια.

Αν ο ΣΥΡΙΖΑ παραμείνει σταθερός στις θέσεις του, αν αποκλείσει κατηγορηματικά αυτά τα σενάρια και «απαγορεύσει» στους κόλπους του (ιδιαίτερα στα κεντρικά του στελέχη) «αυτοσχεδιασμούς» πάνω στον καμβά της «εθνικής συνεννόησης», αν αρπάξει την ευκαιρία που του δίνει η ελπιδοφόρα επανενεργοποίηση των κοινωνικών αντιστάσεων, αν διευρύνει και θωρακίσει τη «ΔΕΘ» αντί να υπονομεύει την αξιοπιστία της, αν τονώσει το ηθικό και πολιτικό του πλεονέκτημα αντί να το διαβρώνει ανακυκλώνοντας υποπροϊόντα της κρίσης του μνημονιακού πολιτικού συστήματος και των κομμάτων του, αν προετοιμαστεί για μάχη και όχι για εκλογικό περίπατο, τότε οι τελευταίες απεγνωσμένες προσπάθειες του καταρρέοντος αστικού – μνημονιακού πολιτικού συστήματος και της κυβέρνησής του θα αποδειχτούν απλώς ο θόρυβος πριν την κατάρρευσή τους.

Αυτό είναι το «κλειδί» των πολιτικών εξελίξεων, και το κρατάει γερά στα χέρια του ο ΣΥΡΙΖΑ.

Γιατί ΔΝΤ και Ευρωζώνη θέλουν παράταση του μνημονίου

Οι δανειστές διέλυσαν ένα – ένα όλα τα πλάνα και τις γραμμές άμυνας της κυβέρνησης. Αρχικά, την «καθαρή» έξοδο από το μνημόνιο μέχρι το τέλος του έτους με ταυτόχρονη αποχώρηση του ΔΝΤ. Στη συνέχεια την έξοδο από το παρόν μνημόνιο και την υπαγωγή σε ένα «soft μνημόνιο» στο πλαίσιο της προληπτικής πιστωτικής γραμμής, το «όχι νέα μέτρα με οριζόντιες περικοπές». Δεν κάνουν πίσω σε τίποτε, υποχρεώνοντας την κυβέρνηση είτε να πει «ναι σε όλα», αυτοκτονώντας πολιτικά, είτε να υποβάλει η ίδια αίτημα για παράταση του υπάρχοντος μνημονίου!

Το συμπέρασμα είναι ότι οι δανειστές έχουν αποφασίσει να περάσουν πάνω από τα «κόμματα εξουσίας» στην Ελλάδα (όπως το είπε ο κ. Χαρδούβελης, «το ΔΝΤ δεν ενδιαφέρεται για το ποιος κυβερνά στην Ελλάδα») και να αντιμετωπίσουν την Ελλάδα «σαν χώρα». Είναι φανερό ότι οι αποφάσεις έχουν ληφθεί και τα πράγματα ξεκαθαρίζουν.

Συγκεκριμένα:

Το ΔΝΤ όχι μόνο παραμένει στο ελληνικό πρόγραμμα, αλλά και «καθοδηγεί» τις διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση. Η παραμονή του σηματοδοτεί κατ’ αρχάς μια συμφωνία στους κόλπους της τρόικας όσον αφορά την τακτική στη διαπραγμάτευση με την Ελλάδα – αλλά όχι μόνο.
ΔΝΤ και Ευρωζώνη συμφωνούν ότι πρέπει να επιβληθεί στην Ελλάδα παράταση του μνημονίου, για λόγους πολιτικούς (πολιτικό ρίσκο, δηλαδή το ρίσκο της πολιτικής αστάθειας, δηλαδή ο φόβος της Αριστεράς) και οικονομικούς (χωρίς την «εγγύηση» του μνημονίου οι αγορές δεν θα εμπιστεύονται την Ελλάδα και αυτό θα έχει συνέπειες συνολικότερα στην Ευρώπη) ταυτόχρονα. Είναι φανερό ότι οι δύο αυτοί λόγοι συσσωματώνονται σε ένα πρόβλημα: να μη λειτουργήσει η Ελλάδα σαν επικίνδυνη θρυαλλίδα αποσταθεροποίησης της Ευρωζώνης.

