keja1-1200x500

Συνέντευξη στην

Η Kajsa Ekis Ekman είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας από τη Σουηδία. Στην Ελλάδα το όνομά της έγινε γνωστό έπειτα από τη συνέντευξη που πήρε στον αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, Αλέξη Τσίπρα την περασμένη άνοιξη, ενώ στη χώρα της φημίζεται για την ακτιβιστική της δράση. Πρόσφατα η ίδια παρουσιάζοντας την “Κλεμμένη Άνοιξη” στο κέντρο της Αθήνας ολοκλήρωσε την αποστολή της. Το βιβλίο της πραγματεύεται την ελληνική κρίση αναδεικνύοντας τη δεινή κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ο ελληνικός λαός ακολουθώντας την αυστηρή πολιτική των μνημονίων. Διεξάγοντας λεπτομερή έρευνα για τα λεγόμενά της και βιώνοντας το πρόβλημα της κρίσης εκ των έσω, η Kajsa Ekis Ekman μιλά στα Pints.gr για την άνοδο της ακροδεξιάς, τις πολιτικές της Ευρώπης, το όραμα της Αριστεράς. Η συζήτηση μαζί της ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.

Τόσο στη χώρα σας όσο και στο εξωτερικό φημίζεστε για την ακτιβιστική σας δράση. Το όνομα σας είναι άμεσα συνδεδεμένο με τις ιδέες του φεμινισμού, της μαρξιστικής θεωρίας και του ανθρωπισμού. Πού οφείλεται η τόσο ενεργή σας δράση όσον αφορά τα συγκεκριμένα θέματα;

Πρώτα απ’ όλα είμαι συγγραφέας. Αγαπώ τις λέξεις και την τέχνη της σύνδεσής τους. Η μυθοπλασία (φαντασία) και η πεζογραφία (μη φαντασία) αποτελούν δύο εντελώς διαφορετικές μορφές γραφής. Στην μυθοπλασία, μεγάλη σημασία έχει η δημιουργία πλοκής και η ροή του λόγου, πράγματα που εννοούνται, παρότι δεν είναι άμεσα εμφανή, απαραίτητα όμως για να προκληθεί ένταση στον αναγνώστη. Στην πεζογραφία αντίθετα, στόχος του συγγραφέα είναι η σαφήνεια. Το να εξηγούνται πράγματα μέσω της λογικής και ακολουθώντας σαφή χρονολογική σειρά. Πιστεύω πως ο Μαρξισμός είναι μια από τις λογικότερες θεωρίες στη διάθεση μας για την κατανόηση του καπιταλισμού. Δεν έχει σημασία αν είσαι υπέρ ή κατά του καπιταλισμού: παραμένει ο καλύτερος τρόπος (sic: ο Μαρξισμός) για να τον εξηγήσεις. Όπως ακριβώς και τον Φεμινισμό. Με ελκύουν οι θεωρίες που εκθέτουν συστήματα. Γι’ αυτό το λόγο τάσσομαι εναντίον του μεταμοντερνισμού, διότι προκαλεί ασάφεια και περιπλέκει.

Το βιβλίο σας “Κλεμμένη Άνοιξη” βλέπει το φως της δημοσιότητας έχοντας στόχο να παρουσιάσει μια διαφορετική πραγματικότητα για το ελληνικό πρόβλημα από αυτή τουλάχιστον που είναι διαδεδομένη. Ποια στ’ αλήθεια η κυρίαρχη τάση των ξένων σχετικά με τους Έλληνες;

