(Μιά γερή γροθιά στο στομάχι του κάθε παραπλανημένου…)

Ένα πολύ ενδιαφέρον αφήγημα για τους Γερμανούς νοικοκυραίους και τη Γερμανία των ναζί, γραμμένο από έναν  Έλληνα ( σε 2 μέρη)

“Πρέπει να ήταν σοκ για τον πατέρα μου η κατάρρευση του μύθου πως ο Γερμανικός λαός ήταν στην πλειοψηφία του άμοιρος ευθυνών για ότι καταστροφή έφερε στον κόσμο ο ναζισμός.

Το άδειο στομάχι είναι ο χειρότερος εχθρός του μυαλού. Όταν ο οργανισμός δε έχει άλλα αποθέματα λίπους να κάψει, μάλλον καταβροχθίζει τα κύτταρα του εγκεφάλου του, σαν να προσπαθεί να αυτοκτονήσει ανώδυνα για να μην υποφέρει από τον αργό θάνατο της ασιτίας. Ο ναζισμός ήταν κατά κάποιο τρόπο ένα απονενοημένο διάβημα μιας διαλυμένης, ατιμωμένης και απελπισμένης κοινωνίας. Όμως όταν η απελπισία και η ανέχεια είναι συστημικά και συστηματικά κατασκευάσματα και όχι αποτελέσματα τυχαίων συμφορών, τότε η αυτοκτονία είναι φόνος εκ προμελέτης και οι “κατασκευαστές πλυντηρίων” είναι φονιάδες με πρόθεση.”

Ένα βλαστοκύτταρο απ’ την επιδερμίδα του κτήνους. Μεγάλωσα με θετό παππού και γιαγιά. Ναι, ακούγεται στ’ αλήθεια λίγο περίεργο αυτό. Ο κύριος Willi και η κυρία Gretel Deutschendorf ήταν οι γηγενείς Wuppertalέζοι που έμεναν στον δεύτερο όροφο του τριώροφου παραδοσιακού σπιτιού, κατασκευής 1895 όπως εγχάρακτα έγραφε και ένας ακρογωνιαίος λίθος του, στο οποίο μεγάλωσα. Δεν είχαν αποκτήσει εγγόνια και το είχαν μεγάλο καημό αυτό. Οι γονείς μου νοίκιαζαν ένα πολύ μικρό διαμέρισμα στον τρίτο, που το επικλινές ταβάνι της σοφίτας το έκανε να μοιάζει ακόμα πιο μικρό και στενάχωρο. Η μοναχοκόρη των Deutschendorf, η Inge («θεία» Inge όπως την αποκαλούσα), μπαινόβγαινε από πολύ νέα στα ψυχρά χειρουργεία του πιο προηγμένου και οργανωμένου συστήματος πρόνοιας και κοινωνικών παροχών που είχε να επιδείξει έως τότε παγκοσμίως ο καπιταλισμός, λίγο πριν τον καταπιεί μερικές δεκαετίες αργότερα, αύτανδρο, το εξελιγμένο αχόρταγο και αχαλίνωτο τέκνο του, ο άκρατος νεοφιλελευθερισμός.Η «επάρατος νόσος» τη βασάνιζε από τα νιάτα της. Όχι πως καταλάβαινα στην ηλικία των επτά περίπου ετών τις λέξεις «επάρατος», «νεοφιλελευθερισμός», «νόσος», «καπιταλισμός» ή «σύστημα». Για την ακρίβεια, τα ελληνικά μου ήταν μέτρια, σχεδόν σπαστά. Παρά το ότι οι μετανάστες γονείς μου, από την πάμφτωχη Θεσσαλία, μου μίλαγαν ελληνικά στο σπίτι και πήγαινα και σε ελληνογερμανικό σχολείο, τα γερμανικά ήταν η «μητρική» μου γλώσσα, η γλώσσα της κοινωνίας που ζούσα, η γλώσσα στην οποία ονειρευόμουν και η γλώσσα του αγαπημένου μου Spock, στο μεταγλωττισμένο Star Τrek της τηλεόρασης. Γερμανόφωνος Spock…H Inge το είχε επίσης πολύ μεγάλο καημό πως δεν θα αποκτούσε ποτέ παιδιά καθώς ήξερε πως η ζωή της θα έφτανε σύντομα στο τέρμα. Ειλικρινά δεν ξέρω να απαντήσω στην ερώτηση -που φυσικά ως παιδί ποτέ δεν έκανα στον εαυτό μου- αν έπαιξε δηλαδή τον παραμικρό ρόλο το ότι ήμουν ένας ζωηρός γερμανόφωνος ξανθομπούμπουρας (ξανθός σαν άχυρο και χλωμός σαν Σουηδός, αλήθεια σας λέω), στη συμπάθεια και στον ερεθισμό του μητρικού της φίλτρου, που την έκανε να με «δανείζεται» από τους γονείς μου και να παίζει ατελείωτες ώρες μαζί μου, από μωρό. Υποθέτω πως και μελαψός μουσουλμάνος να ήμουν η Inge θα λειτουργούσε το ίδιο. Κανένα βαρύ παυσίπονο από αυτά που κατανάλωνε άλλωστε δεν μπορούσε να καταστείλει τον καημό της και η κουλτούρα του χιπισμού και της απέραντης αγάπης προς όλους ήταν στο απόγειο της γενιάς της. Πώς να έκανε διακρίσεις κάποια που οδηγούσε λαχανί ξεσκέπαστο σκαραβαίο, άκουγε Beatles και πήγαινε σε πορείες ειρήνης; Δεν ταίριαζε ο ρατσισμός με την καθεστηκυία αισθητική της εποχής.