Το ΔΝΤ δεν θέλει να αποχωρήσει από το ελληνικό πρόγραμμα γιατί θέλει να διασφαλίσει τα συμφέροντά του αλλά κυρίως γιατί θέλει να έχει λόγο στις ευρωπαϊκές εξελίξεις. Το ενδιαφέρον του σχετίζεται με ευρύτερους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς αλλά και με το άγχος των ΗΠΑ ότι η Ευρωζώνη μπορεί να συμπαρασύρει σε υποτροπή της κρίσης την παγκόσμια οικονομία. Από την άλλη, η Γερμανία και η Ευρωζώνη συνολικότερα δεν είναι «ώριμες» να πάρουν διαζύγιο με το ΔΝΤ. Η ευρωπαϊκή οικονομία είναι σε δεινή θέση, θεωρείται ο «μεγάλος ασθενής» της παγκόσμιας οικονομίας, γι’ αυτό αποχώρηση του ΔΝΤ από το ελληνικό πρόγραμμα θα έκανε τις αγορές πιο επιθετικές όχι μόνο απέναντι στην Ελλάδα αλλά και απέναντι στην Ευρωζώνη.

Τούτων δοθέντων, το ΔΝΤ και οι Γερμανία – Ευρωζώνη έπρεπε να συγκεράσουν τα εκατέρωθεν συμφέροντα: Το ΔΝΤ απαιτεί «καθαρή λύση» στο ζήτημα του χρηματοδοτικού κενού για να μην εγείρει ζήτημα ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους βάσει της απόφασης του 2012. Η Γερμανία βάζει «κόκκινη γραμμή» το ζήτημα της ελάφρυνσης του χρέους, γιατί θα δημιουργήσει προηγούμενο για άλλες χώρες-μέλη. Και ενώ το κόστος αναδιάρθρωσης του ελληνικού κρατικού χρέους είναι μικρό, δεν ισχύει το ίδιο με την Ιταλία, για την οποία ακόμη και μια ήπια αναδιάρθρωση χρέους (με επιμήκυνση και μείωση επιτοκίου) θα έχει πολύ μεγάλο κόστος. Επιπλέον, οι χώρες που βγήκαν από τα μνημόνια έχουν επίσης πολύ υψηλό χρέος και είναι εύλογο να απαιτήσουν επίσης ελάφρυνση.

Όλα τα διαθέσιμα δεδομένα του τελευταίου διαστήματος οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ωριμάζουν ευρύτερες συναινέσεις, σε ευρωπαϊκό επίπεδο αλλά πιθανότατα και μεταξύ ΔΝΤ και Ευρωζώνης στην εξής κατεύθυνση: Εμβάθυνση της οικονομικής ενοποίησης και περιορισμένη χρήση της «ποσοτικής χαλάρωσης» (τύπωμα χρήματος από την ΕΚΤ), υπό την αυστηρή προϋπόθεση διατήρησης της δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Όπως καταλαβαίνουμε, με αυτά τα δεδομένα δεν πρόκειται να υπάρξει αλλαγή της στάσης των δανειστών. Οι αποφάσεις για την Ελλάδα είναι μέρος συνολικότερων αποφάσεων για την ίδια την Ευρωζώνη.

Τι θέλει να μας πει ο Ντράγκι;

Με μια δήλωση «ειδικού σκοπού», ο επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Μάριο Ντράγκι «έδειξε την πόρτα» σε όσα κράτη-μέλη δεν είναι σε καλύτερη θέση εντός ευρώ απ’ ό,τι αν ήταν εκτός!

«Τα κράτη-μέλη πρέπει να είναι σε καλύτερη θέση μέσα απ’ ό,τι θα είναι έξω από το ευρώ. Εάν υπάρχουν μέρη της ευρωζώνης που είναι χειρότερα εντός της Ένωσης, οι αμφιβολίες ίσως αυξηθούν για το εάν θα έπρεπε τελικά να φύγουν. Το ευρώ είναι -και πρέπει να είναι- αμετάκλητο για όλα του τα κράτη-μέλη, όχι μόνο επειδή το λένε οι Συνθήκες, αλλά διότι χωρίς αυτό, δεν μπορεί να υπάρξει μια πραγματικά ενιαία ένωση. (…) Τώρα δεν είναι ασφαλώς η κατάλληλη στιγμή για εφησυχασμό, ούτε στον τομέα των δημοσιονομικών πολιτικών ούτε αναφορικά με τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις».

