heartfield

Εκατομμύρια στέκονται πίσω μου. Φωτομοντάζ του πρωτοπόρου Τζον Χάρτφιλντ (Γερμανός ήταν) που σατιρίζει το προεκλογικό συνθημα των Ναζί.

Του Νίκου Σαραντάκου

Συχνά συμβαίνει όταν συζητάμε στα κοινωνικά μέσα, να σου πει ο συνομιλητής σου ότι “και ο Χίτλερ με εκλογές βγήκε”. Τη φράση αυτή, που έχει εξελιχτεί σε κλισέ, τη βρίσκουμε επίσης και σε τίτλους άρθρων, ενώ το επιχείρημα ακούγεται συχνά και σε σχέση με ηγέτες και κόμματα που έχουν μεν την εντολή του λαού της χώρας τους αλλά που μας είναι δυσάρεστα -θυμάμαι ότι είχε κατά κόρον ακουστεί την εποχή της ανατροπής του προέδρου Μόρσι στην Αίγυπτο.

Κατά τη γνώμη μου, η φράση αυτή αποτυπώνει μονάχα τη μισήν αλήθεια, και μάλιστα θα έλεγα πως βρίσκεται πιο κοντά στο ψέμα, στην άρνησή της, παρά στην αλήθεια -γι’ αυτό και ο τίτλος που έβαλα. Θα επιχειρήσω να εξηγήσω τη θέση μου.

Υποστηρίζω ότι ο Χίτλερ δεν βγήκε με εκλογές, εννοώντας ότι δεν συγκέντρωσε ποτέ την πλειοψηφία (του λαού ή των εδρών) σε δίκαιες και ελεύθερες εκλογές. Δεν αρνούμαι βέβαια ότι το ναζιστικό κόμμα παρουσίασε στις αρχές της δεκαετίας του 1930 αλματώδη άνοδο της επιρροής του, αλλά ποτέ δεν έφτασε να αντιπροσωπεύει πλειοψηφικό μερίδιο -και μάλιστα, η ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι ο Χίτλερ έγινε καγκελάριος ύστερα από εκλογική ήττα του κόμματός του ή τουλάχιστον αισθητή υποχώρηση της δύναμής του.

Πράγματι, το Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα, όπως θα αποδώσουμε το Nationalsozialistische Deutsche Arbeiterpartei (NSDAP τα αρχικά του) μέσα στην οικονομική κρίση της εποχής (διπλή σε ένταση στη Γερμανία) εκτινάχτηκε στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 1930 στη δεύτερη θέση, συγκεντρώνοντας το 18,3% των ψήφων, ενώ στις αμέσως προηγούμενες εκλογές, του 1928, δεν είχε παρά 2,6% (αν και το 1924 είχε φτάσει το 6%). Πρώτο ήταν το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα με 24,5% και τρίτο το ΚΚΓερμανίας με 13,1% (πλήρη στοιχεία εδώ). Ωστόσο, δεν σχημάτισαν κυβέρνηση οι σοσιαλδημοκράτες, αλλά οι Κεντρώοι, με πρωθυπουργό τον Μπρύνινγκ, μια κυβέρνηση που δεν είχε πλειοψηφία στη Βουλή και κυβερνούσε σε μεγάλο βαθμό μέσα από προεδρικά διατάγματα.

Τον Μάιο του 1932 έγιναν προεδρικές εκλογές, στις οποίες οι Σοσιαλδημοκράτες και τα κεντρώα κόμματα υποστήριξαν τον απερχόμενο πρόεδρο Χίντενμπουργκ ως αντίβαρο απέναντι στον Χίτλερ, ενώ οι κομμουνιστές κατέβασαν τον πρόεδρό τους, τον Τέλμαν. Ο Χίντενμπουργκ συγκέντρωσε ποσοστό 49,6% στον πρώτο γύρο, χάνοντας για λίγες ψήφους την άμεση εκλογή. Ο Χίτλερ πήρε 30% και ο Τέλμαν 13%. Στον δεύτερο γύρο, ο Χίντενμπουργκ εξελέγη με 53% αλλά μετά την εκλογή του ακολούθησε πολιτική ολοένα και πιο φιλική προς τους Ναζί.

