16

του Τέου Ρόμβου

Ο Ηλίας Πετρόπουλος έλεγε ότι προτιμάει το Ροΐδη από τον Παπαδιαμάντη που τον αποκαλούσε «μούχλα». Ο Πετρόπουλος έχει πολλά κοινά με το Ροΐδη, είναι και εκείνος ένας εργάτης της γραφής, όπως και ο Ροΐδης- και οι δυο τους υπήρξαν σαρκαστικοί στοχαστές, ρηξικέλευθοι που γνώριζαν πολύ καλά την Εσπερία και τον ουμανισμό της, το διαφωτισμό και την υποκρισία της.

Ο Ροΐδης τα βάζει με την εκκλησία, ο Πετρόπουλος με τους δικαστές, και οι δυο τους κάνουν συνεχώς οργισμένη, λυσσασμένη κοινωνική πολεμική κι οι δύο τους ασκούν διαρκώς κριτική στον ελλαδικό επαρχιωτισμό και την εξουσία…

Το βιβλίο που ετοίμαζε μιαν ολόκληρη ζωή ο Πετρόπουλος ήταν το λεύκωμα ”Ελλάδος Κοιμητήρια” (2005). Ο ίδιος έχει πει: «Αυτό είναι το βιβλίο της ζωής μου».

Για να γνωρίσει μια πόλη και τους κατοίκους της ξεκίναγε από τα νεκροταφεία της. Επισκέφτηκε εκατοντάδες νεκροταφεία στην Ελλάδα και τα φωτογράφησε. Όταν πήγε στο Βερολίνο αγόρασε ένα τεράστιο χάρτη της πόλης, τον κόλλησε στον τοίχο, σημάδεψε πάνω του με κόκκινο μαρκαδόρο όλα τα νεκροταφεία και με τρόμο ανακάλυψε ότι είναι περίπου 500. Την κοπιαστική δουλειά της φωτογράφησής τους στα νεκροταφεία την έκανε πηγαίνοντας με τα πόδια. Κουραζόταν τόσο πολύ που έλεγε να τα παρατήσει, όμως, συνέχισε με πείσμα και τελείωσε μέσα σε έξη μήνες. Έτσι γνώρισε το αχανές Βερολίνο. Και πίστεψε πως είχε, πια, το δικαίωμα να μιλήσει γι αυτά που είδε.

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης πρέπει να ήταν ο πρώτος Έλληνας που περιπλανήθηκε στους νεκροθαλάμους της Δύσης και έχει γράψει ένα σχετικό αφήγημα, την “Αμφίβολο Ζωή”. Ένα κείμενο για το θεσμό του Asylum Dublae Vitae που δημιουργήθηκε τον περασμένο αιώνα στη Γερμανία από το φόβο των ανθρώπων μπρος στη νεκροφάνεια. Ο νεκρός πριν την ταφή πήγαινε στο ίδρυμα Αμφιβόλου Ζωής όπου και παρέμενε κάποιες ημέρες σαπίζοντας μέχρι να διαπιστωθεί το αμετάκλητον του θανάτου, και τότε μόνον όδευε προς ταφήν.

Ο Ροΐδης, περιερχόμενος το φτωχικό νεκροταφείο των Αθηναίων που βρισκόταν στην «πεδιάδα» της Βάθης (στη σημερινή πλατεία Βάθης), στο διήγημά του το “Παράπονο του Νεκροθάπτου” (1895) γράφει: «Εξαιρετικώς ανθηρόν είναι του Χάρωνος της Βάθειας το χαρέμι!», που απαρτίζονταν από δεκαεξάχρονες εφήβους Αθηναίες…

Μόλο το μακάβριο της ενασχόλησης με το θέμα του θανάτου, και οι δυο τους μένουν αμέτοχοι, σχεδόν  σαρκάζουν τον μεγάλο αντίπαλο, σα να πρόκειται απλώς για μια απλή προσωπική κόντρα. Παρουσιάζονται πεισιθάνατοι, ενώ στην πραγματικότητα είναι και οι δυο τους βαθύτατα ζωηφόροι και μας ψιθυρίζουν μέσα από τα κείμενά τους την άμετρη αγάπη τους προς τη ζωή. Κι ενώ γράφουν για το απόλυτο τέλος, για το θάνατο, με μαεστρία ξεγλιστρούν από του Χάρου το δρεπάνι.