Η δήλωση αυτή του Ντράγκι πρέπει να ενταχτεί σε όσα είπαμε παραπάνω και να ερμηνευτεί με διπλό τρόπο:

α. Η δήλωση είναι «φωτογραφική» για την ελληνική περίπτωση και λέει σχεδόν χωρίς περιστροφές ότι «αν νομίζετε ότι μέσα στο ευρώ είστε σε χειρότερη θέση, τότε η πόρτα είναι ανοιχτή»!

β. Ο συνδυασμός αυτής της δήλωσης με τη δήλωση περί διατήρησης της δημοσιονομικής πειθαρχίας και το γενικότερο, «αρχιτεκτονικό» περιεχόμενο των δηλώσεων Ντράγκι για την Ευρωζώνη, προϊδεάζουν σαφώς για το γεγονός ότι η ευρωπαϊκή κρίση γεννά συνολικότερα σενάρια, ακόμη και για Ευρώπη πολλών ταχυτήτων με έναν περιορισμένο ισχυρό πυρήνα.

Το σίγουρο είναι πάντως ότι επιβεβαιώνεται και από τον Μάριο Ντράγκι η πανευρωπαϊκή συναίνεση στη σκληρή λιτότητα και τη δημοσιονομική πειθαρχία – όσοι είχαν ποντάρει στις «ρωγμές» ανάμεσα στο «μερκελισμό» και το ΔΝΤ ή τον Ντράγκι είναι η ώρα να αναγνωρίσουν με γενναιότητα το λάθος τους.

Σενάριο πρώτο: μικρή παράταση του μνημονίου και εκλογές χωρίς συμφωνία με τους δανειστές

Τοποθετώντας έτσι σε γενικές γραμμές το διεθνές πλαίσιο, ας ξαναγυρίσουμε στα δικά μας. Ύστερα από την ψυχρολουσία του Παρισιού, η τελευταία γραμμή άμυνας της κυβέρνησης είναι η «μικρή» (όχι πάνω από 1 μήνα) και «τεχνική» παράταση του μνημονίου για να ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις μέχρι τις αρχές Φεβρουαρίου. Τι όμως θα αλλάξει μέχρι τότε, από τη στιγμή που όλοι συμφωνούν πως οι δανειστές δεν κάνουν ούτε βήμα πίσω και ότι τις διαπραγματεύσεις «καθοδηγεί» το ΔΝΤ που είναι πιο σκληρό απ’ όλους; Τίποτε ουσιαστικό.

Επομένως, η κυβέρνηση θα καταθέσει αίτημα «μικρής – τεχνικής» παράτασης του μνημονίου με ένα και μόνο στόχο: να κερδηθεί λίγος χρόνος ακόμη. Με ποιο σκοπό; Πιθανότατα για να συνεχίσει για λίγο ακόμη τις διαπραγματεύσεις, να τεστάρει τα όρια μιας συμφωνίας με τους δανειστές και όταν πεισθεί ότι μια τέτοια ασυμφωνία ξεπερνάει τα όρια αντοχής της, να πάει σε πρόωρες εκλογές, καλλιεργώντας σύγχυση και κατηγορώντας τον ΣΥΡΙΖΑ σαν υπαίτιο για τη σκληρή στάση των δανειστών αλλά και για πολιτική που βάζει τη χώρα στο στόχαστρο των αγορών. Σε αυτό το σενάριο δεν πρέπει να αποκλειστεί -για να μην πούμε ότι πρέπει να θεωρείται βέβαιο- ότι θα ζήσουμε και ένα «κραχ» στο χρηματιστήριο και τα ελληνικά ομόλογα, ίσως και κάποιας έκτασης bank run, που θα αξιοποιηθεί για μια προπαγάνδα καταστροφολογίας με στόχο τον ΣΥΡΙΖΑ. Μάλιστα, αν πάμε σε τέτοιες εξελίξεις, δεν χρειάζεται καν κάποιος να τα σχεδιάσει όλα αυτά, αφού μια τέτοια εξέλιξη θα αντιμετωπιστεί από τις αγορές μάλλον εχθρικά. Ένας συνδυασμός μιας εχθρικής στάσης των αγορών και κάποιου «σχεδιασμού» από… αρμόδια κέντρα θα είναι σίγουρα πιο αποτελεσματικός. Εξάλλου, το χρηματιστήριο είναι ήδη πολύ χαμηλά και η αγορά των ελληνικών ομολόγων «αβαθής» και εύκολα χειραγωγήσιμη με μικρά ποσά…