Είναι πράγματι ενδιαφέρον το ότι διαχωρίζεις τους Έλληνες από τους Ευρωπαίους. Ξέρεις, αυτό κάνουμε κι εμείς στη Σουηδία – όταν για παράδειγμα πρόκειται να ταξιδέψουμε στη Γαλλία, συνηθίζουμε να λέμε πως πηγαίνουμε “στην Ευρώπη”, λες και δεν ανήκουμε ήδη σ’ αυτή. Όπως και να ‘χει, η ερώτησή σου θα έπρεπε να έχει διατυπωθεί πριν μια δεκαετία. Φαίνεται η αποτυχία της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και του προγράμματος εφαρμογής κοινού νομίσματος. Δέκα χρόνια πριν, υποτίθεται πως θα γινόμασταν μια μεγάλη οικογένεια, όλοι μιλούσαν για Ευρωπαϊκό Πνεύμα, φοιτητές Erasmus και πάει λέγοντας. Προφανώς η αλήθεια απείχε -ακόμα και τότε- από αυτή την εικόνα, η Ευρώπη χαρακτηριζόταν από τεράστια ανισορροπία ισχύος, η οποία απλά δεν ήταν άμεσα αντιληπτή. Τώρα έχει πλέον έρθει στην επιφάνεια. Μόλις ξέσπασε η κρίση, οι κυρίαρχες τάξεις της Ευρώπης, κυρίως αυτοί με μεγάλη οικονομική ισχύ, οι πρωτεργάτες της Νομισματικής Ένωσης και οι Γερμανοί πολιτικοί, αναζητούσαν αποδιοπομπαίους τράγους, έτσι ώστε να αποκρύψουν τις πραγματικές ευθύνες τους. Φόρτωσαν λοιπόν το πρόβλημα στην ελληνική εργατική τάξη. Ίσως ακούγομαι σαν σκληροπυρηνικό μέλος του ΚΚΕ τώρα, αλλά αυτή ακριβώς είναι η αλήθεια. Κατηγορώντας ως υπαίτιους της κρίσης τα ίδια πρόσωπα που θα πλήρωναν γι’ αυτή, αντί για εκείνους οι οποίοι την προκάλεσαν, κατάφεραν να αποτρέψουν τον υπόλοιπο Ευρωπαϊκό πληθυσμό από το να νιώσει αλληλεγγύη. Δυστυχώς, η πρακτική τους αυτή λειτούργησε ως ένα βαθμό. Στη Σουηδία υπάρχουν κάποιοι που πιστεύουν πως ο ελληνικός λαός ευθύνεται για τα όσα αντιμετωπίζει. Δέχομαι ωστόσο όλο και περισσότερο e-mail από ανθρώπους οι οποίοι κατανοούν τη βαρύτητα της κατάστασης και ρωτούν με ποιο τρόπο θα μπορούσαν να βοηθήσουν, παραχωρώντας εμβόλια και φάρμακα.

Κατά πόσο εντοπίζετε διαφορές στο σημερινό ελληνικό γίγνεσθαι σε σύγκριση με αυτό πριν από δύο χρόνια;

Ναι, πλέον υποτίθεται πως η κρίση παρήλθε. Θα έλεγα βέβαια ότι μόνο ο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης του ευρώ παρήλθε τελικά. Η χώρα θα παραμείνει χρεωμένη για αρκετά ακόμα χρόνια και τα ποσοστά της ανεργίας, οι συνθήκες διαβίωσης, είναι χειρότερες. Απλά συνήθισαν να ζουν έτσι οι άνθρωποι. Αυτό που τότε αποκαλούσαμε κρίση είναι τώρα αποδεκτό ως καθημερινότητα. Τα ευρωπαϊκά ΜΜΕ δεν προβάλουν την Ελλάδα τόσο συχνά αυτές τις μέρες, έτσι ο κόσμος εκτιμά πως η κατάσταση θα έχει λογικά βελτιωθεί. Το καλό είναι πως η φοβία γύρω από την Ελλάδα σιγά σιγά διαλύεται, αυτό είναι σίγουρα θετικό. Οι πολιτικές δυνάμεις που επωφελούνται από το κλίμα φόβου, δεν είναι άλλες από την άκρα δεξιά και την άκρα αριστερά. Τώρα πια δεν τους απέμειναν και πολλά για να εκμεταλλευτούν. Το κακό βέβαια είναι πως διαλύεται και η ελπίδα και η αριστερά βασίζεται σ’ αυτή. Μένει να δούμε πως θα εξελιχθούν τα πράγματα στο τέλος.

