Του Νίκου Τσαγκρή

«Η κοινωνία και η ιστορία δεν υπόκεινται σε αδήριτους αντικειμενικούς ιστορικούς νόμους – διαρρηγνύουν τα πλαίσια του καθορισμένου, είναι δημιουργίες ακαθόριστες…» 

Το μόνο που δεν ακούσαμε είναι ότι το ιστορικό ΟΧΙ ειπώθηκε με εντολή Σαμαρά. Ωστόσο η ιστορία του Αλβανικού μετώπου και των φασιστικών και αντιφασιστικών… πέριξ, γραφόταν και ξαναγραφόταν διαρκώς κατά τη διάρκεια των φετινών επετειακών εκδηλώσεων για το «έπος του ’40».

Καλά, στο επίπεδο της νεοελληνικής καφενειακής σκέψης το ΟΧΙ το είπε ο Μεταξάς, («ποιος, αυτός με τα κονιάκ;», με ρώτησε ένας θαμώνας) ο Άρης, ο Ζέρβας, ο Μιχαλολιάκος, ο Ζαχαριάδης και εντάξει, το ΕΑΜ, ο ΕΛΑΣ, το… Πολυτεχνείο.

Στο επίπεδο της πολιτικής και των μίντια τώρα, η μισαλλοδοξία χτύπησε κόκκινο, συνάδοντας με τις καγκελόφραχτες παρελάσεις και την ανοϊκή προεδρική φιγούρα πίσω τους∙ και εμπρός τους… Πολιτεία χωρίς πολίτες, χώρα χωρίς λαό. Κι ας λένε οι σοφοί του κόσμου τούτου πως ο ελληνικός λαός είπε το ΟΧΙ, πως οι λαοί – και όχι οι ιστορικοί – είναι εκείνοι που γράφουν την ιστορία: «Η κοινωνία και η ιστορία δεν υπόκεινται σε αδήριτους αντικειμενικούς ιστορικούς νόμους, δεν υπακούουν στην καθοριστικότητα∙ διαρρηγνύουν τα πλαίσια του καθορισμένου, είναι δημιουργίες ακαθόριστες. Η ιστορία είναι δημιουργία, ποίησις, γένεση οντολογική νέων μορφών, νέων ειδών», μας λέει ο Κορνήλιος Καστοριάδης*, διορθώνοντας την κρατούσα αντίληψη για την ανθρώπινη κοινωνία και ιστορία*. Στον ίδιο ιστορικό χρόνο, κάποιοι ξαναγράφουν την ιστορία. Ή την… διορθώνουν…

 Στη σφαίρα της ψυχανάλυσης 

Διορθώνεται η ιστορία; Εύκολα! Σας θυμίζω την περίπτωση της κ. Μαρίας Ρεπούση που, στο πλαίσιο του γενικότερου εκσυγχρονισμού της χώρας και της ιστορίας της, υποθέτω, διόρθωσε εκείνο το… συνωστισμένο εγχειρίδιο ιστορίας της Ε’ δημοτικού. (Λίγο αργότερα βέβαια, η συγκεκριμένη ιστορικός διόρθωνε τις διορθώσεις της με τις διορθώσεις που της επέβαλε η Ακαδημία Αθηνών, αποκαλύπτοντας τη συνάφεια του επαγγέλματος του ιστορικού μ’ αυτό του διορθωτή!..)

Επί της ιστορίας, καθ’ όλη τη διάρκειά της, ασελγούν ποικιλοτρόπως οι κάθε μορφής και είδους εξουσίες. Αυτό το γνωρίζει (ή οφείλει να το γνωρίζει) κάθε ενήλικας πολίτης, κάθε ιστορικής περιόδου. Εκτός και αν είναι… ανιστόρητος.