Σενάριο δεύτερο: εκδοχές «εθνικής συνεννόησης» και κυβέρνησης «ειδικού σκοπού»

Το δεύτερο σενάριο είναι πιο επιθυμητό από ισχυρά τμήματα του εγχώριου -και όχι μόνο- κατεστημένου και είναι το σενάριο της «εθνικής συνεννόησης», με συναινετική εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας και εκλογές «σε σύντομο χρόνο». Η συνάρτηση αυτού του «σύντομου χρόνου» με το χρόνο παράτασης του μνημονίου πρέπει να θεωρείται βέβαιη… Το σενάριο αυτό διασώζει τον Σαμαρά με υποτιθέμενο αντάλλαγμα τις εκλογές και άρα την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Και δυστυχώς σε αυτή την καθαρή μορφή του το διατύπωσε δημόσια μόνο ο Γιώργος Σταθάκης! Υποτίθεται ότι αποσκοπεί σε μια «βελούδινη», «ομαλή» και «πολιτισμένη» κυβερνητική αλλαγή, αλλά είναι το καλύτερο που θα μπορούσε να φανταστεί το σύστημα και ό,τι πιο καταστροφικό για τον ΣΥΡΙΖΑ, την Αριστερά συνολικότερα και το κίνημα! Για τους εξής λόγους:

Δίνει το χρόνο στον Σαμαρά να ολοκληρώσει μια διαπραγμάτευση της οποίας τα αποτελέσματα ο ΣΥΡΙΖΑ έχει δεσμευτεί ότι θα ακυρώσει!

Βγάζει από τη δεινή θέση την κυβέρνηση, δίνοντάς της ανάσα ζωής και χρόνο ανασύνταξης, με την αξιοποίηση μάλιστα της συναίνεσης του ΣΥΡΙΖΑ.

Θολώνει τη διαχωριστική γραμμή «μνημόνιο – αντιμνημόνιο» και καταστρέφει το ηθικό και πολιτικό πλεονέκτημα του ΣΥΡΙΖΑ, βάζοντάς τον στο κάδρο του «επίσημου» πολιτικού συστήματος.
Υπονομεύει την εκλογική δυναμική του ΣΥΡΙΖΑ, απομακρύνει την αυτοδυναμία και εκθέτει τον ΣΥΡΙΖΑ σε καταστροφικά σενάρια κυβερνήσεων συνεργασίας με τους ΑΝΕΛ ή και το ΠΑΣΟΚ.
Δεν μπορεί καν να διασφαλίσει ότι θα γίνουν «σύντομα» εκλογές, αφού δεν υπάρχουν αξιόπιστοι «εγγυητές» γι’ αυτό, οι δε αφορμές για διαρκή διολίσθηση του χρόνου διεξαγωγής τους, ώστε να γίνουν την κατάλληλη για τους μνημονιακούς στιγμή, μπορούν εύκολα να κατασκευαστούν ή να εφευρεθούν.

Προκαλεί το πολιτικό αισθητήριο του κόσμου της Αριστεράς και του κινήματος, που θα βγάλει το συμπέρασμα ότι ο ΣΥΡΙΖΑ φοβάται να αναλάβει την ευθύνη να αποτελειώσει πολιτικά μια ετοιμόρροπη κυβέρνηση, ψάχνει προκαταβολικά σχήματα συμβιβασμού με το μνημόνιο και άλλοθι γι να αποφύγει τη μεγάλη ανατροπή.

Δίνει τη συναίνεσή του για εκλογή ενός προέδρου της Δημοκρατίας, με βάση τη σημερινή κυβερνητική πλειοψηφία, που υπονομεύει ευθέως τη συσπείρωση που ρητά επιδιώκει για τους 121 της «αποτροπής» και ο οποίος σε κρίσιμες στιγμές μπορεί να υπονομεύσει τον ΣΥΡΙΖΑ ή μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.
Καταγράφει τον ΣΥΡΙΖΑ να αδιαφορεί για την παράταση του βίου και των πεπραγμένων της πιο αντιλαϊκής κυβέρνησης μετά τη χούντα μόνο και μόνο για να εξασφαλίσει «σύντομα» εκλογές.

