(Μιά γερή γροθιά στο στομάχι του κάθε παραπλανημένου…)

Ένα πολύ ενδιαφέρον αφήγημα για τους Γερμανούς νοικοκυραίους και τη Γερμανία των ναζί, γραμμένο από έναν  Έλληνα ( 2ο & τελευταίο μέρος)

Συνέχεια από το μέρος Α

«Wirzahltzahlten die Schulden mit unserer Nichtigkeit – πληρώναμε το χρέος με την ανυπαρξία μας».

Ξαφνικά αισθάνομαι πως έχω κάνει μπουρδελότσαρκα στο πιο βρώμικο μπορντέλο της ιστορίας και φοβάμαι μην έχω κολλήσει κάποιο συφιλιδικό έλκος στο μυαλό.

«Την πρώτη φορά που άκουσα για το NSDAP ήταν όταν μοίρασαν κάρβουνο δωρεάν». Σταμάτησε για λίγο. Νομίζω πως περίμενε κάποια έκφραση θετικής έκπληξης από τον πατέρα μου, που δεν ήρθε όμως και συνέχισε. «Μοίρασαν δωρεάν κάρβουνο!», το τόνισε αυτό,«Καταλαβαίνεις; Ο κόσμος πανηγύριζε και έτρεχε να προλάβει, οι του κόμματος μοίραζαν σακιά με μπρικέτες. Σε λίγα λεπτά άδειασαν δεκάδες κάρα, όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Ο πατέρας μου ήρθε χαρούμενος σπίτι με ένα τσουβάλι μπρικέτες. Είχε μάθει από την προηγούμενη μέρα πως θα τα μοίραζαν, του το είπαν συνάδελφοί του που ήταν στο κόμμα και είχε πιάσει θέση από νωρίς στην πλατεία. Είχα χρόνια να δω χαμόγελο στο πρόσωπο του πατέρα μου, ίσως και να μην τον είχα δει ποτέ πριν να χαμογελά. Ως τότε δεν είχε ασχοληθεί ποτέ με κόμματα, συνδικάτα ή πολιτική. Από κείνη τη μέρα δεν έλειψε ποτέ από εκδήλωση του κόμματος. Ποτέ!»

Ο πατέρας μου άκουγε υπομονετικά. Προσπαθούσε να καταλάβει. Νομίζω πως η περιέργειά του τώρα ήταν μεγαλύτερη από την αρχική, όσο μέσα του ξύπναγαν αυτόματα οι μνήμες και οι παραλληλισμοί. Φαντάζομαι θα σκεφτόταν πως στην κατοχή πέθανε ο αδερφός του, επίσης από ένα απλό κοινό κρυολόγημα. Πως στην Αθήνα τα κάρα του δήμου μάζευαν κάθε πρωί εκατοντάδες τυμπανισμένα από την ασιτία πτώματα. Θα θυμόταν σίγουρα τους πλούσιους μαυραγορίτες συνεργάτες των ναζί, το χωριό που πυρπολήθηκε δυο φορές (τη δεύτερη έκαψαν ζωντανούς ανθρώπους που είχαν φυγαδεύσει αντάρτες του ΕΛΑΣ), τις ξυπόλυτες διαδρομές στο χιόνι για να πάει στο γυμνάσιο, τον καλύτερο παιδικό του φίλο, τον Θανάση, που μία ριπή απ’ τα αεροπλάνα διέλυσαν το κεφάλι του ενώ ήταν δίπλα του στο βουνό, το πληθωριστικό χρήμα, τον εμφύλιο και αργότερα τα εξευτελιστικά ψευτοσυσσίτια της Φρειδερίκης και την πείνα. Την άτιμη πείνα που τον συνόδευε, αδιάκοπα, από παιδί μέχρι τις αρχές του ’60 που μετανάστευσε. Την πείνα και τον φασισμό που τον έφερε στην ξενιτιά σχεδόν ως αυτοεξόριστο, «Gastarbeiter».

«Gastarbeiter» – Φιλοξενούμενος Εργαζόμενος. Η εύηχη, ποιητική και πολιτικά ορθή φράση που χρησιμοποιούσαν στη Γερμανία του ’60 για τους σκληρά εργαζόμενους μετανάστες, που στην πλειοψηφία τους ήταν από χώρες που είχε καταστρέψει η Γερμανία και που έκαναν φτηνά όλες τις δύσκολες και βρώμικες χειρωνακτικές εργασίες, που κανένας Γερμανός δεν καταδέχονταν πια να κάνει. Υποψιάζομαι πως αν στην Αθήνα του Περικλέους μιλούσαν γερμανικά, θα αποκαλούσαν έτσι τότε τους σκλάβους που εργάζονταν και πέθαιναν στα εργοτάξια, για να φιλοσοφούν και να μπεκρολογούν ολημερίς ελεύθερα οι «πολίτες» και να διαφημίζουν σήμερα οι νεοέλληνες το μεγαλύτερο εξαγώγιμο προϊόν που δημιούργησε ποτέ η Ελλάδα, την (υπέρ)αστική δημοκρατία. Όχι, μη σοκάρεστε, η Ακρόπολη δεν χτίστηκε από δημοκράτες πολίτες, χτίστηκε από Gastarbeiter.

«Και πού το βρήκαν αυτοί το κάρβουνο;» ρώτησε πολύ απλά πατέρας μου. Θα μπορούσε να έχει ρωτήσει εκατοντάδες άλλα πράγματα όπως, το αυθόρμητο γέννημα της αξιοπρέπειας και της οργής: «Μα για ένα τσουβάλι κάρβουνα γίνατε ναζί;». Όμως ρώτησε απλά μόνο αυτό. Ο γέρος μου μερικές φορές έχει αυτή τη σχεδόν εκνευριστική, σχεδόν προβοκατόρικη διαύγεια, όταν μιλάει για πολιτική. Εκνευριστικά ορθολογική νηφαλιότητα, πιο εκνευριστική και από το ιταλικό κατενάτσιο του ’60 σε ποδοσφαιρικές αναλογίες. Κατά καιρούς έχω χάσει πολλές φορές το δίκιο μου σε πολιτικά ντέρμπι μαζί του, από αυτό το σύστημα. Αποτελεσματικός μέχρι αηδίας. Έχει ακόμη και σήμερα αυτή τη μαιευτική μέθοδο να θέτει ερωτήσεις. Σίγουρα ήταν μια από αυτές τις φορές όμως που έκανε την καταλληλότερη και διεισδυτικότερη ερώτηση, κατευθείαν στον στόχο.