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Wuppertal. Σε αυτήν την παραδοσιακή μικρή γερμανική πόλη όπου άκμαζε η βιομηχανία χημικών, υφαντουργίας και χάλυβα και όπου υποθέτω πως τη «χρυσή δεκαετία του ’70» ουδείς κάτοικός της γνώριζε καν πώς είναι η γενέτειρα του Friedrich Engels.Μια εργατούπολη, μια από τις πρώτες παγκοσμίως εκβιομηχανοποιημένες ζώνες από τις αρχές του 18ου αιώνα, γεμάτη με συντηρητικούς, φιλήσυχους κατοίκους και κατά τη δεκαετία του ’70 με σχεδόν διπλάσιους του πληθυσμού της μετανάστες.

Βρέθηκα να έχω λοιπόν, εγώ το φτωχό μεταναστόπουλο από την Ελλάδα, έναν Γερμανό παππού και μια Γερμανίδα γιαγιά, αφού η κόρη τους με φρόντιζε σαν πραγματικό παιδί της. Και μάλιστα παραδοσιακότατους Γερμανούς. Παππούς με καπέλο με φτερό, τιράντες, με βαρύ πούρο, τακτικότατο θαμώνα της μπιραρίας στη γωνία, όπου έπαιζε ακορντεόν και τραγουδούσε παραδοσιακά μπιραριοτράγουδα, με δωμάτιο γεμάτο εργαλεία για μαστορέματα και με μπαστούνι που είχε ένα καρφί στην άκρη του για να μαζεύει, ως καλός «Wuppertalίσtας», τις γόπες και τα σκουπιδάκια από τα πλακόστρωτα όταν έβγαινε να περπατήσει. Γελαστός και καλόκαρδος, ευγενικός και πρόσχαρος. Και η γιαγιά, δεινή μαγείρισσα και αρχοντονοικοκυρά, θεούσα, τρυφερή, φιλόξενη και αστείρευτη αφηγήτρια παραμυθιών. Οι πιο ωραίοι δράκοι που συνάντησα στη ζωή μου ήταν περιγραφές της γιαγιάς. Τα μικρά αγοράκια αδιαφορούν για τις πριγκίπισσες και τα βατράχια, οι φτερωτοί δράκοι που ξερνάν φλόγες και οι κακές μάγισσες είναι πολύ ελκυστικότερα θέματα.

Το σπίτι τους μύριζε πάντα καπνό από πούρο, καφέ, γλυκά, μπισκότα και λουλούδια στα οποία η γιαγιά είχε μεγάλη αδυναμία. Με πρόσεχαν όταν ήμουν μωρό τις ώρες που δούλευαν οι γονείς μου (δηλαδή πρακτικά όλη τη μέρα) και αργότερα, όταν μεγάλωσα, με πηγαινοέφερναν στον παιδικό σταθμό, στο σχολείο, με βόλταραν στην παιδική χαρά και στα λούνα παρκ, με κρατούσαν και με κοίμιζαν κάποια Σαββατοκύριακα σπίτι τους, όταν οι γονείς μου έβγαιναν να διασκεδάσουν ή πήγαιναν καμιά εκδρομή.

