Andreas Papandreou

Του Γιώργου Κατσαμπέκη

Πώς βρεθήκαμε από την εξάρθρωση της «εθνικοφροσύνης», την «εκσυγχρονιστική» ανανέωση και το φαντασιακό του «επανιδρυμένου κράτους» στην προοπτική ηγεμονίας της Αριστεράς; Και ποιες είναι οι προϋποθέσεις αυτής της ηγεμονίας;

Υπάρχουν αρκετοί τρόποι να χαρτογραφήσει κανείς την περίοδο που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε Μεταπολίτευση: διακρίνοντας περιόδους, ηγεμονικά προτάγματα, ιδεολογικοπολιτικά σχίσματα και διαιρετικές τομές. Στο κρίσιμο σημείο που στεκόμαστε σήμερα ωστόσο, νομίζω πως έχει ιδιαίτερη σημασία να διακρίνουμε τα καθοριστικά ρήγματα στον συλλογικό φαντασιακό ορίζοντα. Τα σημεία ρήξης, τις κορυφαίες τομές που σμπαράλιασαν πρότερες κοινωνικοπολιτικές διευθετήσεις ή έστω τις ανασχημάτισαν με τρόπο ουσιαστικό. Πόσο μάλλον αν ισχύει η υπόθεσή μου ότι βρισκόμαστε ακόμα μέσα στον κύκλο που άνοιξε το τελευταίο ρήγμα.

Πολύ επιγραμματικά λοιπόν, μπορούμε να ανασυστήσουμε τη Μεταπολίτευση ως την ιδιότυπη χορογραφία των εξής ρηγμάτων.

(1) Το ρήγμα-προϋπόθεση: η εξάρθρωση της «εθνικοφροσύνης». Η δημοκρατική Μεταπολίτευση, που προκύπτει με την κατάρρευση της χούντας το 1974, πατά πάνω στην εξάρθρωση του φαντασιακού της «εθνικοφροσύνης». Η Δεξιά, από αναμφισβήτητος νικητής του εμφυλίου και σκληρός διώκτης του αντιπάλου της, περνά πλέον σε θέση άμυνας, σχεδόν ντρέπεται να πει το όνομά της. Γίνεται μια Δεξιά «φιλελεύθερη», εξευγενισμένη, αρκούντως «αστική». Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής της νεαρής Νέας Δημοκρατίας δεν μοιάζει καθόλου με τον Καραμανλή της προδικτατορικής ΕΡΕ. Πολύ σύντομα, αφού καταλαγιάζει το συλλογικό άγχος της δημοκρατικής μετάβασης και σταθεροποίησης, ανοίγει ο δρόμος για την αντιδεξιά λαϊκιστική ηγεμονία του ανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ: μια ηγεμονία με πρόσημο προοδευτικό, αντιολοκληρωτικό, αντιφασιστικό. Οι μάζες, οι «μη-προνομιούχοι», οι αποκλεισμένοι εισέρχονται ορμητικά στο προσκήνιο –έστω συχνά με συμβολικό τρόπο, ακόμα πιο συχνά με τρόπο στρεβλό, πάντως εισέρχονται–, συμπεριλαμβάνονται πλέον στο κάδρο. Επιτελείται μια κρίσιμη διαδικασία δημοκρατικής συμπερίληψης· τα χθεσινά «μιάσματα» μετέχουν της λαϊκής κυριαρχίας, οι «ηττημένοι του Εμφυλίου» μοιάζει να παίρνουν εκδίκηση.

(2) Το ρήγμα στην καρδιά του ΠΑΣΟΚ και η «εκσυγχρονιστική» ανανέωση. Παρά την εντυπωσιακή πορεία προς την εξουσία και την εξίσου εντυπωσιακή κατάκτησή της, το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου σύντομα χάνει το ριζοσπαστικό του σφρίγος. Την ευφορία της πρώτης περιόδου διακυβέρνησης σύντομα διαδέχεται η δυσφορία με τις παρενέργειες της μακροοικονομικής αβεβαιότητας και το πρώτο κύμα λιτότητας του 1985. Μέχρι να ανακάμψει από τη ματαίωση των κοινωνικών προσδοκιών, φτάνουμε στο 1989 και τη (σχεδόν) αποκαθήλωση του ηγέτη. Έτσι, το ΠΑΣΟΚ από τις αρχές του 1990 μπαίνει σε διαδικασία ριζικών μετασχηματισμών στη φυσιογνωμία και τον προσανατολισμό του. Μαζί με την εύθραυστη υγεία του Παπανδρέου, παρασύρεται και η αίγλη του Κινήματος όπως αυτό αντικαθρεπτιζόταν στο πρόσωπό του. Σε αυτό το ρήγμα έρχεται να πατήσει ο «εκσυγχρονισμός» και ο Κώστας Σημίτης. Τη στιγμή που το ανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ καταρρέει μαζί με τον ηγέτη του, η μόνη συνεκτική αφήγηση που μπορούσε να παράξει νέα προτάγματα και να ανανεώσει την ΠΑΣΟΚική ηγεμονία ήταν αυτή που εξύφαινε με υπομονή και συνέπεια ο Σημίτης ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 (αν όχι νωρίτερα).