«Και πού τα βρήκαν αυτοί τα κάρβουνα;» Στη γερμανική αργκό, η λέξη «Kohle – κάρβουνο» σημαίνει χρήμα, φράγκα, μπικικίνια, που λέμε στη δική μας αργκό. Η έκφραση αυτή είναι απομεινάρι της βιομηχανικής εποχής, όπου η κινητήριος δύναμη των πάντων, το καύσιμο των ατμομηχανών, ήταν το κάρβουνο.

Σιωπή για λίγο, σαν να προσπάθησε ο παππούς να κάνει κάποιους συνδυασμούς λέξεων. Σιωπή αμήχανη, σαν την κερκίδα των οπαδών της ομάδας που επί 90 λεπτά πολιορκεί την αντίπαλη περιοχή χωρίς αποτέλεσμα και στα τελευταία δευτερόλεπτα τρώει ένα θεαματικό γκολ από τη φιλοξενούμενη ομάδα. «Τι σημασία έχει;» είπε. «Δεν ξέρω», κόμπιασε λίγο. «Σημασία έχει πως είχαμε κάρβουνο να ζεσταθούμε! Κανείς δεν αναρωτήθηκε τότε από πού το βρήκαν, το ζήτημα είναι πως το μοίρασαν το κάρβουνο και το έκαναν και άλλες φορές αυτό. Μοίρασαν κάρβουνο, αυτό είναι το γεγονός, Petros (έτσι αποκαλούσε τον πατέρα μου, με το μικρό του όνομα). Προφανώς θα το αγόρασαν». Όμως καθώς τελείωνε τη φράση του αυτό το «προφανώς» σκάλωσε σαν ψαροκόκαλο στον λαιμό του και είχε έναν εκνευρισμό στην εκφορά του.

Προφανώς το κόμμα των εξαθλιωμένων και πάμφτωχων εργατών είχε πόρους και η «αφελής» ερώτηση του πατέρα μου ήταν ένα σαφές υπονοούμενο που ο παππούς δεν ήθελε να ακούσει. Πριν προλάβει ο πατέρας μου να ξαναρωτήσει, συνέχισε: «Εντάξει, εντάξει… Ακούγονταν φήμες για κάποιους κρυφούς ευεργέτες, πατριώτες. Κάποιους καλούς Γερμανούς επιχειρηματίες που χορηγούσαν το κόμμα. Κάποιους ανώνυμους και σεμνούς, πραγματικούς Γερμανούς, που δεν ήθελαν να αποκαλυφθούν τα ονόματά τους, κάποιους φιλεύσπλαχνους που φρόντιζαν για την ανόρθωση της πατρίδας. Πού είναι το κακό σε αυτό ;»

Ο πατέρας μου γύρισε προς το μέρος μου, έκανε πως δήθεν απευθύνθηκε σε μένα, έκανε μια μικρή γκριμάτσα σαν να μου έλεγε «μην απαντήσεις τώρα” και παραμίλησε μουρμουρίζοντας σιγά μέσα από τα δόντια του στα ελληνικά για να μην καταλάβει ο παππούς, “Αυτοί που τα παιδιά τους σας πέταγαν τα λουκάνικα στη λάσπη για να διασκεδάσουν ε ; …”.

Αμέσως δυνατότερα και καθαρά είπε “πάλι αεροπλάνο φτιάχνεις με τα τουβλάκια μικρέ;”. Σήκωσα ψηλά το μισοτελειωμένο σταυροειδές κατασκεύασμα και έκανα πως πετάει, ο παππούς χαμογέλασε μέσα από το παχύ μουστάκι του με καμάρι. “Ein Μesserschmitt” είπα και μάλλον χωρίς να το θέλω αποφόρτισα για λίγο την ατμόσφαιρα.

“Μοίρασαν και τρόφιμα και πετρέλαιο για τις λάμπες κάποιες άλλες φορές. Πήγαινε και ο πατέρας μου και βοηθούσε στις διανομές. Ο κόσμος που συνέρρεε ήταν πολύς και έπρεπε να τηρείται η προτεραιότητα και φυσικά να ακούσουν όλοι πρώτα, πριν αρχίσει η διανομή, τον λόγο που έβγαζε ο αντιπρόσωπος του κόμματος, πολλές φορές διάβαζαν και χαιρετισμό και μηνύματα του ίδιου του Αρχηγού, αργότερα μοίραζαν μαζί και την εφημερίδα” συνέχισε, “σε πολύ λίγο καιρό ήταν παντού !

Στις μπιραρίες μαζεύονταν και συζητούσαν, οργάνωναν συγκεντρώσεις και απεργίες, εκπροσωπούσαν τους εργάτες στα εργοστάσια, μας έβρισκαν δουλειές! Οι εφημερίδες τους ήταν σε κάθε σπιτικό. Στις εκκλησίες δημιουργούσαν σχολεία, μας μάθαιναν ιστορία. Την δική μας ιστορία, την ιστορία των Γερμανών, των καθαρών κατοίκων αυτού του τόπου, την κληρονομιά του πολιτισμού μας, την αλήθεια!

Είχε στόμφο ο λόγος τους, αλλά ήταν και απλός και κατανοητός. Ήταν ένας ξεσηκωμός. Ενάντια σε αυτούς που μας είχαν αποδεκατίσει. Ενάντια στους ξεπουλημένους πολιτικούς και τους εχθρούς της φυλής μας. Ήταν η ελπίδα για δικαιοσύνη. Η ελπίδα για δικαιοσύνη, η τιμωρία στους προδότες, αυτό που όλοι θέλαμε. Ήταν η ασφάλεια μας, ήσουν μαζί τους και ήξερες πως ανήκεις κάπου, δεν ήσουν μόνος και εγκαταλελειμμένος. Έβρισκες βοήθεια, δουλειά και συμπαράσταση. Ήταν η ελπίδα του έθνος. Υποσχέθηκαν να τους κρεμάσουν όλους τους προδότες. Και ο οδηγητής μας”, κοίταξε το κάδρο, “Ο Αδόλφος”, είπε το όνομα με την οικειότητα που αποκαλούμε έναν κολλητό μας, “ήταν απόμαχος, πολέμησε, στο μέτωπο, στα χαρακώματα, ήταν ένας από τους πατεράδες μας, ένας άνθρωπος του λαού, απλός, Γερμανός, ένας ήρωας του πολέμου, δεν άνηκε στους εχθρούς της πατρίδας, δεν ήταν από τις οικογένειες των διεφθαρμένων ευγενών που γλένταγαν όταν ο λαός πολεμούσε.”