Ναι, για μένα ήταν, πραγματικά, ο παππούς μου και η γιαγιά μου. Έτσι τους αποκαλούσα άλλωστε και έτσι με αντιμετώπιζαν και εκείνοι και τέτοια ήταν η αγάπη και η στοργή που εισέπραττα. Και τέτοια η αγάπη που τους είχα. Καλοί, συνηθισμένοι και αγαθοί άνθρωποι, πολιτισμένοι, ευγενικοί και νοικοκυραίοι συνταξιούχοι. Αξιοπρεπείς, καθημερινοί, φιλήσυχοι, καλόκαρδοι άνθρωποι, πώς αλλιώς θα μπορούσε να τους περιγράψει κανείς. Αξιαγάπητοι.

Οι γονείς μου ήταν οικονομικοί και έμμεσα και πολιτικοί μετανάστες. Ο πατέρας μου ήταν χαρακτηρισμένος «αριστερών φρονημάτων» στην Ελλάδα. Όχι, μη φανταστείτε κάποιον θεωρητικό του κομμουνισμού, που έχει αποστηθίσει την πλήρη βιβλιογραφία της υλιστικής φιλοσοφίας και του Μαρξισμού. Στη δεκαετία του ’70 ήταν πια στο ΠΑΚ Γερμανίας, φλογερός σοσιαλιστής μάλλον παρά αριστερός με την κλασική έννοια.

Γεννήθηκε σε ένα χωριό της Θεσσαλίας λίγο πριν την κατοχή και μεγάλωσε στον εμφύλιο, ήταν και για ένα φεγγάρι «αετόπουλο» και πρωτοστάτησε στο συλλαλητήριο που έγινε στο γυμνάσιό του το ’56 για την Κύπρο και έτσι η σφραγίδα των αριστερών φρονημάτων τού έκανε τη ζωή κόλαση στην μετεμφυλιακή Ελλάδα. Το απαραίτητο, για να επιβιώσει κανείς, γλείψιμο για το πιστοποιητικό φρονημάτων δεν συμβάδιζε καθόλου με την υπερηφάνεια και την αξιοπρέπειά του, γιατί ο γέρος μου είναι από αυτούς τους ανθρώπους που δεν διαπραγματεύονται τη συνείδησή τους. Μπορεί να έχει πολλά εκνευριστικά άλλα κουσούρια, αλλά τούτο το κουσούρι το θαυμάζω πάνω του. Δεν θα καταδεχόταν ποτέ να «αποκηρύξει», παρά του ότι ο ίδιος είχε πάψει να έχει σχέση με το κομμουνιστικό κόμμα και ένιωθε πάντα πολύ απογοητευμένος με τους χειρισμούς τύπου Βάρκιζας. Όμως όπως έλεγε, «δεν ξεφτιλίζομαι εγώ σαν άνθρωπος, να κάτσω να μου δώσει χαρτί ο κάθε μπασκίνας για να βρω μια δουλειά με αφεντικό κάποιον πρώην μαυραγορίτη». Γι’  αυτό και έφυγε μετανάστης. Όταν δε στην Ελλάδα το ’67 ήρθε η χούντα, δεν υπήρχε πια γυρισμός για εκείνον.

Μια μέρα, τον χειμώνα του ’72, Κυριακή πρωί (το θυμάμαι καλά γιατί απ’ το παράθυρο της σοφίτας του ενάμισι δωματίου που μέναμε χάζευα τους παγοκρύσταλλους να κρέμονται και να λαμπυρίζουν και ήμουν έτοιμος να ξεκινήσω ένα μπαράζ από ερωτήσεις τύπου «γιατί μπαμπά» – ο πατέρας ήταν σπίτι το πρωί, άρα ήταν Κυριακή) κατεβήκαμε για πρωινό στους Deutschendorf, όπως συχνά συνηθίζαμε και έτσι ο πατέρας μου σώθηκε από την ακατάσχετη περιέργειά μου για τα φυσικά φαινόμενα. Επίσης σώθηκε πρόσκαιρα και από την αλυσιδωτή αντίδραση των ερωτήσεων που προκαλεί συνήθως κάθε λογική απάντηση που θεωρούμε εμείς οι μεγάλοι αρκετά ικανοποιητική όταν απαντάμε σε μια φαινομενικά απλή παιδική απορία. Οι παιδικές απορίες δεν είναι ποτέ απλές. Μοιάζουν με τη γνωστή «δολιοκλωστούλα», αυτή τη μικρή κλωστή που εξέχει και την τραβάμε δυνατά και αποφασιστικά στο αγαπημένο μας μάλλινο πλεκτό πουλόβερ με τη σιγουριά πως θα κοπεί και καταλήγουμε λίγα δευτερόλεπτα αργότερα με ένα κουβάρι μαλλί και χωρίς πουλόβερ.

