Μπαλτύς, «Το παιχνίδι με τις κάρτες», 1948-50

Μπαλτύς, «Το παιχνίδι με τις κάρτες», 1948-50

του Στρατή Μπουρνάζου

Δεν θέλω –Παρασκευή πρωί που γράφω και Κυριακή πρωί που διαβάζετε το σχόλιο αυτό– να αποπειραθώ κάποια πρόγνωση για το τι ακριβώς θα συμβεί την επόμενη εβδομάδα στη Βουλή, με την ψήφο εμπιστοσύνης: πόσες απώλειες θα έχει η κυβέρνηση, αν θα υπάρξουν νέες «προσκτήσεις» από ανεξάρτητους, τι θα κάνει ο Γιώργος Παπανδρέου, αν θα πει το (μεγάλο) «Παρών» ο Σπ. Λυκούδης κ.ο.κ. Όχι μόνο επειδή, σε τόσο άστατες εποχές, και οι πιο σιγουρατζίδικες προβλέψεις αποδεικνύονται συχνά οικτρές, αλλά, κυρίως, επειδή δεν είναι αυτό το σημαντικότερο: όλοι θυμόμαστε ότι στις 4 Νοεμβρίου 2011 η κυβέρνηση Παπανδρέου έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης και μία εβδομάδα μετά παραιτήθηκε. Δεν θέλω να υπαινιχθώ αναλογίες· θέλω όμως να πω ότι, ακόμα και αν η κυβέρνηση πάρει την ψήφο εμπιστοσύνης (και κατά τη γνώμη μου θα τα καταφέρει) αυτό θα έχει μικρή σημασία (ενώ αν δεν την πάρει, βέβαια, θα έχει πολύ μεγάλη…). Δεν το λέω καθόλου με κυνισμό, ούτε με την απόγνωση του  εφημεριδογράφου, που ποιείται την ανάγκην φιλοτιμία, καθώς δεν προλαβαίνει τη βροχή των εξελίξεων. Το λέω επειδή η κυβέρνηση, ακόμα κι αν επιβεβαιώσει την ψήφο εμπιστοσύνης (των βουλευτών της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ και κάποιων που επανακάμπτουν στο «μαντρί», κατά την αβερώφειο ρήση), έχει απολέσει οριστικά την εμπιστοσύνη και την αξιοπιστία της: έναντι των ψηφοφόρων (και των δικών της), μεταξύ των ίδιων των βουλευτών της, ακόμα και μεταξύ των πιστωτών — αν και για αποκλίνοντες λόγους. Με άλλα λόγια, κι αν κερδίσει στα χαρτιά, αυτό δεν φτάνει για να ανακόψει τον κατήφορό της, και πολύ περισσότερο για να κερδίσει στην αγάπη (του λαού).

Η κυβέρνηση έχει εξαντλήσει εντελώς το πολιτικό κεφάλαιο το οποίο διέθετε τον Ιούνιο του 2012, όταν εξελέγη με τις σημαίες της επαναδιαπραγμάτευσης του Μνημονίου και τον «αέρα» της τρικομματικής συνεννόησης «για το καλό του τόπου». Το έχει εξαντλήσει, και γι’ αυτό ζούμε όσα ζούμε το τελευταίο διάστημα: το ρεσιτάλ του Άδωνη που καταρρίπτει και τα δικά του ρεκόρ· τις παλινωδίες για τον ΕΝΦΙΑ· τους νεοδημοκράτες βουλευτές που ζητάνε να φύγει ο Σαμαράς· την Α. Μ. Ντόρα Μπακογιάννη η οποία έσπασε την αυτοκρατορική της σιωπή και κατεβαίνοντας για λίγο από το απόκοσμο φιλελεύθερο βάθρο της μίλησε για την ανάγκη εθνικής συνεννόησης· βουλευτές και μεγιστάνες να δίνουν διαπιστευτήρια στους χρυσούς γάμους του Τέως· την κυβέρνηση να απαγορεύει τη μετάδοση της ομιλίας Τσίπρα στη ΔΕΘ (και μετά να χαρακτηρίζει «ανίκανους» τους παραιτηθέντες Α. Μακρυδημήτρη και Ρ. Μορώνη, που η ίδια είχε διορίσει)· το πρωθυπουργικό γραφείο να ξιφουλκεί εναντίον γελοιογραφιών («Πόσο την έχεις, νεαρέ;», του Solup στο Ποντίκι) κλπ. κλπ.

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε ο ΣΥΡΙΖΑ δεν χρειάζεται, πιστεύω, να ρίξει το βάρος του στο πόσο αξιοθρήνητη είναι η κυβέρνηση. Το βλέπουν όλοι — ή, έστω, ολοένα και περισσότεροι. Εκείνο που πρέπει να κάνει είναι να συνεχίσει να οικοδομεί το δικό του πολιτικό κεφάλαιο, για την προοπτική της αριστερής κυβέρνησης. Δηλαδή, όχι να επιμείνει πόσο ανθυγιεινά είναι τα μέτρα για την υγεία, πόσο άδικος ο ΕΝΦΙΑ, πόσο εφιαλτική η εμπέδωση της ανεργίας και της επισφάλειας, πόσο φαύλος κύκλος η περαιτέρω συρρίκνωση των εισοδημάτων κ.ο.κ. Το κρίσιμο –παρά τα προβλήματα ασφαλώς που θέτει ο αποκλεισμός από τα κυρίαρχα media και η προπαγάνδα τους– είναι να δείξουμε πώς όλα αυτά δεν είναι μονόδρομος. Πώς, για όλα τα παραπάνω, υπάρχουν άλλες πολιτικές, και κοινωνικά δίκαιες και ρεαλιστικές. Πώς, δηλαδή, μια αριστερή κυβέρνηση θα σημάνει απτές αλλαγές στην καθημερινότητα. Πώς, χωρίς να τάζει λαγούς με πετραχήλια, αλλά και χωρίς να παραπέμπει τη λύση των ζητημάτων στον σοσιαλισμό και την επουράνια βασιλεία, μπορεί να δώσει λύσεις: για τη φορολογία, την υγεία, την ανεργία, τις εργασιακές σχέσεις και, πάνω απ’ όλα, τη ζωή των ανθρώπων. Η ομιλία Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη ήταν μια καλή αρχή της φετινής χρονιάς· ας είναι οι μέρες της συζήτησης για την ψήφο εμπιστοσύνης μια αντάξια συνέχεια.

πηγή – ενθέματα