anaplasi-04

Της Εφης Γιαννοπούλου & του  Θεόφιλου Τραμπούλη

Πίσω από το λόγο για την ηθική της φιλανθρωπίας, την καινοτομία και την αποτελεσματικότητα του ιδιωτικού έναντι του δημόσιου τομέα ή τις δίκαιες καταγγελίες της ανεπάρκειας και της αδιαφορίας του κράτους, συγκαλύπτεται μια νέα πραγματικότητα στο χώρο του πολιτισμού και συσκοτίζεται η ανάδυση νέων σχέσεων και συμφερόντων.

Αναφερθήκαμε στα προηγούμενα κείμενα για τον π0λιτισμό των ιδρυμάτων (εδώ και εδώ) στην ανάδειξη συγκεκριμένων ιδιωτικών ιδρυμάτων σε κεντρικούς παίκτες του πολιτιστικού πεδίου, εστιάζοντας στις παράλληλες παρεμβάσεις τους στον δημόσιο χώρο, που αλλάζουν τη γεωγραφία της πόλης προοικονομώντας ευρύτερες μεταβολές, στις ανισοβαρείς σχέσεις τους με τις δημόσιες πολιτικές ενός κράτους που, υπό το βάρος της δημοσιονομικής κρίσης (ή με πρόσχημα αυτήν), αποσύρεται ακόμα και από συμβατικές υποχρεώσεις του, καθώς και στο είδος των μορφών που προκρίνουν διαμορφώνοντας την ταυτότητά τους. Στο τρίτο αυτό κείμενο θα μας απασχολήσει ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται αυτές οι δράσεις και οι πρωτοβουλίες τους στον δημόσιο λόγο, τόσο από τους ίδιους τους φορείς όσο και από ποικίλους δημοσιολογούντες.

Η εμφάνιση των τριών κυρίως ιδρυμάτων (Ίδρυμα Ωνάση, Ίδρυμα Νιάρχου, ΝΕΟΝ) στο χώρο του πολιτισμού και οι παρεμβάσεις τους σε πεδία όπου συνήθως ασκούνται δημόσιες πολιτικές δεν συμπίπτουν μόνον με την οικονομική κρίση και την αδυναμία ή την έλλειψη βούλησης από την πλευρά του κράτους να στηρίξει τον πολιτισμό – ιδίως τη σύγχρονη δημιουργία. Έρχονται και σε μια στιγμή κατά την οποία ανθεί ως κυρίαρχη μια δημόσια ρητορική που υπερασπίζεται, εμμονικά σχεδόν, την ανάγκη ιδιωτικοποίησης όλο και περισσότερων δημόσιων φορέων και λειτουργιών και απαξιώνει καθετί το δημόσιο ως ανεπαρκές, σπάταλο, διεφθαρμένο ή/και οπισθοδρομικό. Σ’ αυτόν το λόγο, η δράση των συγκεκριμένων ιδρυμάτων προσφέρει ένα προνομιακό πεδίο επιχειρηματολογίας. Δεν είναι τυχαίο, μάλιστα, ότι ο σχετικός διάλογος γίνεται κατά κύριο λόγο στα λεγόμενα έντυπα πόλης (free press και αντίστοιχα διαδικτυακά περιοδικά) αλλά και από δημοσιογράφους που ασχολούνται με αντίστοιχα ζητήματα στις εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας. Δηλαδή συνήθως από μη ειδικούς και στο πλαίσιο της προώθησης δράσεων και εκδηλώσεων. Η κοινωφελής δράση των ιδρυμάτων δίνει τη δυνατότητα στους αρθρογράφους να υπερθεματίσουν όσον αφορά την υπεροχή του ιδιωτικού, τόσο σε ηθικό επίπεδο, όσο και ως προς την αποτελεσματικότητα και την καινοτομία.

Μια ενδεικτική σταχυολόγηση δημοσιευμάτων θα αρκούσε. Όπως η πρόσφατη συνέντευξη του Γιώργου Αγουρίδη, μέλους του ΔΣ του «Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος», και της υπεύθυνης επικοινωνίας του Λένιας Βλαβιανού στην popaganda.[1] Ο εύγλωττος τίτλος «Η ψυχή της δωρεάς και το κάτι παραπάνω», αλλά και η πρώτη πρόταση στην εισαγωγή της δημοσιογράφου Κατερίνας Ανέστη «Η συνθήκη δέους έχει εγκαθιδρυθεί οριστικά και αμετάκλητα στο Δέλτα Φαλήρου» δίνουν εξαρχής τον τόνο στο πώς παρουσιάζεται μια μείζονα παρέμβαση τόσο στην πολιτιστική ζωή της πόλης, όσο και στη γεωγραφία της.