Εν ολίγοις, πιο ολοκληρωτική πολιτική καταστροφή δεν θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς! Είναι αυτό που βλέπουν στα καλύτερά τους όνειρα οι μνημονιακοί στην Ελλάδα και διεθνώς: μια πολιτική αυτοκτονία του ΣΥΡΙΖΑ που θα τους απαλλάξει από το μεγάλο βραχνά! Η μόνη ιδέα που θα μπορούσε να την εμπνεύσει, είναι εντελώς «άρρωστη» πολιτικά: να βγάλει ο Σαμαράς τη «βρόμικη δουλειά» της ολοκλήρωσης του τρέχοντος μνημονίου, για να διαχειριστεί ο ΣΥΡΙΖΑ (αν, υπ’ αυτούς τους όρους, κερδίσει τις εκλογές…) ένα πιο ήπιο, «soft μετα-μνημόνιο».

Επειδή όμως μια τέτοια πολιτική αυτοκτονία θα ήταν αντάξια της σκηνοθεσίας των Μόντι Πάιθονς, και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να αυτοκτονήσει με τόσο άδοξο τρόπο παρά τις φιλότιμες προσπάθειες κάποιων, τμήματα του συστήματος ετοιμάζονται να προσφέρουν και ένα ακόμη «αντάλλαγμα»: την ανατροπή των Σαμαρά – Βενιζέλου, μια μεταβατική κυβέρνηση «ειδικού σκοπού» που θα ολοκληρώσει τη διαπραγμάτευση για το κλείσιμο του παρόντος μνημονίου, το άνοιγμα της συζήτησης για τη «μεταμνημονιακή» επιτήρηση και το χρέος και ύστερα εκλογές. Παρά το «αντάλλαγμα» ή μάλλον εξαιτίας αυτού, αυτή η εκδοχή «εθνικής συνεννόησης» είναι ακόμη πιο επικίνδυνη, αφού το βάθος της συνενοχής και συναίνεσης στο μνημονιακό πλαίσιο είναι πολύ μεγαλύτερο και η πολιτική «χρέωση» πολύ βαθύτερη. Αν το πρώτο σενάριο ισοδυναμεί με ηθελημένη πολιτική αυτοκτονία, το δεύτερο ισοδυναμεί με πολιτική αυτοκτονία μέσα από βίαιη και βαθιά πολιτική μετάλλαξη.

Η αστική τάξη πιθανόν τώρα να διχαστεί, ανάμεσα σε αυτούς που θα στηρίξουν την κυβέρνηση Σαμαρά και το πρώτο σενάριο και αυτούς που θα στηρίξουν το δεύτερο σενάριο. Είναι επίσης πιθανό να δουλευτούν και τα δύο ταυτόχρονα, και η τελική επιλογή να γίνει ανάλογα με τις εξελίξεις. Με δεδομένη τη στάση της τρόικας όμως και τα σημάδια κατάρρευσης της κυβέρνησης, είναι υποχρεωτική διαδρομή να «τεσταριστούν» οι αντοχές του ΣΥΡΙΖΑ στις πιέσεις για «εθνική συνεννόηση». Γι’ αυτό, όλα τα «σφυριά» τώρα θα χτυπήσουν εκεί. Οι πολιτικές εφεδρείες και πολιτικές λύσεις για την αστική τάξη έχουν στενέψει δραματικά και δεν πρόκειται να συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι θα περιμένει να δει την κυβέρνηση να καταρρέει και τον ΣΥΡΙΖΑ να έρχεται «έτσι απλά»! Θα δώσει τη μάχη του εγκλωβισμού του ΣΥΡΙΖΑ με όλες της τις δυνάμεις και ύστερα θα απολογίσει τα κέρδη της από αυτή την «επιχείρηση» και θα προσαρμόσει ανάλογα την τακτική της.

Ο ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο πρέπει να κλείσει «πόρτες και παράθυρα» σε αυτά τα σενάρια, αλλά πρέπει να τα καταγγείλει ανοιχτά. Οποιοδήποτε «φάλτσο» πάνω σε αυτό το κεντρικό ζήτημα, ειδικά μάλιστα από κεντρικά στελέχη, θα είναι εγκληματικό και θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως τέτοιο!

«Στον πόλεμο όπως στον πόλεμο»!

Ύστερα από το ΔΝΤ, τον Σόιμπλε και τον Ντράγκι, ήρθαν και τα funds να «πουν» το ίδιο πράγμα στους Γ. Σταθάκη και Γ. Μηλιό στις συναντήσεις στο Λονδίνο: Όλα αυτά που πρεσβεύετε δεν θα γίνουν αποδεκτά από τους δανειστές. Οπότε, έχετε… Plan B;!