“Δεν κρέμασαν όμως και πολλούς πλούσιους τελικά ε;” τον διέκοψε ο πατέρας μου με ελάχιστη δόση ειρωνείας.

Ο γέρος μου σπάνια εκτρέπεται από την ευγένεια και την τυπικότητα στις κουβέντες του, αλλά σε αυτή τη φράση του ξέφυγε ένα ίχνος ειρωνείας. Όχι περιφρόνησης απέναντι στον αφηγητή, αλλά ειρωνείας απέναντι στην ιστορία που έλεγε. “Ούτε και πολλούς από αυτούς τους πολιτικούς κρέμασαν ε ;” συμπλήρωσε ο πατέρας μου.

Ο παππούς έκανε πως δεν άκουσε. Αλλά είμαι βέβαιος πως άκουσε μια χαρά, ήταν τέρας υγείας εξ άλλου. Απλά δεν είχε απάντηση. Ή μάλλον δεν υπήρχε η κατάλληλη απάντηση που να μπορεί να την χρησιμοποιήσει χωρίς να παραδεχτεί ταυτόχρονα πως όντως έτσι ήταν. “Τον έκλεισαν στην φυλακή επειδή τα έβαλε μαζί τους”, απάντησε τελικά και το επανέλαβε, αυτή τη φορά με σταθερή και σίγουρη φωνή, σαν σκράπας μαθητής που θυμάται ξαφνικά την λύση μιας άσκησης που έχει αποστηθίσει, “Τον έκλεισαν στην φυλακή επειδή τα έβαλε μαζί τους! Οι πουλημένοι πολιτικοί και οι λεφτάδες. Τον έτρεμαν γιατί ήταν αληθινός και ανιδιοτελής πατριώτης! Τον έκλεισαν φυλακή αυτό και μόνο αποδεικνύει πόσο ειλικρινείς προθέσεις είχε. Όμως αυτό μας πείσμωσε περισσότερο, στις μπιραρίες είχαν τις φωτογραφίες του, σε κάθε συγκέντρωση του κόμματος οι σύντροφοι ήταν όλο και περισσότεροι, είχαμε στρατιωτική πειθαρχεία και οργάνωση και έτσι δεν μπορούσαν να μας αντιμετωπίσουν, είμαστε ο Γερμανικός λαός που έπαιρνε πίσω τη χώρα του από τους προδότες. Αυτό ήμασταν, ο πραγματικός Γερμανικός λαός και στρατός μαζί. Οι στρατιωτικοί και οι αστυνομικοί που ήταν και αυτοί εξαθλιωμένοι απλοί άνθρωποι του λαού, μας βοηθούσαν και αυτοί και σε λίγους μήνες ήταν στην απόλυτη πλειοψηφία τους μέλη του κόμματος. Σύντροφοι όλοι”.

Ο πατέρας μου έμεινε εμβρόντητος, μιας και η λέξη σύντροφος ήταν απαγορευμένη ακόμη και σαν ψίθυρος στην Ελλάδα της εποχής για τους γνωστούς λόγους.

Ο εθνικοσοσιαλισμός έκανε μεγάλες κάθετες εφορμήσεις στην ανοιχτή δανειστική βιβλιοθήκη της κομουνιστικής θεωρίας, προκειμένου να γίνει το καλοστημένο ανάχωμα απέναντι στο κομουνιστικό κόμμα και να αυτοχρισθεί, ως το κόμμα των συμφερόντων των εργατών. Ο “σοσιαλισμός” ως συνθετικό, ήταν ούτως η άλλως εξ ίσου κάλπικος και δανεικός όρος, με την “συντροφικότητα”, εντός του ναζιστικού κόμματος.
Μερικές λέξεις στην ιστορία της πολιτικής είναι πραγματικά θύματα  βιασμού, παράφυση, κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση.

“Ό Γερμανικός λαός ήταν με το μέρος του. Το βιβλίο του, “Ο Αγών μου”, που έγραψε μέσα στη φυλακή, πήγαινε από χέρι σε χέρι. Δεν μπόρεσαν να τον κρατήσουν φυλακισμένο παρά λίγους μήνες, γιατί το κόμμα ήταν παντού πλέον. Ο Γερμανικός λαός τον έκανε Καγκελάριο.”

“Μα ήταν δικτάτορας!” είπε έντονα και σίγουρα ο πατέρας μου, υψώνοντας τον τόνο της φωνής του.

“Όχι! Όχι Petros! Κάνεις λάθος! Ήταν νόμιμα εκλεγμένος από την πλειοψηφία του Γερμανικού λαού στις εκλογές!”, απάντησε ο παππούς κουνώντας μάλιστα και το δάκτυλο σαν δάσκαλος που επιπλήττει τον πιο τεμπέλη μαθητή της τάξης, “ο λαός τον εξέλεξε, κέρδισε τις εκλογές του 1932 καθαρά και με μεγάλη διαφορά. Δημοκρατία ήταν το πολίτευμα όταν εκλέχτηκε πρώτο το κόμμα! Τον εκλέξαμε, αυτή είναι η αλήθεια. Σίγουρα τώρα, εκ των υστέρων, αφού χάσαμε τον πόλεμο, όλοι λένε πως δεν έχουν καμία σχέση, πως δε γνώριζαν, όμως λένε ψέματα. Είναι δειλοί και λένε ψέματα! Εγώ δεν ντρέπομαι να πω την αλήθεια! Ήταν σχεδόν οι μισοί Γερμανοί που ψήφισαν το κόμμα. Μαζί με τα άλλα κόμματα που τον στήριξαν ήταν σχεδόν το μισό της βουλής, απολύτως δημοκρατικά και νόμιμα έγινε καγκελάριος.”