Να δυο παραδείγματα:

Στον πρόλογο του βιβλίου ‘‘Σκηναί της Ερήμου’’ του Κ. Μ. Βοσπορίτη (1899), ο Ροΐδης  αναφέρεται σε μια μυθική φιγούρα των παιδικών του χρόνων, τον Βαρβαρέζο, που αφηγείται μια φοβερή ιστορία της αφρικανικής ζούγκλας:

«Ευρισκόμαστε εις το μισό δρόμο, όταν έξαφνα από μέσα από μια λόχμη μας επάγωσε το αίμα ένα μούγκρισμα φοβερό…»

«Το λεοντάρι τέλως πάντων!» ανέκραξε το ακροατήριο του Βαρβαρέζου.

«Μάλιστα, κύριοι Συριανοί, το λεοντάρι. Και ήθελα να σας έβλεπα εις τη θέσι μου, σάς τους κυνηγούς των κεφαλάδων και των κορυδαλλών. Εστέκετο εις τη μέση στο μονοπάτι, μόλις δέκα βήματα μακρυά, και δεν είχα συλλογισθή να ξαναγεμίσω το τουφέκι μου, αφού εσκότωσα το ζαρκάδι. Και γεμάτο όμως αν ήτανε, δεν θα είχα καιρό να το αδειάσω, γιατί το θεριό μ’ ένα πήδημα ευρέθηκε απάνω μου, και μ’ έρριψε προύμητα κατά γης. Εκατάπια μια φούχτα άμμο και επρόφθασα ακόμα να ιδώ το Θωμά και τον αράπη, όπου έφευγαν ωσάν κυνηγημένοι λαγοί, έπειτα ελιγοθύμησα. Δεν ηξεύρω πόσην ώρα έμεινα λιγοθυμισμένος, αλλά σιγά σιγά ήρχισα να ξαναέρχωμαι εις τας αισθήσεις μου. Δεν εθυμούμουν ακόμη καθαρά τι μου είχε συμβή, και εδοκίμασα να σηκωθώ. Αλλ’ εις την πρώτη κίνησί μου ήκουσα πάλι το ίδιο μουγκρητό και βάρος εις τους ώμους μου ως να εσήκωνα βουνό. Το λεοντάρι ήτον εξαπλωμένο απάνω εις την ράχι μου. Όσον παλληκαράς και αν ήμαι, δεν εντρέπομαι να ομολογήσω πως έτρεμα σαν καλάμι. Φαντασθήτε όμως τι έγεινα, όταν το θηρίο ήρχισε να με τρώγη ζωντανό. Ήκουσα τα κόκκαλά μου να σπάνουν και να τρίζουν ανάμεσα εις τα φοβερά του δόντια και το αίμα μου έσταζε άφθονο απάνω εις το λαιμό και τα μάγουλά μου. Το θαύμα όμως είναι, ότι δεν ησθανούμουν κανένα πόνο από το σπάραγμα του κορμιού μου, αλλά μόνον ζάλη, στενοχώρια και το φοβερό βάρος του λεονταριού που εκάθητο απάνω μου κ’ εξακολουθούσε να με τρώγη. Ελιγοθύμησα και πάλι από την τρομάρα, και κανένας ας μη πη ότι δεν είχα δίκαιο».

«Πώς γίνεται, ηρωτήσαμεν, αφού μας είπες ότι σε είχε μισοφάγη το λεοντάρι. Φαίνεται ότι είδες όνειρο από την τρομάρα, και το λεοντάρι είχε φύγει χωρίς να σε πειράξη».