Αχνιστός καφές για τους μεγάλους, γάλα ημέρας για μένα και τσιζκέικ με βατόμουρα για όλους. Το αξεπέραστο γλυκό της γιαγιάς, το θυμάμαι ακόμη και μουδιάζουν τα ούλα μου. Μια ευθυμία υπήρχε στην ατμόσφαιρα. Το χιόνι δημιουργεί πάντα μια οικογενειακή ευθυμία και μια θαλπωρή όταν βρίσκονται πολλοί μαζί σε ένα ζεστό μέρος. Ίσως να πυροδοτείται από την αρχέγονη ανάγκη που είχαν οι άνθρωποι να έρχονται κοντά ο ένας στον άλλον για να αντιμετωπίσουν το κρύο, όταν ακόμη δεν ξύριζαν τις τρίχες τους και η φωτιά δεν είχε ακόμη ανακαλυφθεί (ούτε και οι μάγοι – ιερείς – θεοί – αυτοκράτορες και πρωθυπουργοί που ανακαλύφθηκαν μαζί της).

Η μάνα μου -ήταν μοδίστρα- συζητούσε με τα σπαστά γερμανικά της με τη γιαγιά για να της ράψει καινούργιες κουρτίνες και η γιαγιά γκρίνιαζε στον παππού ότι το βρωμερό του πούρο έχει κιτρινίσει τις ταπετσαρίες και έχει ποτίσει τις κουρτίνες. Καθόμασταν σαλόνι, με το βαρύ ξύλινο σκαλιστό σύνθετο, τη μασίφ τραπεζαρία και τα κάδρα με τις σοβαρές κορνίζες, τις πορσελάνες και το απαραίτητο βάζο με τα λουλούδια που δεν έλειπαν ποτέ. Βαριά δρύινα, απολύτως ντεμοντέ, έπιπλα και άφθονη πορσελάνη και κρύσταλλο. Βαριά δρύινα έπιπλα, την εποχή που το νοβοπάν, η φορμάικα, οι λείες επιφάνειες και το πλαστικό ήταν στο απόγειο της δόξας τους. Νομίζω πως ο όρος «νοσταλγική διακόσμηση» δεν είχε εφευρεθεί ακόμη, αλλά για μας τους «50 χρόνια πίσω» μετανάστες εκ της πτωχού πλην όμως τίμιας αλογοθρόφας Θεσσαλίας ήταν μάλλον πολύ αρχοντική διακόσμηση.

Νομίζω πως η αρχή έγινε από την κόρη τους, που είπε στον παππού με πολύ έντονο ύφος πως επιτέλους πρέπει να κατεβάσει «αυτή την απαίσια φωτογραφία από τον τοίχο». Την είχα δει εκατοντάδες φορές αυτή την κορνίζα. Δεν μου προκαλούσε καμία ιδιαίτερη εντύπωση, πάντα φανταζόμουν πως είναι κάτι σαν στρατηγός ή κάτι τέτοιο. Κάτι σαν το κάδρο με τον Αρχηγό της Επαναστάσεως που κρεμόταν στις ελληνικές τάξεις του σχολείου μου. Εξάλλου παραδίπλα κρέμονταν άλλα κάδρα που τα έβρισκα πολύ πιο ενδιαφέροντα: Ο παππούς, νέος, γελαστός στρατιώτης με στολή δίπλα από ένα Μesserschmitt 109, ο παππούς και η γιαγιά νεόνυμφοι και σε ένα μεγαλύτερο η Inge μωρό, σε άσπρο παιδικό καροτσάκι, με άσπρη ομπρέλα και η γιαγιά με ξανθές μακριές κοτσίδες, περιτυλιγμένες γύρω απ’ το κεφάλι της.

Λογομάχησαν πολύ έντονα και η Inge έφυγε πολύ εκνευρισμένη και πήγε δίπλα στο δικό της διαμέρισμα, η βροντή της πόρτας ακούστηκε δυνατά. Για πολύ λίγο έμειναν όλοι σιωπηλοί και μετά ο πατέρας μου κοίταξε το κάδρο. Δεν είχα προσέξει ποτέ ως τότε, πως κάθε φορά που ήμασταν εκεί, ο πατέρας μου ποτέ δεν κοιτούσε ευθεία αυτό το κάδρο. Μάλλον το απέφευγε και νομίζω πως τελικά δεν ήταν καθόλου τυχαίο πως η Inge καθόταν πάντα με την πλάτη γυρισμένη σε αυτό. Ετεροχρονισμένες υποθέσεις μετά από πάνω από τόσα χρόνια. Κι όμως τώρα είμαι σχεδόν βέβαιος πως καθόταν πάντα με την πλάτη στραμμένη στο κάδρο…

«Aber Warum?» (μα γιατί; ) ρώτησε ο πατέρας μου μάλλον αμήχανα λόγω της έντασης, αλλά σίγουρα γεμάτος περιέργεια.