Νομίζω πως ήταν από τις λίγες φορές κατά την διάρκεια εκείνης “της συζήτησης για μεγάλους” που ο πατέρας μου πελάγωσε προσπαθώντας να συνδέσει τα όσα άκουγε με τα όσα γνώριζε από την ιστορία που είχε διαβάσει, αλλά κυρίως με τα βιώματα του. Δεν είναι κανένας ακαδημαϊκός ο γέρος μου, αλλά είχε τελειώσει οικονομικά σε νυχτερινή σχολή της Γερμανίας, δουλεύοντας παράλληλα και αγαπούσε πολύ την ιστορία και διάβαζε πολύ όταν είχε χρόνο. Ξαφνικά έσπασε στα μούτρα του ένα μεγάλο απόστημα ιστορικής πραγματικότητας γεμάτο σιχαμερό πύον. Δεν ήταν άγνωστο σε εκείνον πως εκλέχτηκε το ναζιστικό κόμμα, πρώτο, με μεγάλο ποσοστό το 1932, αλλά ήταν μάλλον ένα μικρό σοκ η συνειδητοποίηση πως είχε αποτυπωθεί μέσα του η καθιερωμένη αντίληψη της “κοινής γνώμης” πως ο Χίτλερ ανέλαβε την εξουσία ως δικτάτορας.

Η απενοχοποίηση της γερμανικής κοινωνίας στηριζόταν, κατά κύριο λόγο, σε αυτό το επιχείρημα, πως δηλαδή ο πολύς κόσμος δεν φταίει, πως ήταν δικτατορία και άρα ότι έγινε ήταν πέρα από την βούληση των πολιτών. Πρέπει να ήταν πολύ οδυνηρό για εκείνον το συμπέρασμα που έβγαινε για την πολυπόθητη δημοκρατία στην εφαρμοσμένη της διάσταση, γιατί για αρκετή ώρα έπεσε σιωπή.

Αστική Δημοκρατία –  το ελαττωματικό πλυντήριο. Θα αγόραζε ποτέ κανείς άραγε ένα πλυντήριο, ακόμη και ένα απόλυτου γερμανικής ποιότητος, που να διαφημίζεται με το σλόγκαν : “τα κάνει όλα κατάλευκα, ακόμα και τα χρωματιστά.” ; Απ ότι φαίνεται με το κατάλληλο μάρκετινγκ ο κόσμος αγοράζει τα πάντα, ακόμα και αυτό το ελαττωματικό πλυντήριο. Ξεκάθαρα είχε εκλεγεί το κόμμα των ναζιστών από την μεγάλη πλειοψηφία των Γερμανών.

Η πλύσιμο της μπουγάδας του βρωμερού μπορντέλου στους 90 βαθμούς με χλωρίνη και άρωμα λεβάντας, δεν κάνει λιγότερο σιχαμερά τα σεντόνια που είναι στρωμένα πάνω στην καριόλα την ιστορία. Το ακόμα χειρότερο γεγονός: το ναζιστικό κόμμα είχε εκλεγεί πρώτο, ενώ διατύπωνε φανερά και απερίφραστα τις γνωστές αντιδημοκρατικές και αντιανθρωπιστικές θέσεις του και ενώ τραμπούκιζε ήδη πολιτικούς αντίπαλους. Μαζί με την οργή, την εκδίκηση, την ανέχεια, την πείνα και την εξαθλίωση που έκαναν τα χέρια των Γερμανών να επιλέγουν το ψηφοδέλτιο του ναζιστικού κόμματος στο παραβάν, στα μυαλά τους είχε εμφυτευτεί μεθοδικά η ιδεοληψία της εθνικής καθαρότητας και ανωτερότητας της φυλής, η ανάσταση μιας “αυτοκρατορίας” και η επιλογή ενός αυταρχικού και αντιδημοκρατικού συστήματος εξουσίας. Ναι ο Γερμανικός λαός, πλανημένος ή μη, είχε επιλέξει εντελώς δημοκρατικά, με την βούλησή του, να μην έχει … δημοκρατία.

Πρέπει να ήταν σοκ για τον πατέρα μου η κατάρρευση του μύθου πως ο Γερμανικός λαός ήταν στην πλειοψηφία του άμοιρος ευθυνών για ότι καταστροφή έφερε στον κόσμο ο ναζισμός.
Το άδειο στομάχι είναι ο χειρότερος εχθρός του μυαλού. Όταν ο οργανισμός δε έχει άλλα αποθέματα λίπους να κάψει, μάλλον καταβροχθίζει τα κύτταρα του εγκεφάλου του, σαν να προσπαθεί να αυτοκτονήσει ανώδυνα για να μην υποφέρει από τον αργό θάνατο της ασιτίας. Ο ναζισμός ήταν κατά κάποιο τρόπο ένα απονενοημένο διάβημα μιας διαλυμένης, ατιμωμένης και απελπισμένης κοινωνίας. Όμως όταν η απελπισία και η ανέχεια είναι συστημικά και συστηματικά κατασκευάσματα και όχι αποτελέσματα τυχαίων συμφορών, τότε η αυτοκτονία είναι φόνος εκ προμελέτης και οι “κατασκευαστές πλυντηρίων” είναι φονιάδες με πρόθεση.

Η βόλτα στο δαιδαλώδες μπουρδέλο της ιστορίας μοιάζει ατελείωτη. Είναι σαν εφιάλτης, από αυτούς τους κλειστοφοβικούς, πού όποια πόρτα εξόδου και αν ανοίγεις με αγωνία για να ξεφύγεις από κάτι κακό που σε κυνηγάει, σε βγάζει ξανά στην κύρια είσοδο. Εκεί που σε υποδέχεται ο κομφερανσιέ με το τρομακτικό χαμόγελο. “Καλώς ήρθατε, περάστε, το παραβάν είναι στο βάθος, δίπλα απ τα τσιγκέλια με τα σφαγμένα πτώματα, είστε ελεύθεροι να επιλέξετε εμάς για την αυτοκτονία σας.” Κάθε φορά που ξυπνάς γλυτώνεις και μετά φοβάσαι για λίγο να ξανακοιμηθείς, αλλά μετά ανάβεις την TV και τελικά ξαναποκοιμιέσαι …