«Όχι, κύριοι, με συμπάθειο, όσα σας είπα ήσαν πραγματική αλήθεια. Απόδειξις ότι δεν είδα όνειρο είναι που ήλθεν ο Θωμάς με τους μαύρους να ζητήσουν τα απομεινάρια μου για να τα θάψουν, το λεοντάρι εκαθότανε ακόμη απάνω μου και εξακολούθαε να με ρουκανίζη. Έφυγε μόνον αφού το ετρόμαξαν των αράπηδων αι πολλές λαμπάδες. Τώρα δια να καταλάβετε πώς γίνεται να ήμαι ακόμη ζωντανός, πρέπει να θυμηθήτε, πως όταν μ’ έρριξε το θηρίο κατά γής έπεσα κατάμουτρα και τη ράχι μου εσκέπαζε το μισό ζαρκάδι, όπου είχα φορτωθή. Το κρέας εκείνο είχε φάγει το λεοντάρι πιστεύοντας ότι με τρώγει. Φαίνεται ότι εγελάστηκα κι εγώ».

Ο Πετρόπουλος στο βιβλίο του “Πτώματα, Πτώματα, Πτώματα” (1988), περιγράφει καθημερινές σκηνές φρίκης σ’ ένα απόμακρο νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης στη διάρκεια της Κατοχής όπου πήγαιναν τους εκτελεσμένους από τα Τάγματα Ασφαλείας για να τους θάψουν. Και αφηγείται μιαν ανάλογη ιστορία για ένα μυθώδες πρόσωπο των νεανικών του χρόνων, τον Χαρίτο:

«Η νεκροφόρα του Δήμου προοριζότανε για τους άπορους. Μιλάμε για μια μαύρη παλιοκαρότσα με ένα ψοφάλογο, που το κουμαντάριζε ο ατυχής ηνίοχος. Τον ηνίοχο τον λέγανε Χαρίτο και ήταν πασίγνωστος στην πιάτσα των χασικλήδων, γιατί ο Χαρίτος πούλαγε στη ζούλα τσίκες. Ο Χαρίτος ήταν ένας γιγάντιος αμπλαούμπλας. Φόραγε πάντα στο κεφάλι έναν πλεχτό μάλλινο κούκο με φούντα. Μίλαγε βραχνά και κουτσαβάκικα, σαν τον Μάρκο Βαμβακάρη. Γνώρισα τον Χαρίτο το ’44 και κράτησα την φιλία μαζί του για πολλά χρόνια, γιατί ήτανε έξυπνος και αξιαγάπητος.

Όταν λοιπόν, ο Χαρίτος κατέφθανε στο νεκροταφείο της Αγίας Φωτεινής, σταμάταγε στην πύλη κι άφηνε τα σχετικά χαρτιά στην γραμματεία και, συγχρόνως, καλούσε τους νεκροθάφτες. Το άλογό του ήταν καταϊδρωμένο από τον ανηφορικό χωματόδρομο, που σήμερα τον λένε οδό Λαχανά. Οι νεκροθάφτες παρίσταναν τον κουφό, ώσπου ο Χαρίτος οδηγούσε τη νεκροφόρα πλάι σε κάποιον ανοιχτό ομαδικό τάφο. Εκεί, άνοιγε τα δύο πίσω πορτάκια της νεκροφόρας κι απομακρυνότανε τρέχοντας, εξαιτίας της μπόχας. Οι νεκροθάφτες με διάφορες προφάσεις κωλυσιεργούσαν. Δεν φαινόντουσαν πουθενά για πουθενά. Και τότε, επαναλαμβανότανε ομοιόμορφα μια απερίγραπτη σκηνή: ο Χαρίτος γαμωσταύριζε, οι νεκροθάφτες του φώναζαν από μακριά να κατεβάσει τα πτώματα από τη νεκροφόρα, ο Χαρίτος απαντούσε ότι τυγχάνει αναρμόδιος, οι νεκροθάφτες ισχυριζόντουσαν ότι δικιά τους δουλειά είναι μόνον η ταφή κτλ. κτλ. Στο τέλος ο Χαρίτος (αναθεματίζοντας την μοίρα του) γράπωνε από το ποδάρι ένα-ένα τα πτώματα και τα βρόνταγε καταγής. Καθώς τα πτώματα έπεφταν χάμω έσκαγαν σαν μπαλόνια. Τότε πλησίαζαν οι νεκροθάφτες και έπιαναν να  σκουντάνε τα κουφάρια με τα φτυάρια, για να κυλήσουν μέσα στον ομαδικό τάφο. Όλο αυτό το διάστημα ο παπάς του νεκροταφείου έμενε κρυμμένος στην δροσιά της εκκλησιάς. Ποτέ μου δεν είδα αυτόν τον πουστόπαπα να ψέλνει μιαν ευχή για τα σκοτωμένα παιδιά…»