Διάολε, σκέφτομαι σήμερα -γιατί σίγουρα ως επτάχρονο παιδί τότε δεν είχα ιδέα τι σήμαιναν όλα αυτά-, ήταν 1972. Το να έχει κανείς ένα κάδρο του Χίτλερ στο σπίτι του στη Γερμανία ήταν σχεδόν ποινικά κολάσιμο. Οι ενοχές του γερμανικού λαού για τις θηριωδίες των ναζί ήταν στο ζενίθ, θα μπορούσε κανείς να πει πως ήταν σχεδόν ταμπού να αναφέρεις έστω το όνομα του Χίτλερ εκείνη την εποχή. Μα γιατί; Γιατί ο καλοκάγαθος παππούς μου είχε το κτήνος στον τοίχο του; Και είμαι σίγουρος πως και ο πατέρας μου είχε ακριβώς αυτή την περιέργεια τότε, την οποία μάλλον καταπίεζε επί χρόνια κάθε φορά που έβλεπε το κάδρο αλλά δεν ρωτούσε, ίσως από ευγένεια, μέχρι να του δοθεί εκείνη την παγωμένη Κυριακή επιτέλους η κατάλληλη ευκαιρία. «Μα γιατί;».

«Ποιος είναι αυτός παππού;» πετάχτηκα εγώ αμέσως και ρώτησα χαρούμενα, ως μικρομέγαλος πολυλογάς που έλεγαν όλοι πως τέτοιος είμαι και που μερικοί καλοί μου και άσπονδοι φίλοι το λένε ακόμα και τους το αναγνωρίζω πως έχουν δίκιο. Ο παππούς, αντίθετα, με τον μονίμως κουρασμένο από τη δωδεκάωρη δουλειά πατέρα μου, απαντούσε πάντα πρόθυμα σε κάθε καταιγισμό ερωτήσεών μου. Πάντα χαμογελαστός και πάντα ενθουσιώδης. Ειδικά όταν έβρισκε πως κάποιες από τις ερωτήσεις μου αύξαναν τον βαθμό δυσκολίας της απάντησης, τότε απαντούσε ακόμα πιο αναλυτικά και υπομονετικά και με κρυφό καμάρι για το «έξυπνο εγγόνι» του. Μεθοδικός, υπομονετικός και ουσιαστικός. Γερμανός συνταξιούχος παππούς, βλέπετε, με άφθονο χρόνο για χάσιμο.

Ο παππούς ποτέ δεν μου είχε κάνει την παραμικρή κουβέντα γι’ αυτόν τον φραντζάτο στρατηγό με το περίεργο μουστάκι. Ίσως γιατί κι εγώ δεν τον ρώτησα ποτέ, ίσως και να τον ρώτησα κάποτε και να το απέφυγε και να μην το θυμάμαι τώρα πια. Μου είχε πει πολλές φορές την ιστορία της δικής του φωτογραφίας, αυτή που ήταν αυτός νεαρός περήφανος στρατιώτης δίπλα στο αεροπλάνο, πως ήταν μηχανικός αεροπλάνων στον πόλεμο, πως δεν κατάφερε να γίνει ποτέ πιλότος γιατί είχε προβλήματα όρασης -το έλεγε με πίκρα αυτό-, μα καμάρωνε πως ως μηχανικός «δικό του αεροπλάνο δεν έπαθε ποτέ βλάβη στον αέρα», πως οι κινητήρες που συντηρούσε «γουργούριζαν σαν χαδιάρες γάτες», πως είχε παράσημο (ναι, μου το είχε δείξει, ήταν σε ένα συρτάρι που έβαζε το ξυράφι του και το λουρί για το ακόνισμα, μαζί με μια σφαίρα που του διαπέρασε πόδι όταν «τους γάζωσαν οι Αμερικάνοι» στο τέλος του πολέμου και μερικές ακόμα φωτογραφίες. Μια με φόρμα μηχανικού, αδύνατος και κουρασμένος να συναρμολογεί το ρύγχος ενός messerschmitt 262 σε κάποια σκοτεινή γραμμή παραγωγής και μια με το ακορντεόν του να παίζει σε κάποιο γλέντι στην μπιραρία της γειτονιάς).