“Σε ελάχιστο χρόνο άλλαξαν όλα, ο μουλαρόδρομος έγινε λιθόστρωτο, αποκτήσαμε ρεύμα, τα εργοστάσια δούλευαν, υπήρχαν δουλειές, σχολεία, αστυνομία, στρατός – η θητεία έγινε υποχρεωτική*16, το χρήμα είχε σταθερή αξία. Εγώ σπούδασα σε τεχνική σχολή, έγινα μηχανικός και δούλεψα σε μια βιομηχανία που έφτιαχνε εξαρτήματα για κινητήρες. Όλα έτρεχαν με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, έργα, δρόμοι, σιδηρόδρομοι, βιομηχανίες, στάδια, πάρκα, ζωολογικοί κήποι, δημόσια κτήρια, παντού κάτι ανεγειρόταν, παντού τάξη και ανάπτυξη. Και μόρφωση για όλους τους Γερμανούς και υγεία για όλους τους Γερμανούς, ακόμα και δωρεάν μάσκες αερίων για όλους τους Γερμανούς και καταφύγια για το ενδεχόμενο νέου πολέμου και κάρτα τροφίμων για όλους τους άπορους Γερμανούς και ασφάλεια για όλους τους Γερμανούς.”, ξανάναψε το πούρο του με ένα σπίρτο, “Και φυσικά βοηθάγαμε όλοι και εθελοντικά να ξαναγίνουμε αυτοκρατορία. Με τους συντρόφους θυμάμαι σκάψαμε εθελοντικά το αντιαεροπορικό καταφύγιο στο σταθμό του τραίνου εδώ στο Vohwinkel*18, σκάβαμε και τραγουδάγαμε και γλεντάγαμε. Αργότερα το ανέλαβε μια κατασκευαστική εταιρία με καταναγκασμένους από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Kemna*20”, ο πατέρας μου τότε πετάχτηκε και διέκοψε την νοσταλγική αναπόληση του παππού.

Ήταν η στιγμή που σίγουρα περίμενε από την αρχή της κουβέντας, η στιγμή που ο μετανάστης, που επί χρόνια εξάτμιζε τον ιδρώτα του στην ατμομηχανή του “οικονομικού θαύματος” της Γερμανίας, μπορούσε να βάλει το δάχτυλο βαθιά στην πληγή, να σηκώσει το βαρύ χλιδάτο μοβ χαλί κάτω απ το οποίο είχε σκουπιστεί πρόχειρα η τέφρα της ανθρωπιάς και να κοιτάξει από κάτω.

Δε έχει καμία σημασία πως ο γέρος μου είχε σαφή θέση και έχθρα για το ναζισμό και πως ήξερε, μέσες άκρες, την αλήθεια, εδώ η περιέργεια υπερίσχυε. Εδώ η περιέργεια ήταν δυνατότερη και από την πείνα της γενιάς του που έκανε, τους ήρωες να ρισκάρουν τη ζωή τους με ρεσάλτα για μία γερμανική κονσέρβα, τους λιγούρηδες να ξεπουλάνε τις ζωές των άλλων για μια εγγλέζικη κονσέρβα και τους μεσαίους νοικοκυραίους να κάνουν κονσέρβα την ζωή και τα όνειρα των παιδιών τους.

Εξ άλλου, απ την αρχή η ερώτηση “Μα γιατί ;” που έκανε, κουβάλαγε και την υπονοούμενη συνέχεια, “Μα γιατί έχεις κρεμασμένο στον τοίχο σου ένα κάδρο, αυτού που ξεκλήρισε εκατομμύρια αθώους ανθρώπους ;” και τώρα η κουβέντα έφτανε στην πραγματική φρίκη με την οποία ήταν παγκοσμίως πια σημειολογικά συνδεδεμένο αυτό το κολοβό μουστάκι του κάδρου.

“Στρατόπεδα συγκέντρωσης;” είπε με έμφαση ο πατέρας μου, “καταναγκασμένοι εργάτες που δούλευαν σε έργα και βιομηχανίες; Δεν ήταν ποινικοί εγκληματίες, που  καταδικάστηκαν σε καταναγκαστική εργασία Willi! Όλοι γνωρίζουμε πως ήταν Εβραίοι, Τσιγγάνοι και Κομουνιστές. Άνθρωποι που απλά είχαν άλλες ιδέες και καταγωγή Willi, απλοί άνθρωποι που ζούσαν μαζί σας πριν, πως μπορείς να …” ο παππούς διέκοψε χωρίς να δείχνει κανένα ίχνος ενοχής “Κομμουνιστές; Οι Μπολσεβίκοι θα εννοείς; μα ήταν ποινικά καταδικασμένοι, με βάση το νόμο Ermächtigungsgesetz. Αυτοί και οι σοσιαλιστές είχαν φτάσει τη χώρα στο χείλος του εμφυλίου. Σε πολλές πόλεις μάχονταν μεταξύ τους με ένοπλες ομάδες, πυρπόλησαν το κοινοβούλιο και τέθηκαν εκτός νόμου. Εκτός νόμου σημαίνει παράνομος …” ο πατέρας μου διέκοψε πάλι έντονα “μα ήταν κόμματα, δεν μπορείς να βγάζεις παράνομο ένα κόμμα, ήταν πολιτικές οι διώξεις, ήταν εξόντωση πολιτικών αντιπάλων!”.

Ο παππούς συνέχισε ακάθεκτος με απόλυτη σιγουριά στο λόγο του, θα πρέπει να πίστευε 1000% τα όσα έλεγε, “Αυτοί οι νόμοι φτιάχτηκαν από την δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση για να προστατευτεί η χώρα από ένα εμφύλιο πόλεμο, οι νόμοι φτιάχνονται για να τηρούνται Petros. Θέλαμε τάξη και ασφάλεια, δεν θέλαμε ένα πόλεμο Γερμανών εναντίων Γερμανών, δεν αντέχαμε άλλο ξεκλήρισμα, οι μπολσεβίκοι και οι σοσιαλιστές ήταν εγκληματίες ενάντια στον απλό Γερμανικό λαό !”

Τέντωσα τα αυτιά μου πολύ καλά τώρα. Πολλές οι άγνωστες λέξεις που άκουγα για πρώτη φορά στη ζωή μου. Κάποιες τις θυμάμαι μόνο σαν εντύπωση γιατί με το πρώτο άκουσμα δε μπορούσα καν να τις προφέρω. Στην Γερμανία του ’70 δεν άκουγες τις λέξεις “κομουνιστής” και  “μπολσεβίκος” στην καθημερινότητα ως παιδί. Δεν τις έλεγε η τηλεόραση και δεν τις έλεγαν σίγουρα ούτε ο Τάκης Μηλιάδης και ο Παύλος Μπακογιάννης, στην Ελληνόφωνη εκπομπή της Deutsche Welle.

Οι επόμενες άγνωστες λέξεις που άκουσα όμως ακούγονταν παντού το ’72 στη Γερμανία, στις ειδήσεις, στις συζητήσεις των μεγάλων μεταξύ τους και σε αφίσες της αστυνομίας στις στάσεις των λεωφορείων και των τραίνων, παντού!