Οι άνθρωποι αυτοί έχουν μάθει στον ωμό ρεαλισμό γιατί δεν έχουν συνηθίσει να χάνουν τα λεφτά τους εξαιτίας μη ρεαλιστικών προσδοκιών. Καλό είναι να μάθουμε κι εμείς να είμαστε ρεαλιστές. Ρεαλισμός δεν είναι οι αυταπάτες ότι θα πετύχουμε ανατροπή της λιτότητας και διαγραφή του χρέους με τη σύμφωνη γνώμη των δανειστών (αυτό είναι απολύτως ουτοπικό!), αλλά η συνείδηση ότι αν εννοούμε να υλοποιήσουμε το πρόγραμμά μας, αυτό συνεπάγεται σύγκρουση με την ελληνική αστική τάξη, την Ευρωζώνη και το διεθνές σύστημα.

Οι τελευταίες εξελίξεις συνιστούν εκκωφαντική διάψευση των αυταπατών ότι ένας ιστορικός συμβιβασμός με την ελληνική αστική τάξη και το διεθνές σύστημα, που θα μας επιτρέψει να ασκήσουμε μια φιλολαϊκή «διακυβέρνηση» με χαρακτηριστικά win-win (πολιτική από την οποία θα κερδίζουν όλες οι τάξεις και όλοι οι «ενδιαφερόμενοι») είναι εφικτός. Το δίλημμα είναι αμείλικτο: πλήρης υποταγή ή σύγκρουση!

Η σύγκρουση όμως προϋποθέτει τις ανάλογες πολιτικές επιλογές και προετοιμασία γι’ αυτήν! Το να μετεωριζόμαστε αμφιταλαντευόμενοι ανάμεσα σε έναν ανέφικτο συμβιβασμό (που, αν επιχειρηθεί, θα ισοδυναμεί με πολιτική αυτοκτονία, διάσπαση-διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ και μετατροπή της ελληνικής Αριστεράς και του ελληνικού κινήματος σε «μαύρη τρύπα» χειρότερη και από αυτή της Ιταλίας) και μια αναπόφευκτη σύγκρουση που ξορκίζουμε στρουθοκαμηλίζοντας, είναι συνταγή καταστροφής.

Το να μη συνειδητοποιούμε ότι η επιμονή στο πρόγραμμά μας, η επιμονή έστω και μόνο στις δεσμεύσεις στη ΔΕΘ, μας οδηγεί σε σύγκρουση και το να μην προετοιμαζόμαστε γι’ αυτήν, είναι πολιτικός τυχοδιωκτισμός! Διότι δεν είναι τίποτε άλλο παρά τυχοδιωκτισμός το να οδηγήσουμε τον κόσμο απροετοίμαστο και αποκοιμισμένο σε μια σκληρή σύγκρουση με τα «σκυλιά» του ντόπιου και διεθνούς συστήματος.

Καθαρές επιλογές νίκης

Αυτή η προετοιμασία προϋποθέτει καθαρές πολιτικές επιλογές, που πρέπει να γίνουν «εδώ και τώρα»:

1. Αυτοδυναμία στη Βουλή – δύναμη και ενότητα στο δρόμο:

Είναι οι δύο αδιαχώριστες πλευρές της τακτικής μας. Οι πολύτιμες ενδείξεις ανάκαμψης του κινήματος (μαθητές, φοιτητές, Σκουριές, γενική απεργία) από τη μια και η αναπτέρωση των λαϊκών ελπίδων από τις δεσμεύσεις μας στη ΔΕΘ, είναι οι δύο πυλώνες πάνω στους οποίους πρέπει να χτίσουμε συστηματικά την προοπτική της νίκης. Μόνο με ένα τέτοιο συνδυασμό θα οδηγήσουμε σε πολιτική «ασφυξία» τη μνημονιακή κυβέρνηση και θα δώσουμε την τελική ώθηση για την ανατροπή της. Οι «μαύρες» προφητείες ότι το «κίνημα δεν τραβάει», που στήριζαν «ρεαλιστικές προσαρμογές» στη δικαιολογία ότι χωρίς κίνημα ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να κάνει «πολλά», διαψεύδονται. Οι συνάψεις ανάμεσα στην πολιτική αδιαλλαξία στους στόχους, την καθαρότητα στην τακτική και τη συστηματική δουλειά στο κίνημα μπορούν και πρέπει να αποκατασταθούν. Σε αυτό το πλαίσιο, ο εκλογικός στόχος πρέπει να είναι η αυτοδυναμία. Η έκκληση για την ενότητα των δυνάμεων της Αριστεράς πρέπει να συμβαδίζει με την έκκληση για αυτοδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να αποκρουστούν τα σενάρια και οι πιέσεις για συμμαχικές κυβερνήσεις με το ΠΑΣΟΚ, το Ποτάμι ή τους ΑΝΕΛ.