«Οι συχνές αλλαγές υπουργών Πολιτισμού δυσχεραίνουν το έργο του ιδρύματος;» ρωτά λίγο πιο κάτω η δημοσιογράφος, για να δεχτεί καταφατική απάντηση. Η στήριξη του Φεστιβάλ Αθηνών εξαρτάται και από την προσωπικότητα του διευθυντή του, θα παραδεχτούν επίσης οι συνεντευξιαζόμενοι, που φροντίζουν να διοχετεύουν τις δωρεές τους χωρίς να δημιουργούν εφησυχασμό στους ευεργετούμενους. Όσο για το κεντρικό έργο του Ιδρύματος, τη μεταφορά της Λυρικής Σκηνής και της Εθνικής Βιβλιοθήκης στο Δέλτα Φαλήρου, το Ίδρυμα φαίνεται ότι διατηρεί αρκετές δικλείδες ασφαλείας προκειμένου να μειώσει το «ρίσκο της πλήρους ανάληψης της ευθύνης λειτουργίας τους από το Δημόσιο». Το Future Library, δημιούργημα του Ιδρύματος σ’ αυτήν τη φάση προετοιμασίας, θα διατηρήσει το έργο συντονισμού και εκσυγχρονισμού των δημόσιων βιβλιοθηκών της χώρας, ενώ το Ίδρυμα θα αναλάβει την επιλογή και την εκπαίδευση των νέων στελεχών των δύο δημόσιων οργανισμών. Αλλά και σε άλλη συνέντευξή του, ο κ. Αγουρίδης θα μιλήσει για τα μέτρα πολιτικής ή και οικονομικής πίεσης που μπορούν να ασκηθούν σε περίπτωση που το κράτος δεν αρθεί στο ύψος των περιστάσεων.[2] Ύψος δυσθεώρητο αν σκεφτεί κανείς τόσο τα έξοδα συντήρησης του πάρκου, όσο και τους διαρκώς συρρικνούμενους προϋπολογισμούς του ΥΠΠΟ.

Σε αντίθεση με τη Λυρική Σκηνή, που δεν φαίνεται να απασχολεί ιδιαίτερα τον δημόσιο λόγο, κι ας φαίνεται λογική η αναρώτηση «πόσα λυρικά θέατρα μπορεί να υποστηρίξει η Αθήνα;», η μεταστέγαση της Εθνικής Βιβλιοθήκης έχει προκαλέσει περισσότερες αντιδράσεις τόσο από τους βιβλιοθηκονόμους και το Σύλλογό τους, όσο και από το χώρο του βιβλίου γενικότερα. Οι δημοσιογράφοι ωστόσο θα επιμείνουν στο θαύμα του νέου κτιρίου, όπως και στον όρο «Νέα Εθνική Βιβλιοθήκη», σηματοδοτώντας τη ρήξη με το παρελθόν, όσο κι αν ο νέος διευθυντής της Φίλιππος Τσιμπόγλου, εμμένοντας στη συνέχεια, δηλώνει κατηγορηματικά πως Νέα Εθνική Βιβλιοθήκη δεν υπάρχει.[3]

Ο δημόσιος αυτός λόγος, προϊόν συνήθως μιας light δημοσιογραφίας, εστιάζει περισσότερο στο life style, στην ανάλαφρη πλευρά του τεχνολογικού εκσυγχρονισμού, στην «πλήξη των πολλών βιβλίων». Αντί να εγκαλέσει το κράτος για την ολέθρια και χρόνια αδιαφορία του, αντί να απαιτήσει αλλαγή πολιτικής, πανηγυρίζει στη σκέψη πως η Εθνική Βιβλιοθήκη έχει επιτυχώς εκχωρηθεί σε ιδιώτες. Είναι όμως έτσι;