“Δηλαδή δε είναι εγκληματίες οι τρομοκράτες Μπάαντερ-Μάινχοφ, Petros; Είναι νομοταγείς πολίτες, είναι νόμιμη αυτή η σπείρα ;”,  ο πατέρας μου εξεράγει – για τους λάθους λόγους βέβαια αγαπητέ μου πατέρα – με τον παραλληλισμό και απάντησε “μα δεν είναι το ίδιο, δεν είναι καν κόμμα! Το ΚΚ Γερμανίας και οι Σοσιαλιστές ήταν σχεδόν το άλλο μισό σας κοινοβούλιο τότε!”. Νομίζω πως ήταν και η μόνη ατυχής παρατήρηση του πατέρα μου αυτό το επιχείρημα, καθ όλη τη διάρκεια αυτής της “συζήτησης για μεγάλους”.

Η συντηριτικοποίηση και αστικοποίηση είχε φωλιάσει ήδη πολλά έτη πριν στο πολιτικό κριτήριο του πατέρα μου και η ένταξη του στην σοσιαλδημοκρατική νοοτροπία έκανε την ματιά του πιο στενή. Ο σοσιαλδημοκρατικός “παράδεισος”, ήταν πια επί χρόνια ο βιότοπος του πατέρα μου και είχε βοσκήσει αρκετά μάρκα, ώστε να έχει την ψευδαίσθηση πως ο τσομπάνης κάνει εξαιρέσεις και πως τα σκυλιά του, που προστατεύουν το κοπάδι, είναι χορτοφάγα.

Έτσι είναι, η πλήρης ένταξη στον τρόπο ζωής που προσφέρεται από ένα καπιταλιστικό παράδεισο αυξάνει την αξία του “μεγέθους”, άνισα, έναντι στις αξίες της ποιότητας και της χρηστικότητας. Είχε ξεχάσει ο πατέρας μου πως και το ΠΑΚ στο οποίο ανήκε δεν ήταν κοινοβουλευτικό νόμιμο κόμμα, δε είχε κανένα μεγάλο μέγεθος απήχησης αρχικά και φυσικά ήταν υπό διωγμό από την χούντα, ως τρομοκρατική αντεθνική οργάνωση. Ούτε είχε συνειδητοποιήσει τότε μάλλον πως θα μετασχηματιζόταν στο άμεσο μέλλον σε κοινοβουλευτικό κόμμα. Έβλεπε την χούντα στην Ελλάδα και έναντι της θεωρούσε πλέον ιδανική δημοκρατία αυτό που ζούσε στην (Δυτική τότε) Γερμανία της αφθονίας.

Όσο μεγαλύτερη η μπουκιά στο στόμα του πεινασμένου, τόσο δυσκολότερο να μιλήσει και τόσο μεγαλύτερη η ραστώνη της χώνεψης. Εξ άλλου ο εξευρωπαϊσμός και το Savoir vivre το λένε καθαρά : μην μιλάς με γεμάτο στόμα. Κατά κάποιο τρόπο οι “ιδανικές” αστικές δημοκρατίες στο απόγειο του καπιταλισμού ήταν δημοκρατίες τύπου “Savoir vivre” – σε μπουκώνω όσο χρειάζεται, για αυτό κράτα κλειστό το στόμα όταν μασάς, δεν είναι σωστό να φτύνουμε τους οικοδεσπότες …
“Το ΚΚ και οι σοσιαλιστές είχαν ανοίξει ένοπλο πόλεμο μεταξύ τους, δεν θέλαμε εμφύλιο” συνέχισε ο παππούς ακάθεκτος.

“Και οι Εβραίοι ;” ρώτησε ο πατέρας μου με περισσότερη ένταση.

Κι άλλη άγνωστη λέξη για μένα και μάλιστα εντελώς άγνωστη, ακόμα και σαν άκουσμα. Είμαι βέβαιος πως την λέξη “Εβραίος”, δεν την εκστόμιζες εύκολα το ’72 στη Γερμανία. Οι στάχτες των κρεματορίων ήταν ακόμα ζεστές. Υπό μία έννοια η μεταπολεμική Γερμανία είχε μια σιωπηλή, ενοχική, αυτολογοκρισία στην γλώσσα της επόμενης γενιάς που κληρονόμησε την ιστορία του ολοκαυτώματος. Σίγουρα ο μέσος Γερμανός της δεκαετίας του ’70 είχε μέσα του έντονη την ενοχή για τα εγκλήματα των πατεράδων τους και την αγωνία να ξεχαστούν το γρηγορότερο όλα αυτά.

“Κοίταξε Petros, εγώ ποτέ δε πίστεψα πως ήταν κακοί όλοι οι Εβραίοι, όπως δε πίστεψα ποτέ πως όλοι οι Γερμανοί είναι καλοί. Στην πόλη είχε αρκετούς, όχι πάρα πολλούς όπως στις μεγάλες πόλεις, αλλά αρκετούς. Κάποιοι μάλιστα πολέμησαν και στον πρώτο παγκόσμιο, πάρα πολλά καταστήματα στο κέντρο ανήκαν σε Εβραίους, μερικές και μεσαίες επιχειρήσεις επίσης. Δεν πίστευα πως συνωμοτούσαν όλοι εναντίων μας και γνώριζα αρκετούς πολύ αξιοπρεπείς καλούς και ήσυχους οικογενειάρχες. Μπορεί η εφημερίδα να έγραφε πως είναι η αιτία για κάθε συμφορά μας, όμως εγώ δε το πίστεψα αυτό, ήταν υπερβολή. Σίγουρα ήταν λάθος αυτή η θεωρία, δεν λέω πως δεν έγιναν και λάθη, σίγουρα έγιναν, αλλά …”

Να το! Να το αυτό το περιβόητο “αλλά”, αυτός ο καταραμένος αντιθετικός σύνδεσμος, που η χρήση του σε μια πολιτική κουβέντα μετατρέπει την εξαίρεση ενός κανόνα, σε κανόνα. Σιγά και μην δεν είχε ένα τουλάχιστον “αλλά”, να πει ένας νοσταλγός του Αδόλφου, όταν αναφερόταν στο εβραϊκό ζήτημα, στο ολοκαύτωμα και σε όλα τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.(…).