«Αυτές είναι συζητήσεις για μεγάλους!» είπε πολύ αυστηρά, κοφτά και αδιαπραγμάτευτα ο πατέρας μου, κόβοντας τη φόρα μου. Σπάνια ήταν αυστηρός μαζί μου, μα τώρα το εννοούσε και ξαφνιάστηκα! Πήρα λοιπόν τα παιχνίδια μου, έναν κουβά γεμάτο με lego, το απόλυτο παιχνίδι που κάθε γερμανάκι της γενιάς μου είχε τόνους από δαύτα, ξάπλωσα στο χαλί και άρχισα να κάνω πως παίζω. Τα αυτιά μου όμως ήταν κολλημένα εκεί. Τεντωμένα αυτιά και προσανατολισμένα εκεί, σαν του σκύλου όταν ακούει να ανοίγουν την αγαπημένη του κονσέρβα στην κουζίνα, αλλά του έχουν δώσει την εντολή «μείνε στη θέση σου».

«Συζήτηση μόνο για μεγάλους». Καλέ μου πατέρα η επιλογή αυτής της φράσης συγκαταλέγεται στις μεγαλύτερες αποτυχίες σου. Αυτό είναι το απόλυτο δόλωμα για να κάνεις ένα παιδί να κρυφακούει. Είναι για έναν μικρομέγαλο, περίεργο, υπερκινητικό επτάχρονο μπόμπιρα, ότι είναι για τις σφήκες ένα ποτήρι πορτοκαλάδας σε καλοκαιρινό πικ νικ. Είναι ο υπέρτατος πειρασμός, που συνοδευόταν από την ταυτόχρονη εξωπραγματική φαγούρα στη γλώσσα μου, που ήθελε να παρέμβει και να ρωτήσει ένα δισεκατομμύριο «γιατί» και άλλα τόσα τρισεκατομμύρια «τι είναι αυτό» για κάθε άγνωστη λέξη ή έννοια που θα άκουγα εκείνη τη μέρα. Όμως κρατήθηκα να μη ρωτήσω τίποτα γιατί ήξερα πως είναι κάτι πολύ σοβαρό. Ένιωθα ένα βάρος στην ατμόσφαιρα. Η γιαγιά ψέλλισε κάτι σαν «Willi, σε παρακαλώ, μην αρχίζεις πάλι αυτά τα παλιά…» και εξαφανίστηκαν με τη μάνα μου στην κουζίνα.

Αυτή λοιπόν η «συζήτηση για μεγάλους» αποτυπώθηκε βαθιά στη μνήμη μου, την κουβάλαγα για χρόνια στο κεφάλι μου, σαν ένα κείμενο σε μια άγνωστη γλώσσα που δεν είχε ακόμα αποκρυπτογραφηθεί και που περίμενε τουλάχιστον μέχρι την εφηβεία μου να εξηγηθούν όλες οι άγνωστες λέξεις και οι έννοιες και να μάθω την απαραίτητη ιστορία που τις συνοδεύει. Αυτή η «συζήτηση για μεγάλους» που μεγαλώνοντας και μαθαίνοντας ιστορία, σκόνταφτα κάθε φορά πάνω της. Αυτή η «συζήτηση για μεγάλους» που τόσα χρόνια μετά μοιάζει να την ξανακούω γύρω μου. Αυτή η “συζήτηση για μεγάλους” που πίστευα επί δεκαετίες πως είναι μια αρχαία ανεπίκαιρη ιστορία και που δεν έβρισκα κανένα ιδιαίτερο λόγο να αφηγηθώ σε κανέναν. Κι όμως βρικολάκιασε η ιστορία και ήρθε ο καταραμένος καιρός ξανά να κάνουμε τα παιδιά μας να κρυφακούσουν «συζητήσεις για μεγάλους».

«Mein junge» («Αγόρι μου» – ο τόνος του ήταν σαν να έλεγε «νεαρέ μου, εσύ που νομίζεις πως τα ξέρεις όλα, κάτσε να σου πω πώς έχουν τα πράγματα»), ο παππούς είχε πάρει απέναντι στον πατέρα μου ένα μάλλον πατρικό ύφος. Καθάρισε τους χοντρούς φακούς των γυαλιών του, πήρε μια βαθιά τζούρα από το χοντρό πούρο του, σαν να προσπαθούσε να βρει από πού να αρχίσει, σαν να είχε στο κεφάλι του όλη τη συνέχεια και το τέλος, μα δεν έβρισκε την αρχή. Μετά από λίγο συνέχισε: «Μια μέρα σαν τη σημερινή με πολύ χιόνι και κρύο, ένα παγωμένο πρωί του ’23, ο πατέρας μου πήρε ένα τσεκούρι και έκοψε, σε μικρά κομμάτια, όλα τα ξύλινα έπιπλά μας, ακόμα και το ξύλινο αλογάκι της αδερφής μου και το έλκηθρό μου. Σαν δαιμονισμένος έκανε. Έκλαιγε όταν κομμάτιαζε εκείνο το ξύλινο αλογάκι. Τα μισά τα κάψαμε για να ζεσταθούμε και τα άλλα μισά τα πούλησε για καυσόξυλα. Τα πούλησε για μερικές πατάτες και λίγο γάλα για την αδερφή μου που ήταν ασθενική. Ο πατέρας μου ήταν απόμαχος του πολέμου.