Απ’ αυτή την άποψη θεωρώ ότι υπάγονται στη σφαίρα μιας… εθνικής, να πούμε, ψυχανάλυσης, οι εξαιρετικά αγωνιώδεις και μισαλλόδοξες αντιδράσεις κάποιων υποστηρικτών της «εθνικής ορθοδοξίας» (κάθε ιδεολογικού τύπου και πολιτικής προέλευσης) εν όψει ορισμένων… νεωτερικών ιστορικών διορθώσεων. Ιδίας, εξάλλου, ψυχανάλυσης χρήζουν και οι, επίσης, μισαλλόδοξες κραυγές κάποιων «ευρωεκσυγχρονιστών» της Δεξιάς, του ΠΑΣΟΚ ή της Αριστεράς, κατά των «εθνικιστών», όπως συλλήβδην αποκαλούν όλους όσους αντιδρούν «στον εκσυγχρονισμό (!) της ιστορίας».

Το ερώτημα είναι πηγαίο, προκύπτει με… αυτόματη γραφή: Τι έπαθαν όλοι αυτοί και βάλθηκαν ξαφνικά να πειράξουν (να διορθώσουν, να ξαναγράψουν) την ιστορία; – «Για να λειάνουν τις τουρκικές βαρβαρότητες, να καταστήσουν λιγότερο αντιπαθείς τους Τούρκους στους νεοέλληνες», υποστηρίζουν οι μεν: στο πλαίσιο της διπλωματίας της ελληνοτουρκικής «προσέγγισης». Κι ακόμα χειρότερα: στο πλαίσιο κάποιας μυστήριας ευρωαμερικανικής οδηγίας που δουλεύει για την ισοπέδωση των εθνικών χαρακτηριστικών, την «πτώση» των εθνοτήτων, την παγκοσμιοποίηση. – «Όχι, πρόκειται για κάποιες αναγκαίες αλλαγές στοιχείων της ελληνικής ιστορίας», υποστηρίζουν οι δε: προκειμένου, τη θέση των εθνικών μύθων (περί του αμύθητου ελληνικού ηρωισμού, κλπ.) να πάρουν οι «πραγματικότητες». Να λάμψει, επιτέλους, η ιστορική αλήθεια.

Υπάρχει ιστορική αλήθεια; 

Η «ιστορική αλήθεια»! Υπάρχει, αλήθεια, «ιστορική αλήθεια»; Μόνο κάποιοι ιστορικοί καταφάσκουν. Στην πραγματικότητα η ιστορική αλήθεια είναι η αλήθεια των ιστορικών. Που μπορεί να είναι πιο κοντά στην αλήθεια ή πιο κοντά στο ψέμα, σπάνια όμως η αλήθεια, μα διόλου σπάνια το ψέμα.

Άλλωστε, μια παραγνωρισμένη αλήθεια είναι ότι οι Έλληνες, από την επανάσταση και εντεύθεν, μαθαίναμε την ιστορία μας από τη λαϊκή παράδοση: από διηγήσεις του παππού και της γιαγιάς, από ομιλίες στις Εθνικές επετείους, από τα δημοτικά και τα λαϊκά τραγούδια, απ’ τους ποιητές, τον Ρήγα και τον Μακρυγιάννη, τον Σολωμό, τον Κάλβο, τον Μπάϊρον, τον Βαλαωρίτη… Και ελάχιστα από τα σχολικά βιβλία.

Και όσα μάθαμε δεν μας χάλασαν, ανεξάρτητα πόσο κοντά ήσαν στην «ιστορική αλήθεια». Το λιγότερο, μας έκαναν να αγαπάμε την πατρίδα, αλλά κυρίως την ανεξαρτησία, την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. Να σεβόμαστε την ελευθερία ως υπέρτατο ανθρώπινο αγαθό και να αγωνιζόμαστε μέχρι θανάτου για αυτήν.

Ενοχλεί άραγε αυτή η «φρονηματική» μας ταυτότητα και, πιστεύουν κάποιοι ότι θα την αλλάξουν… διορθώνοντας την ιστορία; Ίσως. Το σίγουρο είναι ότι αυτή η «ταυτότητα» που, σαφώς, προέκυψε από τη σχέση μας με την ιστορία μας (όπως μέχρι σήμερα την μαθαίναμε) δεν είναι παρά η ταυτότητα ενός ιστορικά αξιοθαύμαστου πατριωτισμού: του παραδοσιακού πατριωτισμού υμών των Ελλήνων…

* Απόσπασμα από δημοσίευμα του Γιώργου Οικονόμου στο Lifo

πηγή – τα ρέστα