Η εμπειρία σας σχετικά με το κίνημα των Αγανακτισμένων; Συναισθήματα, ιδέες, σκέψεις…

Οι αγανακτισμένοι ήταν ένα εξαιρετικό κίνημα. Αποτέλεσαν προϊόν λαϊκής αμεσότητας, ήταν μια κίνηση ευρεία και ελπιδοφόρα. Σ’ αυτή συμμετείχαν άνθρωποι απ’ όλες τις κοινωνικές τάξεις και τους πολιτικούς χώρους. Το κλίμα στο Σύνταγμα ήταν σχεδόν ευφορικό, λες και ολόκληρο το κοινοβούλιο επρόκειτο να εκκενωθεί ανά πάσα στιγμή από ελικόπτερα. Είδαμε αντίστοιχα πράγματα πολλές φορές, στην Πράγα, το Σηάτλ, τη Γένοβα, κατά τη διάρκεια των γεγονότων της Αραβικής Άνοιξης, αργότερα στο πάρκο Γκεζί και πρόσφατα στο Χονγκ Κονγκ. Κάθε κίνημα όμως πρώτα εγείρεται, στη συνέχεια επεκτείνεται στις πλατείες, μέχρι που τελικά πεθαίνει. Πρόσεξε, οι παλιοί επαναστάτες γνώριζαν πως το σημαντικότερο δεν είναι να είσαι ιδεολόγος, αλλά να έχεις χαράξει στρατηγική. Μόνο έτσι μπορείς να βγεις νικητής.

Δεν είναι λίγοι οι οικονομολόγοι που υποστηρίζουν πως η “εσωτερική υποτίμηση” που πλήττει την Ελλάδα είναι το φυσικό επακόλουθο της “ανεύθυνης” εσωτερικής ανατίμησης που σημειώθηκε τη δεκαετία της ΟΝΕ. Ποια η γνώμη σας; Θα μπορούσε θεωρείτε κάτω υπό κάποιες συνθήκες το συγκεκριμένο καθεστώς να οδηγήσει στην ανάπτυξη ή πρόκειται για μια εξ’αρχής άδικη πολιτική;

Πρώτα απ’ όλα, αυτό που τόσο διπλωματικά αποκαλείται “εσωτερική υποτίμηση”, σημαίνει στην πράξη περικοπή των μισθών σε τέτοιο σημείο, όπου οι εργαζόμενοι μόλις που θα μπορούν να επιβιώσουν με όσα κερδίζουν. Σημαίνει επίσης περικοπές στα κονδύλια των νοσοκομείων, μέχρι αυτά να μην διαθέτουν εμβόλια και φάρμακα, ή την δυνατότητα να φιλοξενήσουν ασθενείς. Σημαίνει ακόμα και ότι το παιδί σου δεν θα έχει φαγητό στο σχολείο, καθώς και ότι θα αναγκάζεσαι να υπομείνεις τον πόνο ενός χαλασμένου δοντιού για μήνες μιας και δεν θα σου περισσεύουν χρήματα για την αμοιβή του οδοντιάτρου. Το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται μια χώρα σε κρίση, είναι τέτοιες περικοπές. Όπως απέδειξαν οι Stuckler και Basu στο τελευταίο βιβλίο τους, κατά τη διάρκεια μιας οικονομικής κρίσης αυξάνονται τα περιστατικά προβλημάτων υγείας, έτσι είναι αναγκαία η διάθεση περισσότερων πόρων στο σύστημα περίθαλψης. Το πρώτο που πρέπει να κάνεις όταν αντιμετωπίζεις μια κρίση, είναι να παύσεις την πληρωμή χρεών. Οι τράπεζες δεν είναι σημαντικότερες από τους ανθρώπους. Επιπλέον, η λιτότητα αποτελεί κακή οικονομική πολιτική. Σκέψου όλες αυτές τις εταιρείες που χρεοκόπησαν το τελευταίο διάστημα, μόνο και μόνο επειδή έχει περιοριστεί η κατανάλωση αγαθών. Κάποιες απ’ αυτές ήταν οικογενειακές επιχειρήσεις και δραστηριοποιούνταν για χρόνια.

Σχετικά με τη νομισματική ένωση: Εκτιμώ πως πρέπει να αποφύγουμε ηθικολογίες, ας μη μιλήσουμε λοιπόν για ανευθυνότητα. Αδιαμφισβήτητα οι χώρες του Νότου υιοθέτησαν το ευρώ με εξαιρετικά υψηλή συναλλαγματική ισοτιμία. Αυτό πρακτικά ισοδυναμεί με ανατίμηση, όπως κατ’ αντιστοιχία η Γερμανία στην πραγματικότητα προχώρησε σε μια εικονική υποτίμηση του νομίσματός της εγκαταλείποντας το ισχυρό μάρκο για το ευρώ. Έτσι οι χώρες του πυρήνα της Ευρωζώνης έγιναν ανταγωνιστικότερες, ενώ την ίδια στιγμή η περιφέρεια έχασε το πλεονέκτημα του φτηνού συναλλάγματος. Αυτές οι οικονομίες προσέφυγαν στο δανεισμό λοιπόν, προκειμένου να καλύψουν κατ’ αυτό τον τρόπο την έλλειψη εσόδων από εξαγωγές προϊόντων.