«Κατά τα τέλη Σεπτεμβρίου ο Χαρίτος εξαφανίστηκε. Είπανε πως τον σκότωσαν οι ταγματασφαλίτες, για να του πάρουν τις τσίκες. Την άνοιξη του ’45 τράκαρα τυχαία τον Χαρίτο στον δρόμο. Έμεινα ξερός. Τον ρώτησα πού είχε χαθεί. Και μου διηγήθηκε την ιστορία του. Τον είχαν εκτελέσει οι ταγματασφαλίτες με ριπές και τον άφησαν νεκρό. Όταν έφυγαν, ο Χαρίτος πήρε τα χυμένα άντερά του στα χέρια και σύρθηκε προς κάποιο νοσοκομείο, ψιθυρίζοντας στον εαυτό του: αγάντα, Χαρίτο! Τελικώς επέζησε».

Τον Σεπτέμβριο του 2003 έλαβα το μήνυμα θανάτου του προσφιλούς μου Ηλία Πετρόπουλου και πήγα στο Παρίσι για την κηδεία του. Σύμφωνα με την επιθυμία του, αποτεφρώθηκε και η τελετή έγινε στο κρεματόριο του νεκροταφείου Père-Lachaise. Κατά τη διάρκεια της καύσης εγένετο ο διαχωρισμός του φθαρτού Ηλία Πετρόπουλου από τον αθάνατο. Όλες οι ευγενείς ουσίες του έγιναν πυρόεσσα ύλη, στροβιλίστηκαν και ανελήφθησαν στον ουρανό ως ενέργεια ακτινοβολούσα και γνώση φωτίζουσα. Σκορπίστηκαν στο πρώτο ανεμορίπισμα και επικάθισαν ωσάν τυχαία επιφοίτηση στις κεφαλές των ανύποπτων και απροσδιόριστων περαστικών και παρευρισκομένων στην τελετή, συμπεριλαμβανομένου και εμού του ιδίου…

Στην πρώιμή μου νιότη είχα διαλέξει και εγώ κάποιο δαιδαλώδες μονοπάτι του δάσους. Και προχωρούσα στα τυφλά. Μέχρι που άρχισα να διακρίνω τα σημεία. Μάθαινα να διαβάζω τα σημάδια σαν τους Ινδιάνους, κι ακολουθούσα τα ίχνη που άφηναν στο διάβα τους οι προηγούμενοι, οι προγενέστεροι. Μάθαινα από αυτούς και σιγά σιγά άρχισα να καταλαβαίνω τη βαθύτερη σημασία των αποτυπώσεων αυτών και ποια αόρατα νήματα τα τυλίγουν και τα ενώνουν όλα σαν τη μακία βλάστηση στο Δάσος. Εκεί που τριγυρνούν οι ιδέες της εξέγερσης και τα πνεύματα των ανυπότακτων.