Ο «εκσυγχρονισμός» είναι η συμφιλίωση της Κεντροαριστεράς με τις «νομοτέλειες» της αγοράς. Και υπ’ αυτή τη λογική συνιστά συγχρονισμό με τις ευρωπαϊκές τάσεις της συγκαιρινής της σοσιαλδημοκρατίας. Όταν ο Σημίτης διατύπωνε τις Θέσεις για την πολιτική στρατηγική του ΠΑΣΟΚ, στο ομώνυμο βιβλιαράκι το 1990, ήταν παραπάνω από σαφής ως προς αυτήν τη «συμφιλίωση», τονίζοντας πως το ΠΑΣΟΚ δεν έφτανε πια να επιδιώκει μια κοινωνία απλώς πιο δίκαιη, με εξισωτικούς αναδιανεμητικούς όρους, αλλά μια κοινωνία πιο ανταγωνιστική (σ. 40, 48), στα πρότυπα της αγοράς. Το ΠΑΣΟΚ στρέφεται έτσι στα «δυναμικά» μεσαία στρώματα, μεταμορφώνει τη βάση του, διαρρηγνύει συμμαχίες και δημιουργεί νέες. Από φορέας αιτήματος ρήξης και εκπρόσωπος κοινωνικών συμφερόντων/αιτημάτων, σύντομα καθίσταται «κόμμα του κράτους» (cartel party), ενσωματώνει τις αναγκαιότητές του, γίνεται κομμάτι της «αυτονομίας» του.

Ο «μεσαίος χώρος» της ΝΔ είναι παιδί του εκσυγχρονισμού και, υπ’ αυτή την έννοια, οι δυο τους μοιράζονται το ίδιο καταγωγικό ρήγμα: την έκπτωση της βαθιά προσωποκεντρικής λαϊκ(ιστικ)ής ηγεμονίας του ανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ, που συμπαρέσυρε μαζί της τα όποια στοιχεία κεϋνσιανής οικονομικής πολιτικής, αναδιανεμητισμού, κρατικής παρέμβασης, συλλογικής μαζικοποιημένης συμμετοχής, όπως και μέριμνας για τον «μη προνομιούχο», που τη συνόδευαν και μέσω των οποίων εξύφανε τους ισχυρούς δεσμούς του με την κοινωνική του βάση. Ο «μεσαίος χώρος» της ΝΔ μάλιστα (με όχημα τον «νέο πολιτικό πολιτισμό», αργότερα το «νέο Κοινωνικό Κέντρο»), δεν ήταν παρά η εκ νέου απόπειρα «μυθοποίησης» του εκσυγχρονιστικού «μύθου», η κεντροδεξιά προσπάθεια «συρραφής» του πληγωμένου φαντασιακού ορίζοντα. Μόνο που τώρα ο εκσυγχρονισμός της ΝΔ ως μεσαιοχωρίτικο ύφος του πολιτεύεσθαι και άρνηση της δεξιάς ταυτότητας του κόμματος είχε αδειάσει εντελώς από το όποιο ριζοσπαστικό φορτίο και τις προοδευτικές πολιτισμικές συνδηλώσεις του προκατόχου του. Γιατί ο ΠΑΣΟΚικός εκσυγχρονισμός όντως προχώρησε σε συγκεκριμένες τομές και ρήξεις, με τη ΝΔ να ακολουθεί την ίδια περίπου ατζέντα, προσηλωμένη όμως τώρα στις διαθέσεις της δημοσκοπικής «κοινής γνώμης», αδύναμη να παράξει ουσιαστικά πολιτική, να υποστηρίξει συγκρούσεις, να προβεί εντέλει στο δικό της ηγεμονικό ιδεολογικοπολιτικό διάβημα.