“… αλλά ήταν ξένοι ! Δεν είχαν δικό τους κράτος και ήρθαν στο δικό μας, όπως και να το κάνεις όμως δεν ήταν Γερμανοί, άλλη γλώσσα, άλλη θρησκεία, άλλα έθιμα, άλλη καταγωγή. Ήταν ξένοι και η χώρα δε είχε να θρέψει ούτε τους Γερμανούς πια. Υπήρχαν εκατομμύρια Γερμανοί άνεργοι και στη θέση τους δούλευαν οι ξένοι, ακόμα και σε θέσεις του δημοσίου. Απλώνονταν σε μια περιοχή μιας πόλης και γινόταν δικό τους κομμάτι. Στα μαγαζιά και τις επιχειρήσεις τους δούλευαν σχεδόν αποκλειστικά μόνο Εβραίοι, δεν προσλάμβαναν Γερμανούς, προσλάμβαναν μόνο Εβραίους και έφερναν στη χώρα κι άλλους συγγενείς τους!”, πήρε αναπνοή και συνέχισε το ίδιο επιθετικά την άμυνά του,

“Δεν χώραγε η χώρα ξένους, έπρεπε να ζήσουν πρώτα οι Γερμανοί. Δεν μπορούσε να θρέψει άλλους η χώρα. Δική μας ήταν αυτή η χώρα, είχαμε δικαίωμα να θέλουμε να μην έχουμε ξένους ! Είμαστε διαφορετικές φυλές, εμείς άριοι με δική μας ιστορία απ τις απαρχές του κόσμου και κείνοι άλλοι. Εμείς πατάγαμε στη γη των προγόνων μας, μας ανήκε η χώρα αυτή, δεν τους καλέσαμε εδώ! Ήρθαν γιατί δεν είχαν δική τους χώρα και θέλησαν να φτιάξουν μια χώρα μέσα τη δική μας. Να μας αλλάξουν. Οι Γερμανία ανήκει στους Γερμανούς, πως θα ήταν Γερμανία αν άνηκε σε άλλη φυλή;”, ο πατέρας μου είχε διαγραμμένη στο πρόσωπό του την αγωνία να διακόψει, “μα …” είπε αλλά ο παππούς απάντησε μόνος του χωρίς να ερωτηθεί,

“Ξέρω τι θα πεις, πως έγινε γενοκτονία. Θάλαμοι αερίων, φούρνοι και σαπούνια.  Όλα αυτά τα ψέματα που λένε οι Αμερικάνοι και όλα αυτά που λένε οι Εβραίοι. Είναι ψέματα! Τους διώξαμε, ναι τους διώξαμε από τη χώρα μας, τους πιέζαμε να φύγουν, να πάνε αλλού, να φύγουν και να αποκτήσουν οι Γερμανοί τον αναγκαίο ζωτικό χώρο που μας ανήκε. Τους πιέσαμε να φύγουν και εκείνοι δεν έφευγαν. Καμία χώρα δεν τους ήθελε! Σίγουρα υπήρξε και βία, ναι υπήρξαν στρατόπεδα συγκέντρωσης αλλά ήταν στρατόπεδα για να συγκεντρωθούν και να απελαθούν. Δε μπορούσαμε να τους ζήσουμε, έπρεπε να παράγουν και έτσι όταν άρχισε ο πόλεμος πολλοί χρησιμοποιήθηκαν στην καταναγκαστική εργασία, ώστε να είναι χρήσιμοι μέχρι να απελαυνόταν. Καμία χώρα δεν τους ήθελε.

Εξάλλου στον πόλεμο όλοι δουλεύαμε εθελοντικά για να υπάρχει τροφοδοσία. Εγώ δεν είδα όμως πουθενά εκτελέσεις και φούρνους, δεν το έγραφε καμία εφημερίδα, δε το έλεγε κανένας, άρα δεν έγιναν όλα αυτά. Δε μπορεί να ξέρουν καλύτερα από μας που ήμασταν εδώ τότε τι έγινε, οι Αμερικάνοι. Αυτά τα λένε οι Εβραίοι! Εγώ αυτά τα άκουσα για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο ….” ξεφύσηξε και χαμήλωσε την ένταση “Όπως και να χει εγώ δεν πείραξα ποτέ κανέναν! Και οι σύντροφοι που γνώριζα ούτε και αυτοί! Και σίγουρα δεν έφταιγε ο Αδόλφος. Ακόμη και αν έγιναν κάποια μεμονωμένα γεγονότα είμαι βέβαιος πως ο Αδόλφος δε γνώριζε, δεν μπορεί να γνώριζε τι έκανε ο κάθε μέσος αξιωματικός. Δε μπορεί να είχε ευθύνη για μερικούς που το παραέκαναν.”
“6.000.000 ψυχές είπε ο πατέρας μου”, προσπαθώντας να σπάσει τον λογικό βρόγχο του παραλόγου “και πολλά περισσότερα εκατομμύρια νεκροί από τον πόλεμο … και σαν να μονολόγησε εμφατικά “ευτυχώς τον χάσατε … και νίκησε η ανθρωπότητα.”, είχε κοκκινίσει.

Στην άκρη της γλώσσας του πρέπει να είχαν σταθεί τόσες λέξεις, κατάλληλες και μη, που θα μπορούσε να σπάσει απ το βάρος τους και ας μην έχει κόκαλα. Στο κεφάλι του πρέπει ταυτόχρονα να εξεγείρονταν εκατομμύρια κύτταρα μνήμης, γνώσης και συναισθημάτων. Δεν ήταν οργισμένος, γνωρίζω πως είναι ο γέρος μου, όταν είναι οργισμένος. Ήταν μάλλον έντονα απελπισμένος, απηυδισμένος και συναισθηματικά διχασμένος. Ο καλοκάγαθος κύριος Deutschendorf, τόσα χρόνια γείτονας, φιλόξενος οικοδεσπότης και θετός παππούς του παιδιού του, από τη μία και από την άλλη ο έμμεσα ή άμεσα δήμιος εκατομμυρίων και μεταξύ αυτών και των χιλιάδων Ελλήνων. Και αμετανόητος, ακόμη ναζί μέχρι το κόκαλο.