Θα σταθώ στα λόγια του υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη της Ελλάδας, Νίκου Δένδια. Πριν από μήνες ο ίδιος αναφερόμενος στο ζήτημα της μετανάστευσης, είχε κάνει λόγο για “ποιοτικότερους”, ως προς το επίπεδο, μετανάστες στη Σουηδία. Υφίσταται ο διαχωρισμός; Σε συνάρτηση με την άνοδο του ρατσιστικού φαινομένου στη σύγχρονη εποχή.

Ζητώ συγγνώμη από τον κύριο Δένδια, τα όσα υποστηρίζει όμως είναι αναληθή. Σε παλαιότερη συνέντευξη είχα δηλώσει πως πρώτα απ’ όλα, οι περισσότεροι από τους μετανάστες στη Σουηδία προέρχονται από τη Συρία και το Αφγανιστάν, ενώ πριν από αυτό προέρχονταν από το Ιράκ. Γενικά είναι άνθρωποι που φεύγουν από τον πόλεμο. Η Σουηδία είναι η μόνη χώρα που δίνει τακτικά μόνιμη διαμονή σε πρόσφυγες από τη Συρία. Μόνο το 7% των αιτούντων άσυλο στη Σουηδία είναι από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. [Πηγή: www.doctv.gr]

Αυτό βέβαια δε σημαίνει πως συμφωνώ με το Δουβλίνο ΙΙ – το αντίθετο, πιστεύω πως πρέπει να ακυρωθεί. Όμως ο κύριος Δένδιας καλό θα ήταν να ελέγξει τα επίσημα στοιχεία.

Η απήχηση των ακροδεξιών κομμάτων στη Γηραιά Ήπειρο έχει αυξηθεί θέτοντας ερωτηματικά για τις ισχυρές κατά τα άλλα βάσεις του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Η πολιτική ή η κοινωνία είναι υπεύθυνη για το φαινόμενο;

Νομίζω πως πρόκειται για ένα εξαιρετικά περίπλοκο φαινόμενο. Η άκρα δεξιά για μένα είναι ο νεοφιλελευθερισμός. Όταν αναφερόμαστε στο Jobbik ή την Χρυσή Αυγή, μιλάμε για φασισμό. Οι ρίζες του βρίσκονται στη δεκαετία του ’30, ενώ τώρα επανήλθε στο προσκήνιο εν μέσω συγκυριών παρόμοιων με εκείνης της περιόδου, σε μια περίοδο στιγματισμένη από την οικονομική κρίση και την ανεργία. Σήμερα πάντως ο φασισμός δεν υποστηρίζεται από το μεγάλο κεφάλαιο όπως τότε, αμφιβάλω λοιπόν για τις πιθανότητες επιτυχίας του.

Από την εποχή της πολιτικής συναίνεσης στην εποχή της ριζοσπαστικοποίησης. Οι δημοσκοπήσεις τουλάχιστον στην Ελλάδα (και σε κάποιες ευρωπαϊκές χώρες) αποδεικνύουν πως για πολλούς οι ιδεολογικές καταβολές του καπιταλισμού έχουν υπονομευτεί ενώ στοχαστές όπως ο David Harvey έρχονται και πάλι στο προσκήνιο. Είναι η ώρα που οι εξελίξεις θα αλλάξουν το ιστορικό πλαίσιο ή πρόκειται για μια επιφανειακή, ας το πούμε, τάση;

Ειλικρινά το ελπίζω. Ήρθε η ώρα για αναδιανομή του πλούτου και εφαρμογή υγιών οικονομικών πολιτικών αντί του επιπόλαιου πλιάτσικου που λαμβάνει χώρα τις τελευταίες δεκαετίες. Αν όχι για άλλους λόγους, τουλάχιστον επειδή προκειμένου να αντιμετωπιστεί η οικολογική κρίση, απαιτείται άμεσος περιορισμός των εκπομπών, κάτι που οι εταιρείες δεν θα αποφασίσουν να πράξουν από μόνες τους. Πρέπει να ρυθμιστούν προς όφελος του πλανήτη.