(3) Τρίτο ρήγμα· και φαρμακερό; Από το 2004 και έπειτα γινόμαστε μάρτυρες μιας τρίτης στιγμής εξάρθρωσης: εκείνης του ίδιου του συναινετικού μοντέλου και του φαντασιακού της «ισχυρής Ελλάδας», του «επανιδρυμένου κράτους», που έπλασε ο συγκλίνων δικομματισμός. Αυτή η εξάρθρωση βιώνεται σε τρεις διαδοχικές στιγμές, ενώ ο κύκλος που ανοίγει δεν έχει ακόμα σφραγιστεί. Τα πρώτα σημάδια της εκσυγχρονιστικής «κόπωσης» φαίνονται ήδη πριν το 2004, με την κυβερνητική δυσπραγία του ΠΑΣΟΚ και μετά την εκλογική του συντριβή. Έπειτα, με την πρωτόγνωρη κρίση που ξεσπά μετά το 2009, οπότε και η αφήγηση της «νέας εθνικής αυτοπεποίθησης» (ΠΑΣΟΚ/Σημίτης), της «επανίδρυσης του κράτους» και του «νοικοκυρέματος» των οικονομικών του (ΝΔ/Καραμανλής) καταρρέουν παταγωδώς μπροστά στο χαίνον τραύμα του πραγματικού, μπροστά στην πρακτική χρεοκοπία της χώρας. Είχε προηγηθεί μια πενταετία παλινωδιών, μικρότερων και μεγαλύτερων σκανδάλων, πολιτικής με ευαγγέλιο τα focus groups στο όνομα των «φιλήσυχων» πολιτών και των «νοικοκυραίων». Η παταγώδης (νέα) διάψευση των προσδοκιών από την κυβέρνηση Γιώργου Παπανδρέου και η είσοδος στην εποχή των μνημονίων δίνει τη χαριστική βολή στους όποιους εύθραυστους δεσμούς διατηρούσε το ΠΑΣΟΚ με την κοινωνική του βάση. Σύντομα η ΝΔ καθίσταται συνυπεύθυνη, πυροδοτώντας όμοιες ροπές αποταύτισης και μετεωρισμού στις αντίστοιχες κοινωνικές της αναφορές.

Τελικά, το εξαρθρωτικό συμβάν εκβάλλει στο σαρωτικό εκλογικό αποτέλεσμα των εκλογών του 2012, ενώ θα επιβεβαιωθεί –με όρους που μοιάζει να παγιώνουν την προοπτική ηγεμονίας της Αριστεράς– στις ευρωεκλογές του Μαΐου του 2014. Γιατί ωφελήθηκε εδώ ο ΣΥΡΙΖΑ; Η υπόθεσή μου είναι ότι αρθρώνοντας τη δημόσια παρουσία του τα τελευταία χρόνια σε πρωτίστως αντιεκσυγχρονιστική και αντινεοφιλελεύθερη κατεύθυνση, εξίσου απέναντι σε ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, είχε πλέον βρεθεί σε ευνοϊκή θέση ώστε να απευθυνθεί στις συλλογικές ανησυχίες και ματαιώσεις που από την ήπια και αμυντική δυσφορία εξέβαλαν πλέον σε ανοιχτή κοινωνική έκρηξη. Επιπλέον, σε επίπεδο πολιτικής στρατηγικής κινούνταν (και δείχνει να κινείται ακόμα) στην αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη του cartel party, αφού αναλαμβάνει ενεργά το αίτημα εκπροσώπησης κοινωνικών συμφερόντων στην πολιτική σκηνή και επιδιώκει ένα νέο διάβημα συμπερίληψης, απευθυνόμενος στους ηττημένους του εκσυγχρονισμού, τους ηττημένους της κρίσης.