Στις βουλευτικές εκλογές του Ιουλίου 1932, οι Ναζί σχεδόν διπλασίασαν τη δύναμή τους, και πήραν την πρώτη θέση με 37% και 230 έδρες (η αύξηση της δύναμής τους έγινε κυρίως σε βάρος μικρών δεξιών κομμάτων). Δεύτεροι ήρθαν οι Σοσιαλδημοκράτες με 21,5% και τρίτοι οι κομμουνιστές με 14,3% (πλήρη στοιχεία εδώ).  Οι εκλογές του Ιουλίου έγιναν μέσα σε συνθήκες βίας, καθώς ο πρόεδρος Χίντενμπουργκ είχε άρει την απαγόρευση των SA, των παραστρατιωτικών ομάδων των Ναζί και είχε ορίσει πρωθυπουργό (Καγκελάριο) τον φον Πάπεν. Επίσης είχε μόλις απομακρυνθεί, με προεδρικό πραξικόπημα, η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση της Πρωσίας, του μεγαλύτερου ομόσπονδου κράτους.

Ωστόσο, το 37% ήταν το μεγαλύτερο ποσοστό που μπόρεσαν να συγκεντρώσουν οι Ναζί σε ελεύθερες εκλογές. Καθώς ο σχηματισμός κυβέρνησης ήταν αδύνατος, προκηρύχτηκαν νέες εκλογές για τον Νοέμβριο του 1932, στις οποίες το NSDAP πήρε πάλι την πρώτη θέση, αλλά με αρκετά μειωμένες τις δυνάμεις του: ποσοστό 33% και 196 έδρες. Μικρή μείωση υπέστησαν οι δεύτεροι σοσιαλδημοκράτες (20,4% και 121 έδρες), ενώ ενισχύθηκαν και πάλι οι κομμουνιστές (16,9% και 100 έδρες). Φαίνεται πως μια μερίδα ψηφοφόρων που είχαν δώσει ψήφο διαμαρτυρίας στον Χίτλερ τον Ιούλιο, φοβήθηκαν και δεν τον ψήφισαν τον Νοέμβριο (τα πλήρη αποτελέσματα εδώ).

Βλέποντας ότι το ναζιστικό κύμα έχει πιάσει οροφή και αρχίζει να πέφτει, οι ναζί και οι μεγαλοβιομήχανοι υποστηρικτές τους κατάλαβαν ότι έπρεπε να βιαστούν. Πάπεν παραιτήθηκε, ανέλαβε καγκελάριος προσωρινά ο στρατηγός Σλάιχερ, και ύστερα από δίμηνες διαπραγματεύσεις ο πρόεδρος Χίντενμπουργκ έδωσε την καγκελαρία στον Χίτλερ, στις 30 Ιανουαρίου του 1933, σε μια κυβέρνηση που είχε αντικαγκελάριο τον Πάπεν και περιλάμβανε τρία μόνο μέλη του ναζιστικού κόμματος και αρκετούς συντηρητικούς πολιτικούς.

Προκηρύχτηκαν νέες εκλογές για τις 5 Μαρτίου. Έχοντας πια την εξουσία, οι ναζί εξαπέλυσαν εκστρατεία τρομοκρατίας εναντίον κομμουνιστών και σοσιαλδημοκρατών, αλλά και κεντρώων: χαρακτηριστικό είναι ότι απαγορεύτηκαν είκοσι εφημερίδες προσκείμενες στο Κεντρώο κόμμα, επειδή επέκριναν τη νέα κυβέρνηση. Έξι μέρες πριν από τις εκλογές, στις 27 Φεβρουαρίου, συνέβη η προβοκάτσια του εμπρησμού του Ράιχσταγκ. Ο βολικός πρόεδρος Χίντενμπουργκ εξέδωσε το “Διάταγμα περί εμπρησμού του Ράιχσταγκ” (Reichstagsbrandverordnung) που ανέστελλε πολλές από τις ελευθερίες του Συντάγματος. Ο πρόεδρος του ΚΚΓ, ο Τέλμαν, συνελήφθη καθώς και 4000 μέλη του κόμματος, ενώ και η ηγεσία των σοσιαλδημοκρατών διέφυγε στην Πράγα.