2. Διεύρυνση και θωράκιση της «ΔΕΘ»:

Συμφωνήσαμε ότι η «ΔΕΘ» είναι μόνο ένα μέρος από το πρόγραμμά μας. Ακόμη σημαντικότερο κι απ’ αυτό όμως είναι ότι η «ΔΕΘ» μας υπέδειξε το δρόμο για την πολιτική ανατροπή: η αναπτέρωση των ελπίδων και η ανανέωση των δεσμών με την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα, που έφεραν και το μεγάλο δημοσκοπικό προβάδισμα, δείχνουν ότι δεν υπάρχει πλαφόν στην πολιτική μας επιρροή, με την προϋπόθεση ότι θα βαδίσουμε αταλάντευτα σε αυτό το δρόμο. Σε αυτό το πλαίσιο, η «ΔΕΘ» πρέπει να διευρυνθεί, με γνώμονα πάντα το ταξικό στοιχείο, δηλαδή την επεξεργασία μέτρων που ανταποκρίνονται στις άμεσες και πιεστικές ανάγκες του κόσμου της εργασίας. Και, παράλληλα, να θωρακιστεί, με ξεκαθάρισμα των κεντρικών επιλογών (διαγραφή χρέους, κοινωνικοποίηση των τραπεζών κ.λπ.) που την κάνουν εφικτή και υλοποιήσιμη.

3. Με την εργατική τάξη, τη νεολαία και τον κόσμο της γενικής απεργίας – όχι με την Τζάκρη και τη Γιαταγάνα:

Πρέπει να επιλεγεί με σαφήνεια η «μέθοδος» για την ανατροπή της κυβέρνησης. Είναι η ανανέωση και εμβάθυνση των δεσμών μας με τα λαϊκά στρώματα, με τη στροφή στο κίνημα, την εμπέδωση και διεύρυνση της «ΔΕΘ» και την απόκρουση των σεναρίων «εθνικής συνεννόησης». Η «στροφή στο Κέντρο» και η ανακύκλωση φθαρμένων «υλικών»-υποπροϊόντων της κρίσης του μνημονιακού συστήματος, η συμμετοχή του ΣΥΡΙΖΑ στο «παζάρι» των μεταγραφών και του «υπέρ – κατά» της εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας με βάση τα «ανταλλάγματα» δεν μας πάει πιο κοντά στο στόχο ανατροπής της μνημονιακής κυβέρνησης αλλά αντίθετα συντηρεί τις ελπίδες της μνημονιακής κυβέρνησης. Για τρεις λόγους: α. Διότι στο επίπεδο των «ανταλλαγμάτων» και του «παζαριού» η κυβέρνηση έχει πιο ισχυρά όπλα από τον ΣΥΡΙΖΑ και επίσης καμία αναστολή να χρησιμοποιήσει και «βρόμικα μέσα». β. Γιατί αυτού του τύπου τα παζάρια και οι «μεταγραφές» θολώνουν την πολιτική φυσιογνωμία του ΣΥΡΙΖΑ, υποσκάπτουν το κύρος του, ενισχύουν την απαξιωτική προπαγάνδα ότι «ο ΣΥΡΙΖΑ εγκολπώνεται τα λαμόγια του χθες», εν τέλει κάνουν μεγάλη ζημιά όχι μόνο πολιτική αλλά και εκλογική. γ. Γιατί αυτού του τύπου οι «μεταγραφές» με αντάλλαγμα πολιτικούς ρόλους (βουλευτικές έδρες ή και θέσεις στο υπουργικό συμβούλιο ή στον κρατικό μηχανισμό) εγγράφουν βαριές υποθήκες για μελλοντική ομηρεία της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ από ανθρώπους με -τουλάχιστον- ευλύγιστη συνείδηση.