Μοιάζει να βρισκόμαστε τώρα στην τελευταία πράξη του δράματος. Στο σημείο όπου ο λόγος ενός δυνάμει ηγεμονικού υποκειμένου αποκτά καθοριστική σημασία, αφού καλείται να πλάσει ενεργητικά τις ταυτότητες των υποκειμένων που καλεί στο προσκήνιο, να θέσει τους όρους της πολιτικής σύγκρουσης, να επιτελέσει μια κρίσιμη «δημοπαιδευτική μέριμνα». Αν ο «εκσυγχρονισμός» συστήθηκε ως αναστοχασμός (και απόρριψη) του ανδρεϊκού λαϊκισμού, ο οποίος αρθρώθηκε ως αποφασιστική ρήξη με την ηγεμονία της δεξιάς εθνικοφροσύνης, σήμερα μοιάζει να βρισκόμαστε μπροστά σε δύο πιθανά ενδεχόμενα: είτε το κοινό μέτωπο ΠΑΣΟΚ-ΝΔ θα βρει τρόπο να ανανεώσει την ηγεμονία του, να αναστοχαστεί τον «εκσυγχρονισμό», παράγοντας ένα «θετικό» αφήγημα πάνω στην «κρίση-καθεστώς», είτε η ριζοσπαστική Αριστερά θα καταφέρει να επιβάλει τη δική της αντι-ηγεμονία σε ευθεία ρήξη με τη νεοφιλελεύθερη συναίνεση και τη μεταπολιτική του «κέντρου». Η δεύτερη εναλλακτική μοιάζει, για διάφορους λόγους, πιο πιθανή και ενέχει μια μορφή αναστοχασμού για τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ και το ακροατήριό του.

Η ριζοσπαστική Αριστερά που εκπροσωπεί σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ ως δυνητικό υποκείμενο αλλαγής έχει ήδη κινηθεί σε μια μάλλον αντίστροφη κατεύθυνση από εκείνη του εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ, αναστοχαζόμενη το παρελθόν της ως «ανανεωτικής» Αριστεράς. Αυτό σήμανε η λεγόμενη «αριστερή στροφή» του ΣΥΝ, η δημιουργία του ΣΥΡΙΖΑ και το άνοιγμα στα κινήματα, η επαναφορά του κοινωνικού ζητήματος στην καρδιά του λόγου της Αριστεράς. Ο σημερινός χαρακτήρας της ριζοσπαστικής Αριστεράς δεν σημαίνει, ωστόσο, κατ’ ανάγκη οικειοποίηση των φορτίων του ανδρεϊκού λαϊκισμού (βαθιά προσωποκεντρικού, «χαρισματικού», εθνικιστικού, πελατειοκρατικού κτλ.), αυτό που ορισμένοι αποκαλούν «ΠΑΣΟΚοποίηση» του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά μια διπλή αποστασιοποίηση –τόσο απέναντι στο ανδρεϊκό αρχέτυπο εθνικολαϊκισμού και ηγετοκεντρισμού, όσο και στο εκσυγχρονιστικό παράδειγμα ελιτισμού και τεχνοκρατισμού.

Η ευνοϊκή θέση εκκίνησης του ΣΥΡΙΖΑ θα παραμένει, πάντως, επισφαλής όσο δυσκολεύεται να συναρθρώσει ένα λόγο ο οποίος δεν θα μένει μόνο στη σύγκρουση με τον λόγο που συνέχει τη ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και το λεγόμενο «φιλελεύθερο κέντρο» ως ελάχιστη κοινή αφήγηση (βλ. «απουσία εναλλακτικών»), που δε θα υπερτονίζει απλώς το στοιχείο της απώλειας και της πτώσης που επέφερε η κρίση, αλλά θα είναι κάτι παραπάνω: κάτι που θα ξεφεύγει από τη διαφύλαξη κεκτημένων και την προσδοκία ανάκτησης μιας χαμένης ευημερίας και θα προεικονίζει με όρους πολιτικούς και προγραμματικούς την προοπτική μιας προοδευτικής αλλαγής παραδείγματος σε ρήξη με την καταρρέουσα τάξη (order). Αυτό που διακυβεύεται εδώ, με άλλα λόγια, είναι το νέο ηγεμονικό αφήγημα, η ουσιαστική ανατροπή, η επανεκκίνηση σε νέα βάση. Και αυτό παραμένει διακύβευμα και για τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ, στο εσωτερικό του. Το έδειξαν άλλωστε και οι «αρρυθμίες» του τελευταίου διαστήματος, όπως και τα ουκ ολίγα «φάλτσα» των πρόσφατων εκλογών.

___

Δημοσιεύτηκε στο UNFOLLOW 31

πηγή – ΤΕΧΝΕΝΤΩΣ