Εκείνη τη μέρα μπορεί να μην κατάλαβα τίποτα απ όσα έλεγαν αλλά σίγουρα έμαθα πως η μεγαλύτερη χρησιμότητα των ρολογιών τοίχου είναι να σε απεμπλέκουν από συνευρέσεις και συζητήσεις, όταν νιώθεις εγκλωβισμένος στα επίχρυσα κάγκελα της ευγένειας και της τυπικότητας και του πολιτικά ορθού. Ο κούκος στο μεγάλο κρεμαστό ξύλινο ρολόι πετάχτηκε έξω έντεκα φορές αλλά νομίζω πως ταυτόχρονα η πίεση του πατέρα μου έπεσε αντίστοιχες έντεκα μονάδες και απέφυγε την έκρηξη κάποιου μικρού αγγείου στον εγκέφαλο. Και ενώ ο κακόμοιρος και ολίγον εξόφθαλμος κούκος προσπάθησε μάταια να αποδράσει έντεκα φορές καθώς τον τραβούσε κάθε φορά πίσω το ελατήριο και η πόρτα ξανάκλεινε στα μούτρα του, ο πατέρας μου απέδρασε.

“Έντεκα! Πρέπει να πηγαίνουμε είπε” σαν να μην είχε γίνει ποτέ όλη αυτή η συζήτηση, “έχω υποσχεθεί στο μικρό να πάμε για έλκηθρο” και μετά στο γήπεδο, “μικρέ μάζεψε τα παιχνίδια και πάμε.” Ο παππούς δεν έδειξε παραξενεμένος. Μάλλον ο κούκος τον βόλεψε και εκείνον να αποδράσει.

Η αγάπη που μου είχαν και οι δύο τους συνέδεε κατά κάποιο τρόπο και κανείς απ τους δύο δεν ήθελε να τεντώσει άλλο το σχοινί της διελκυστίνδας που σπάζοντας θα πλήγωνε σίγουρα εμένα. Η αγάπη ήταν ανιδιοτελής, δεν είχε να κάνει με όλα αυτά.

Μάζεψα τα Lego μου στον κουβά και έδειξα γεμάτος καμάρι το τελειωμένο πια κατασκεύασμα μου στον παππού, “ein Messerschmit 262 !” φώναξα. Με πήρε αγκαλιά, μου τσίμπησε τρυφερά το μάγουλο όπως συνήθιζε, “το πρώτο αεριωθούμενο, η τεχνολογία που πήγε την ανθρωπότητα στο διάστημα” είπε με καμάρι, “να περάσετε όμορφα και να είσαι φρόνιμος”.

Λίγο αργότερα ανηφορίζαμε με τον πατέρα μου τον χιονισμένο λόφο. Εγώ έσερνα με καμάρι το ξύλινο έλκηθρο μου, που ήταν μια καταπληκτική ξύλινη κατασκευή του παππού, με ένα χοντρό σχοινί. Παίξαμε χιονοπόλεμο και τρέξαμε μέσα στα χιονιά, κουτρουβάλησα πολλές φορές με το έλκηθρο και κατηφορίσαμε πάλι, για να προλάβουμε το ματς της τοπικής ομάδας, δεν θυμάμαι με ποια ομάδα έπαιζε. Ο πατέρας μου ήταν τώρα σκεφτικός και αμίλητος καθώς περιμέναμε να αρχίσει το ματς, καθισμένοι στις κερκίδες. Δεν συμμετείχε όπως έκανε πάντα στα χαρούμενα τραγούδια της κόκκινο-μπλε ομάδας και έμοιαζε απόμακρος και αφηρημένος.

“Μπαμπά έκανε κάτι κακό ο παππούς ;” ρώτησα, εκείνος κόμπασε λίγο και μετά μου έδειξε απέναντι στη στοά των αποδυτηρίων “κοίτα, κοίτα, νάτοι βγαίνουν, θα σκίσουμε σήμερα!”, σε λίγη ώρα τραγουδάγαμε αγκαλιασμένοι τον ύμνο της ομάδας.

Την επόμενη χρονιά με την πτώση της χούντας ο νόστος έκανε τον πατέρα μου να αποφασίσει την οριστική επιστροφή μες στην πατρίδα. Στην αρχή μου έλειπαν ο θετός παππούς και η γιαγιά, μετά άρχισα να μαθαίνω ιστορία και απέφυγα να έχω επαφή μαζί τους και να απαντώ στα γράμματά τους.

Μεγαλώνοντας στην εφηβεία σκότωσα οριστικά μέσα μου το κτήνος. Δεν ξέρω αν έλεγε όλη την αλήθεια. Δεν ξέρω πόσο παραπλανημένος ή συνειδητός ήταν. Πολύ λίγη σημασία έχει.
Η διαφορά ενός δάχτυλου που υπογράφει την εντολή μιας εκτέλεσης, με το δάχτυλο που τραβά την σκανδάλη είναι ανύπαρκτη και το αποτέλεσμα δεν επηρεάζεται από το εάν ο εντελών ή ο εκτελών είναι παραπλανημένος ή συνειδητός. Δεν διαφέρει ούτε από το δάχτυλο του ρουφιάνου που για να γλυτώσει το τομάρι του δείχνει κάποιον.

Δεν ξέρω αν ήταν το δέρμα, μια τρίχα, μια παρανυχίδα, ή αν ήταν η αμετανόητη καρδιά του κτήνους. Ξέρω όμως, σίγουρα, πόσο εύκολα κατασκευάζεται ένα θεωρητικά εκλιπών κτήνος.

Πόσο γρήγορα και εύκολα αναγεννιέται σε ένα συστημικό εργαστήριο από μερικά μικρά, αναποφάσιστα και αθώα βλαστοκύτταρα της κοινωνίας, όταν απογυμνώνουν τον πυρήνα τους από την ιστορία και την μνήμη και τα επαναπρογραμματίζουν, βομβαρδίζοντάς τα με τοξική προπαγάνδα και όταν τα εμβαπτίζουν στο καυστικό οξύ της εξαθλίωσης.

Είναι προφανές ρητορικά πως κανένα κτήνος δε ζει χωρίς καρδιά και στα παραμύθια οι ιππότες σκοτώνουν τα κτήνη καρφώνοντας την καρδιά. Αλλά πέρα από την ρητορεία και τα συναισθηματικά αξιολόγια, στον φυσικό και πραγματικό κόσμο, είναι το ίδιο προφανές πως δεν ζει το κτήνος ούτε χωρίς την επιδερμίδα μέσα στην οποία περιέχεται. Τομάρι είναι και η επιδερμίδα …

Στον γιό μου, που απ’ τη μια στιγμή στην άλλη έγινε ενήλικο αντράκι και που δεν πρόλαβα ή αμέλησα να του αφηγηθώ όσες “συζητήσεις για μεγάλους” ήθελα όταν ήταν μικρός.

Πηγή – DOC TV