Πριν τον πόλεμο ήταν ωρολογοποιός με δικό του κατάστημα στο κέντρο, καλοβαλμένος οικονομικά, περίφημος τεχνίτης και αξιοσέβαστος στη γειτονιά. Όταν γύρισε, η μόνη δουλειά που βρήκε ήταν σε ένα λιγνιτωρυχείο. Το κατάστημα είχε κλείσει και η μητέρα μου αναγκάστηκε να πουλήσει όλον τον εξοπλισμό κατά τη διάρκεια του πολέμου. Τα χρήματα μετά τον πόλεμο ήταν χαρτιά χωρίς αξία, δεν μπορούσες να αγοράσεις τίποτα με δαύτα. Όσοι είχαν δουλειά πληρώνονταν με αυτά τα «χαρτιά» που δεν αγόραζαν απολύτως τίποτα. Πληρωνόταν το βράδυ και το επόμενο πρωί είχαν χάσει ήδη τη μισή τους αξία. Καταλαβαίνεις; Δούλευε ολημερίς στο λιγνιτωρυχείο. Και όμως δεν είχαμε μπρικέτες να ζεσταθούμε. Δούλευε σε λιγνιτωρυχείο σαν σκλάβος και δεν τους επέτρεπαν να πάρουν έστω και λίγες μπρικέτες για να ζεστάνουν το σπίτι τους. Τους έψαχναν τις τσέπες όταν σχόλαγε η βάρδια, μην τυχόν και έχουν καμιά μπρικέτα κρυμμένη.

Τον λιγνίτη τον φόρτωναν στα τραίνα που τα φυλάγανε οπλοφόροι και τον έστελναν όλο στη Γαλλία. Όλα τα έπαιρναν οι Γάλλοι για να πληρωθούν τα χρέη του πολέμου που είχαμε χάσει. Τα πάντα. Τα πάντα, ακόμα και τα μπρούντζινα σκεύη, τα ρόπτρα απ’ τις πόρτες, τις πρόκες από τις σανίδες, τα μαχαιροπίρουνα, τα χάλκινα σκεύη, όλα τα πουλάγαμε για μέταλλο στα χυτήρια που τα έλιωναν και τα έστελναν στους Γάλλους, για να αγοράσουμε λίγο φαγητό και μπρικέτες ή λίγο χοιρινό λίπος. Εκείνο το χειμώνα, δεν είχαμε τίποτα άλλο να πουλήσουμε πια, ούτε να κάψουμε. Η αδερφή μου πέθανε από το κρύο. Κρυολόγησε και πέθανε».

Το είπε τόσο φυσικά αυτό, χωρίς κανένα πάθος, μου έκανε εντύπωση το πόσο απλά το είπε.

«Είχαμε φαρμακοβιομηχανίες και δεν μπορούσαμε να αγοράσουμε φάρμακα. Νοσοκομεία και γιατροί; Ούτε λόγος, αυτά ήταν μόνο για τους λίγους και πλούσιους. Οι πλούσιοι… Αυτοί οι πλούσιοι που ήταν τα αφεντικά στις βιομηχανίες, στα ανθρακωρυχεία, στα μεταλλεία, ήταν και οι προδότες που συνεργάστηκαν με τους Γάλλους για να ξεπληρωθούν τα χρέη απ’ τον πόλεμο. Και οι πολιτικοί… Οι πολιτικοί που ήταν και αυτοί όλοι ανεξαιρέτως εξαγορασμένοι υπάλληλοι των Γάλλων. Μόνο αυτοί ζούσαν καλά. Τα επόμενα χρόνια ήταν ακόμα πιο δύσκολα. Δουλειές δεν υπήρχαν.