Το δέος που γεννά το μεγάλο έργο στο Δέλτα Φαλήρου, άρρηκτα συνδεδεμένο με τη (μερική έστω και δίχως συνολικό σχεδιασμό) ανάπλαση του Παραλιακού Μετώπου, μετατρέπεται σε ρηχή αισιοδοξία στην περίπτωση της πεζοδρόμησης της Πανεπιστημίου. Στο χώρο των ειδικών, αρχιτεκτόνων, πολεοδόμων και συγκοινωνιολόγων, πολιτικών ή ακτιβιστών, έχουν διατυπωθεί πολλές και ενδιαφέρουσες απόψεις, τόσο κατά όσο και υπέρ του έργου. Έχει ακόμη προταθεί, από αρχιτέκτονες, η πεζοδρόμηση της Σταδίου, με σοβαρά επιχειρήματα που θα μπορούσαν να συζητηθούν. Πάλι όμως κυριαρχεί ο πανηγυρικός της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, η καταγγελία της μιζέριας των διαφωνούντων, και η αποδοχή του έργου τόσο από δημοσιογράφους όσο κι από τον δήμαρχο της πόλης ως μια νότα αισιοδοξίας που θα τονώσει το πεσμένο ηθικό της πόλης. Τι κι αν το πρόκριμα μιας τέτοιας παρέμβασης μοιάζει να έρχεται στην πιο ακατάλληλη εποχή; Τι κι αν το κράτος αναλαμβάνει με ευρωπαϊκά χρήματα και χωρίς δημόσια διαβούλευση να υλοποιήσει τη μελέτη ενός ιδιωτικού ιδρύματος, χωρίς επαρκείς μελέτες για τα προβλήματα που θα προκαλέσει στη μετακίνηση χιλιάδων ανθρώπων; Τι κι αν το έργο επικρίνεται ακριβώς επειδή δεν απευθύνεται στους κατοίκους του κέντρου, αλλά σε αργόσχολους περιπατητές του σαββατοκύριακου; Ο Δημήτρης Ρηγόπουλος, δημοσιογράφος για ζητήματα πόλης στην Καθημερινή και τη Lifo, ένθερμος υποστηρικτής κάθε ιδιωτικής παρέμβασης στην Αθήνα, θα ξεπετάξει με ένα άρθρο την αντιπρόταση για πεζοδρόμηση της Σταδίου διαπιστώνοντας: «μια λαμπρή, ανασχεδιασμένη Πανεπιστημίου έχει το ειδικό βάρος να παρασύρει πιο εύκολα ολόκληρο το κέντρο της πόλης / μια νέα Πανεπιστημίου θα παρασύρει τη Σταδίου».[4]

Πίσω απ’ αυτόν το λόγο που εμπλέκει την ηθική της φιλανθρωπίας και την υπεροχή του ιδιωτικού έναντι του δημόσιου, την αισιοδοξία και το δέος, συσκοτίζεται η έννοια του συμφέροντος. Ενός συμφέροντος όχι αποκλειστικά οικονομικού, όπως θα ήθελε ο στείρος οικονομισμός, αλλά που συνιστά ένα ευρύτερο πλέγμα σχέσεων και ωφελειών, εξαρτήσεων και διαπλοκών. Η νέα μορφή χορηγίας και παρέμβασης των ιδρυμάτων στο πολιτιστικό πεδίο, πέρα από πιθανά υλικά οφέλη, προσφέρει στους συγκεκριμένους φορείς συμβολικό κεφάλαιο και προνομιακό ρόλο στην παραγωγή πολιτισμού. Σε μια εποχή ανύπαρκτης κρατικής υποστήριξης προς τους δημιουργούς, οι καλλιτέχνες μπορούν να προσβλέπουν σχεδόν αποκλειστικά στη στήριξη των ιδιωτικών ιδρυμάτων και στη γενναιοδωρία των χορηγών, αν δεν θέλουν να δουλεύουν ιδίοις αναλώμασι, σε φτηνές παραγωγές και αυτοσχέδιους χώρους. Πόσοι όμως και με ποια κριτήρια θα καταφέρουν να επιλεγούν και βάσει ποιων παραχωρήσεων όσον αφορά τόσο τα ίδια τα έργα όσο και τις πολιτικές και άλλες απόψεις τους; Πόσες δημόσιες βιβλιοθήκες θα κριθούν βιώσιμες και θα ενταχθούν στα προγράμματα του Future Library και πόσες θα αναγκαστούν να κλείσουν ελλείψει χρηματοδότησης; Τι σημαίνει το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης ή η Σχολή Καλών Τεχνών να εξαρτούν την επιβίωσή τους από τις δωρεές ιδιωτών-συλλεκτών; Πόσο λυσσαλέος μπορεί να γίνει ο ανταγωνισμός για τη χορηγία ή τη δωρεά; Από την άλλη, δεν είναι μόνο ότι το κράτος απεμπολεί το ρόλο του και αφήνεται σε παρεμβάσεις που αναγκαστικά είναι μερικές, επιλεκτικές, δειγματοληπτικές. Δεν είναι ότι απουσιάζει το πλαίσιο και ο αναγκαίος κεντρικός σχεδιασμός. Είναι και ότι ο ανάλαφρα στοχευμένος λόγος στον οποίο πιο πάνω αναφερθήκαμε, μπορεί να γίνει όχημα και κερκόπορτα για πιο «πραγματικές» ιδιωτικοποιήσεις και εγχωρήσεις, όχι πια σε φιλανθρωπικά ιδρύματα και χορηγούς.

[1] http://popaganda.gr/psichi-tis-doreas-ke-kati-parapano

[2] http://www.chronosmag.eu/index.php/g-ges-l-p-pls-pls.

[3] http://www.avgi.gr/article/2994465/filippos-tsimpoglou-i-ethniki-bibliothiki-uparxei-akomi-epeiditin-stirizoun-oi-anthropoi-tis

[4] http://www.lifo.gr/mag/columns/6298

 

Δημοσιεύτηκε στο Unfollow 31

πηγή – ΤΕΧΝΗΕΝΤΩΣ