Τι αποκομίσατε από τη συζήτησή σας με τον αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, Αλέξη Τσίπρα και τον πρώην πρωθυπουργό, Γιώργο Παπανδρέου;

Πως ο Παπανδρέου λατρεύει τη Σουηδία, ενώ ο Τσίπρας θεωρεί πως είναι υπερβολικά κρύα για τους Έλληνες! Όχι, ήταν και οι δύο εξαιρετικά ενδιαφέρουσες προσωπικότητες. Θεωρώ ότι ο Παπανδρέου έλαβε λάθος αποφάσεις, δεν του αξίζει όμως και η κατακραυγή που βίωσε. Αντιμετώπισε μια κατάσταση που κανείς δεν περίμενε και δεν είμαι σίγουρη για το αν όλοι όσοι τον κατηγορούν θα τα είχαν καταφέρει καλύτερα. Η αυτοπεποίθηση του Τσίπρα οφείλεται στο ότι δεν έχει βρεθεί ακόμα σε ανάλογη θέση. Εύχομαι να του δοθεί η ευκαιρία να δοκιμάσει, νομίζω όμως ότι υπάρχουν ζητήματα που χρήζουν μεγαλύτερης προσοχής: η ισότητα των φύλων, η περιβαλλοντική καταστροφή και η εσωτερική διαφθορά – στο τελευταίο ειδικά πρέπει να επιδείξουν εξαιρετική σκληρότητα αν δε θέλουν να γίνουν το νέο ΠΑΣΟΚ.

Πιστεύετε πως το βιβλίο σας θα επιδράσει θετικά στην άποψη των Ευρωπαίων για τους Έλληνες και την αρνητική φήμη γύρω απ’ αυτούς;

Σίγουρα επηρέασε τους Σουηδούς. Έδωσα περίπου 100 διαλέξεις σε όλη τη χώρα. Ο κόσμος ενδιαφέρεται πολύ για το τι συμβαίνει στην Ελλάδα και διερωτάται “θα έρθει άραγε κι εδώ η κρίση;”. Υφίσταται πλέον ένα δίκτυο για Σουηδούς οι οποίοι επιθυμούν να δείξουν αλληλεγγύη και να συμβάλλουν στην αντιμετώπιση της όποιας αρνητικής φήμης.

Εκτός από την “Κλεμμένη άνοιξη”, στο βιβλίο σας “Being and Being Bought” καταπιάνεστε με το θέμα της πορνείας και της παρένθετης μητρότητας. Γιατί τα συγκεκριμένα ζητήματα;

Έχω δει από κοντά τις εν λόγω βιομηχανίες και πρόκειται πραγματικά για εξαιρετικά λυπηρές καταστάσεις. Φιλικό μου πρόσωπο πέθανε στην πορνεία. Προκειμένου να διαφυλαχτεί η γυναικεία αξιοπρέπεια, οι άνδρες οφείλουν να αλλάξουν τη συμπεριφορά τους, παύοντας να αγοράζουν σεξ. Αντιλαμβάνομαι την παρένθετη μητρότητα ως μια μορφή αναπαραγωγικής πορνείας. Έχει στηθεί μια βιομηχανία, όπου επιτρέπει την αγοραπωλησία βρεφών μέσω διαδικτύου. Το γυναικείο σώμα εμπορευματοποιείται και στις δύο περιπτώσεις, με διαφορετικό τρόπο στην κάθε μια – είτε ως μέσο  σεξουαλικής εκτόνωσης, είτε αναπαραγωγής. Όπως κι αν το δεις, το trafficking αποτελεί κοινή κατάληξη. Σ’ αυτό το βιβλίο, αναλύω το πως η μεταμοντέρνα αριστερά και η νεοφιλελεύθερη δεξιά, σχημάτισαν μια ανίερη συμμαχία, ώστε να υποστηρίξουν αυτές τις βιομηχανίες βαφτίζοντας τες “δικαίωμα στην επιλογή”, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για ό,τι πιο ταπεινωτικό θα μπορούσε να συμβεί σ’ ένα ανθρώπινο ον – και ό,τι πιο θανατηφόρο.

πηγή – pints.gr