Ο Πλωτίνος Ροδοκανάκης στη νιότη του συναντήθηκε με τον Μαξ Στίρνερ στο Βερολίνο, αργότερα συνάντησε τον Προυντόν στη φυλακή στο Παρίσι, και όταν πήγε στο Μεξικό μετέφρασε πρώτος τον Προυντόν στα ισπανικά. Με τα γραφτά και τις μεταφράσεις του έβαζε υποθήκη για τη μεξικάνικη επανάσταση των ζαπατίστας. Τη χρονιά που ο Ροδοκανάκης εξαφανίζεται από προσώπου γης, στην Πομερανία έρχεται στον κόσμο ο Μπρούνο Τράβεν, ο οποίος  θα πάρει μέρος στην εξέγερση του Μονάχου. Μετά την καταστολή της συνελήφθη και, πριν εκτελεστεί, δραπέτευσε και κατέφυγε στο Μεξικό στα χνάρια του Πλωτίνου Ροδοκανάκη για να εξιστορήσει –με τη σειρά του- στα βιβλία του τη μεξικάνικη επανάσταση. Ο Εμμανουήλ Ροΐδης που ήταν πρώτος ξάδελφος του Πλωτίνου Ροδοκανάκη από μητέρα, μετέφρασε τον Μαξ Στίρνερ στα ελληνικά ενώ ο Goustave Flourens που συμμετέσχε στην αποτυχημένη επανάσταση της Κρήτης το 1866, υπερασπίστηκε την Πάπισσα Ιωάννα του Ροΐδη με άρθρο του στην ”L’ Indepedence Hellenique” τη γαλλόφωνη εφημερίδα που εκδιδόταν εκείνη την εποχή στην Αθήνα. Ο Αλφρέντ Ζαρρύ που κυκλοφορούσε με το ποδήλατό του οργισμένος και οπλισμένος, μετέφρασε στα γαλλικά την ”Πάπισσα Ιωάννα” του Εμμανουήλ Ροΐδη. Ο Ρομαίν Ρολάν μεσολάβησε για να εκδοθεί το πρώτο βιβλίο του Παναΐτ Ιστράτι στη Γαλλία και ο Ιστράτι στη συνέχεια ξεσήκωνε τα μυαλά πολυπληθών ακροατηρίων στο Βερολίνο, στην Αθήνα, κι όπου αλλού εμφανιζόταν. Ο Θέμος Κορνάρος με το βιβλίο του ”Αγύρτες και Κλέφτες στην Εξουσία” έβαλε μπουρλότο δυναμιτίζοντας τις απάτες των κληρικών, ο Γιώργος Ζάρκος προκάλεσε τη μήνη και τη βία κατά του προσώπου του των οργανωμένων του ΚΚ, ο Θωμάς Γκόρπας ενέσπειρε μικρές νάρκες με τους καταραμένους λογοτέχνες που ανακάλυψε και ο Ηλίας Πετρόπουλος είπε πολλές φορές “όχι”, αντιστάθηκε, διώχθηκε, φυλακίστηκε, και με τη σύντροφό του Μαίρη Κουκουλέ μετακόμισε στο Παρίσι για να πυρπολεί από εκεί τα ελληνικά μυαλά μας με φωτιές και πάθη…

Αγαπητοί μου φίλοι, ο Ηλίας Πετρόπουλος, ένας άνθρωπος του κόσμου, ερωτιάρης και σκανδαλιάρης είναι απόψε, εδώ, μαζί μας: «Ήμουνα και παραμένω Αναρχικός, Άθεος και Άπατρις. Είμαι βαμμένος εχθρός της γαμημένης Ορθοδοξίας. Είμαι υποχρεωτικώς Έλληνας, αφού η κουλτούρα μου είναι ελληνική. Και δεν είμαι πατριώτης, ιδίως με τον φασιστικό νεοελληνικό τρόπο.»

Δημοσιεύτηκε στη Γαλέρα, τ. 24, Σεπτέμβριος 2007

http://galera.gr/magazine/modules/articles/article.php?id=895

Advertisements