Εν τέλει, ο δρόμος για την ανατροπή της κυβέρνησης είναι να γίνει ασφυκτική η πολιτική πίεση πάνω της και η σαρωτική η δυναμική του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να καταρρεύσει. Το στοιχείο της πολιτικής κατάρρευσης και όχι το μεταγραφικό παζάρι» είναι που θα εν ισχύει τις τάσεις φυγής από το μνημονιακό στρατόπεδο.

4. Το Plan B είναι απαραίτητο, αλλά δεν είναι πανάκεια:

Σε αυτές τις συνθήκες, το περιβόητο Plan B είναι εντελώς απαραίτητο. Για προφανείς λόγους προετοιμασίας εναλλακτικών λύσεων ώστε να μη χαθεί πολύτιμος χρόνος και να μην επικρατήσει παραλυτική σύγχυση όταν η αναπόφευκτη σύγκρουση ξεσπάσει. Πράγματι, δεν πρέπει να είναι δημοσιοποιημένο – τουλάχιστον όχι στις «διαβαθμισμένες» πτυχές και λεπτομέρειές του. Είναι απαραίτητη όμως η δημόσια έκκληση στον κόσμο να συμμετάσχει στον αγώνα για την υλοποίηση του προγράμματός μας – και όχι μόνο με την ψήφο του. Είναι απαραίτητο να δηλώσουμε δημόσια και καθαρά ότι η υλοποίηση αυτού του προγράμματος προϋποθέτει ρήξεις και συγκρούσεις και ότι δεν μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς τη μαζική κινητοποίηση του κόσμου. Είναι απαραίτητο να δηλώσουμε ότι είμαστε έτοιμοι «διά παν ενδεχόμενο».

Σε αυτό το πλαίσιο, το Plan B πρέπει να εδράζεται αυτονόητα στη βεβαιότητα ότι η ρήξη με τους δανειστές είναι αναπόφευκτη και ότι θα χρησιμοποιήσουν απέναντί μας όλα τα διαθέσιμα όπλα πίεσης ή και εκβιασμού. Πάνω απ’ όλα, το Plan B είναι η δέσμευσή μας στην υλοποίηση του προγράμματός μας.

Όμως, ταυτόχρονα, δεν πρέπει να φετιχοποιούμε το Plan B. Δεν είναι μια «μαγική συνταγή» που θα μας σώσει αλλά η συγκέντρωση προϋποθέσεων για να δώσουμε αποτελεσματικότερα τον αγώνα. Όλα θα κριθούν με την πάλη, και το Plan B είναι μόνο ένα μέρος της προετοιμασίας γι’ αυτήν. Δεν είναι ένα «άλλο» πρόγραμμα, «άλλες» συμμαχίες, «άλλοι» στόχοι, αλλά προετοιμασία και τακτικές επιλογές για να υλοποιήσουμε «αυτό» το πρόγραμμα, μες «αυτές» τις συμμαχίες, γι’ «αυτούς» του στόχους.

Με αυτή την έννοια, το Plan B δεν είναι παρά το Plan A σε συνθήκες πάλης, δηλαδή στις μόνες ρεαλιστικές συνθήκες! Δεν υποκαθιστά την ταξική πάλη, απλώς διευκολύνει το να είμαστε αποτελεσματικοί σε αυτήν.

Επιμύθιο:

Από το 2012 και μέχρι σήμερα, χάθηκαν πολύτιμος χρόνος και πολύτιμοι πόροι στο βωμό της αυταπάτης για ιστορικό συμβιβασμό με το σύστημα και της τακτικής του «ώριμου φρούτου». Στο πλαίσιο αυτό, το μόνιμο άλλοθι ότι «το κίνημα δεν τραβάει» σε μεγάλο βαθμό είχε το χαρακτήρα αυτοεκπληρούμενης προφητείας. Τώρα, όμως, οι αυταπάτες για ιστορικό συμβιβασμό καταρρέουν οριστικά! Στο σκληρό δίλημμα που μας βάζει ο αντίπαλος και η πραγματικότητα «Πλήρης υποταγή ή σύγκρουση» η απάντηση είναι αυτονόητη.

Ας προετοιμαστούμε λοιπόν! Και ας βαδίσουμε σε αυτήν με αυτοπεποίθηση και όχι με «λυμένα γόνατα», με καθαρό σχέδιο νίκης, στηριγμένοι στις εφεδρείες της εργατικής τάξης, των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, της νεολαίας, του κόσμου της Αριστεράς, που κάθε άλλο παρά έχουν εξαντληθεί!

Πηγή – rproject