Εδώ κάτω αυτός ο δρόμος τότε ήταν ένας χωμάτινος μουλαρόδρομος γεμάτος λάσπη», είπε και έδειξε προς το παράθυρο, «σε αυτόν τον δρόμο έσερνα το κασόνι μου στην ανηφόρα, εκεί προς τα μεγάλα κτήματα και τις βίλες των πλουσίων και μάζευα τα αποφάγια τους, όταν προλάβαινα τα άλλα παιδιά που έψαχναν και αυτά για αποφάγια, ή όταν κέρδιζα τη μάχη στον σκουπιδοτενεκέ με άλλα πεινασμένα παιδιά. Τους έβλεπα πίσω από τα χοντρά σιδερένια κάγκελα να ταΐζουν τα σκυλιά τους με παχιά λουκάνικα. Κάποια μέρα ένα από τα παιδιά τους μας πέταξε μερικά λουκάνικα με περιφρόνηση, φωνάζοντάς μας να τα πιάσουμε με το στόμα μας στον αέρα, όπως ο σκύλος του. Τα πέταγε γελώντας. Τα πέταγε επίτηδες ψηλά για να διασκεδάσει καθώς παλεύαμε μεταξύ μας, μέσα στη λάσπη, εγώ και άλλα τρία παιδιά. Κατάφερα και άρπαξα ένα που ξέφυγε απ’ τα χέρια των άλλων. Το μάζεψα από τις λάσπες και τις ακαθαρσίες των αλόγων, που είχαμε κυλιστεί και έφυγα τρέχοντας, είχα μέρες να φάω…».
Ο Λόφος με τις βίλες, σκέφτηκα, η συνοικία με τα παλιά πυργόμορφα αρχοντικά. Εκεί που ο δικός μου πατέρας πήγαινε τα σαββατοκύριακα της άνοιξης και κούρευε το χορτάρι της απέραντης βίλας του ιδιοκτήτη της εταιρίας στην οποία δούλευε, για να βγάλει μερικά μάρκα παραπάνω. Τα περιπόθητα μάρκα που αποταμίευαν οι γονείς μου και όλοι οι μετανάστες, με το όνειρο να γυρίσουν κάποια στιγμή στην πατρίδα αποκαταστημένοι, όταν και αν θα άλλαζαν πολιτικά τα πράγματα.

«Τίποτα δεν λειτουργούσε. Ούτε τα σχολεία. Η επιβίωση ήταν κάθε μέρα και πιο δύσκολη. Ήμασταν “τίποτα”. Πέθαναν φίλοι μου από την πείνα, γειτονόπουλα που μεγαλώσαμε μαζί. Κάποιοι κτηνοτρόφοι και αγρότες στα μικρά χωριά τα κατάφερναν λίγο καλύτερα, γιατί είχαν να φάνε, μα στις μεγαλύτερες από τη δική μας πόλεις ήταν ακόμη χειρότερα.  Μόνο οι πολιτικοί, οι πλούσιοι και οι τοποτηρητές των Γάλλων, όλοι αυτοί που δεν πολέμησαν ποτέ στον πόλεμο, ζούσαν πλουσιοπάροχα. Γερμανία χωρίς Γερμανούς. Οι Γερμανοί, εμείς ο λαός, δεν είχαμε κανένα δικαίωμα να υπάρχουμε. Η κυβέρνηση ήταν προδότες που το μόνο που έκαναν είναι να φροντίζουν να πληρώνουμε το χρέος του πολέμου. Όλα για το χρέος. Οι ζωές μας για το χρέος. Προδότες που συνθηκολόγησαν ενώ κερδίζαμε τον πόλεμο. Προδότες, που μας μαχαίρωσαν πισώπλατα και έπιναν το αίμα μας! Το πληρώναμε το χρέος με την ανυπαρξία μας».

Την τελευταία φράση δεν την ξέχασα ποτέ, γιατί δεν την κατανόησα τότε ως παιδί, ήταν πολύπλοκη στα Γερμανικά και κρατήθηκα πάλι με πολλή προσπάθεια να μην ρωτήσω. Αλλά οι φράσεις των μεγάλων που ως παιδιά δεν καταλαβαίνουμε, καταχωρούνται συνήθως βαθιά στα κιτάπια της μνήμης μας και καθώς μεγαλώνουμε δομούνται διαρκώς νέες ερμηνείες τους, μέχρι τελικά να εξηγηθούν.Επειδή περιμένουν τόσα χρόνια γι’ αυτήν την εξήγηση, παραμένουν πάντα έντονες και μαζί χλωμές ταυτόχρονα, σαν τα κόκκινα φώτα που είχαν τα μπορντέλα πάνω από τις πόρτες τους πριν μερικές δεκαετίες στην οδό Ζήνωνος.

Συνεχίζεται…

Πηγή – DOC TV