Οι εκλογές που έγιναν κάτω από αυτές τις συνθήκες ήταν παρωδία. Το παράδοξο είναι ότι ακόμα και τότε οι Ναζί δεν κατάφεραν να συγκεντρώσουν απόλυτη πλειοψηφία, είτε στο λαό είτε στο κοινοβούλιο. Απέσπασαν το 43,9% των ψήφων και 288 από τις 647 έδρες, ενώ οι σοσιαλδημοκράτες ήρθαν δεύτεροι με 18.2% και, προφανώς εξασθενημένοι, οι κομμουνιστές τρίτοι με 12,3% (όλα τα αποτελέσματα εδώ).

Την επομένη των εκλογών το Κομμουνιστικό Κόμμα τέθηκε και επίσημα εκτός νόμου και οι βουλευτές του συνελήφθησαν, και στις 24 Μαρτίου 1933 εκδόθηκε ο “Νόμος περί Εξουσιοδότησης” (Ermächtigungsgesetz), που έδινε στην κυβέρνηση τη δυνατότητα να εκδίδει νόμους χωρίς την έγκριση της Βουλής και ουσιαστικά έδινε πλήρεις εξουσίες στον Καγκελάριο. Το ενέκριναν όλα τα κόμματα εκτός από τους Σοσιαλδημοκράτες (που μερικοί βουλευτές τους εμποδίστηκαν να προσέλθουν στην ψηφοφορία). Στις επόμενες εκλογές, τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου, όλα τα κόμματα εκτός από το ναζιστικό είχαν τεθεί εκτός νόμου και το ενιαίο ψηψοδέλτιο των Ναζί πήρε 92%. Άρχιζε μια πορεία στην κόλαση, που θα τέλειωνε τον Μάη του 1945.

Για να επανέλθω στο θέμα μου, από τα στοιχεία που παρέθεσα προκύπτει καθαρά ότι ο Χίτλερ δεν βγήκε με εκλογές. Ακόμα και στις εκλογές-παρωδία του Μαρτίου 1933 δεν μπόρεσε να πάρει αυτοδύναμη πλειοψηφία. (Και για να κάνω  μια παρένθεση, το ισχύον βιβλίο ιστορίας της Γ’ Λυκείου, που έχει κατηγορηθεί από πολλούς έγκριτους ιστορικούς, αναφέρει το 44% των εκλογών του 1933 σαν να πρόκειται για κανονικές εκλογές, ξεπλένοντας έτσι τη χιτλερική ανάρρηση στην εξουσία). Την εξουσία στον Χίτλερ δεν την έδωσαν οι ψηφοφόροι -αλλά οι μεγαλοβιομήχανοι και οι συντηρητικοί πολιτικοί.

Παρέθεσα τα γεγονότα κάπως ξερά και χωρίς σχολιασμό. Είναι σαφές ότι για την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία ευθύνες δεν έχουν μόνο οι μεγαλοβιομήχανοι και οι συντηρητικοί, αλλά και οι δυνάμεις της κεντροαριστεράς και της αριστεράς που πολύ αργά βρήκαν διάθεση να συνεννοηθούν. Αυτό είναι κάτι που μπορούμε να το συζητήσουμε και στα σχόλια, καθώς κάποιοι θα βρουν αναλογίες ανάμεσα στην κατάσταση της Γερμανίας το 1932 και της Ελλάδας σήμερα (δεν είμαι τόσο βέβαιος, αλλά θα σας ακούσω).

Δεν θέλω να κρύψω τις βαριές ευθύνες και της αριστεράς, πολύ περισσότερο που σήμερα από λίγους ευτυχώς ξανακούγονται ανιστόρητοι χαρακτηρισμοί -τότε έλεγαν σοσιαλφασίστες τους σοσιαλδημοκράτες, σήμερα κάποιοι μιλάνε για κεντροφασίστες- και πολύ ευχαρίστως να τις αναφέρετε στα σχόλια, αλλά ήθελα να μην ξεστρατίσω από το θέμα μου: Ο Χίτλερ δεν βγήκε με εκλογές.