Επιμέλεια για την ΕΛ.Λ.Α.Σ. : Ν.Κ & Οnario

Συνεχίζουμε  τον 5ο κύκλο μαθημάτων με το 14ο μάθημα  από το βιβλίο του Ουρουγουανού συγγραφέα και φιλοσόφου Εντουάρντο Γκαλεάνο, «Ένας κόσμος ανάποδα» (πατήστε εδώ για να δείτε όλες τα μαθήματα) που κυκλοφορεί  από τις ‘Εκδόσεις Πιρόγα’ σε μετάφραση της ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΖΑΚΟΠΟΥΛΟΥEduardo Galeano “Patas arriba” 1998. Oι παρουσίασεις αυτές αντιστοιχούν σε 18 μαθήματα ενταγμένα σε 6 κύκλους.

5ος Κύκλος  –  Παιδαγωγική της μοναξιάς

Σελίδες 286 – 295,  Μάθημα 14ο, Γ μέρος : Μαθήματα Καταναλωτικής κοινωνίας


Ο εγκληματολόγος Αντονι Πλατ παρατήρησε ότι τα εγκλήματα του δρόμου δεν είναι καρπός μόνο της έσχατης φτώχειας αλλά και της ατομιστικής ηθικής. Η ιδεοληψία της κοινωνίας με την επιτυχία, λέει ο Πλατ, δρα ψυχαναγκαστικά και οδηγεί τους ανθρώπους στην παράνομη απόκτηση αντικειμένων. Πάντοτε άκουγα να λένε ότι τα χρήματα δε φέρνουν την ευτυχία» ωστόσο, οποιοσδήποτε φτωχός τηλεθεατής έχει κάθε λόγο να πιστεύει πως τα χρήματα φέρνουν κάτι τόσο σχετικό με την ευτυχία, που τη διαφορά τους θα την καταλάβαινε μόνο ένας ειδικός.

Σύμφωνα με τον ιστορικό Έρικ Χόμπσμπαουμ, ο εικοστός αιώνας έβαλε τέλος σε μια εποχή εφτά χιλιάδων χρόνων, που άρχισε με την εμφάνιση των πρώτων καλλιεργειών στα τέλη της παλαιολιθικής εποχής και είχε επίκεντρο τη γεωργία. Ο πληθυσμός αστικοποιείται παγκοσμίως και οι αγρότες γίνονται κάτοικοι της πόλης. Στη Λατινική Αμερική υπάρχουν άδεια χωριά χωρίς ούτε έναν άνθρωπο και πελώριες αστικές μυρμηγκοφωλιές: οι μεγαλύτερες και πιο άνισες πόλεις του κόσμου.

galeano_286

Το παγκόσμιο γήπεδο

Έχει περάσει περισσότερο από ένας αιώνα; από τότε που γεννήθηκε το ποδόσφαιρο με τη σημερινή του μορφή. Η μητρική του γλώσσα ήταν τα αγγλικά και ακόμη αγγλικά μιλάει, με τη διαφορά ότι σήμερα ακούμε να εκθειάζεται η αξία ενός καλού χορηγού και τα προτερήματα του marketing με την ίδια ζέση που κάποτε εκθειάζονταν η αξία ενός καλού forward και τα προτερήματα του dribbling.

Οι ποδοσφαιρικές διοργανώσεις φέρουν το όνομα αυτού που πληρώνει. Το πρωτάθλημα της Αργεντινής λέγεται Ρepsi Cola. Το Παγκόσμιο Κύπελλο Νέων λέγεται Coca Cola. Το Διηπειρωτικό Τουρνουά Σιιλλόγων λέγεται Κύπελλο Τoyota.

Για τους οπαδούς του πιο λαοφιλούς αθλήματος στον κόσμο, για τους φανατικούς του πιο οικουμενικού πάθους, η φανέλα της ομάδας είναι ένας ιερός μανδύας, ένα δεύτερο δέρμα, η ψυχή τους. Η φανέλα όμως έχει μετατραπεί επίσης σε κινούμενη διαφημιστική αφίσα. Το 1998 οι παίκτες της Ραπίντ Βιέννης πρόβαλαν ταυτόχρονα τέσσερις διαφημίσεις : στις φανέλες τους είχαν μια τράπεζα, μια εμπορική επιχείρηση και μια μάρκα αυτοκινήτων και στο παντελονάκι τους διαφήμιζαν μια πιστωτική κάρτα.

Όταν η Ρίβερ Πλέιτ παίζει εναντίον της Μπόκα Τζούνιορ, στο Μπουένος Αιρες, το κλασικό ντέρμπι του αργεντίνικου ποδοσφαίρου, η μπίρα Quilmes παίζει εναντίον της μπίρας Quilmes :και οι δύο ομάδες διαφημίζουν στις φανέλες τους τη μάρκα της ίδιας τοπικής μπίρας, Και, λόγω της παγκοσμιοποίησης, η Ρίβερ παίζει επίσης για την Adidas και η Μπόκα για τη Νike.Κι αν θέλουμε να μιλάμε έξω από τα δόντια, άνετα μπορούμε να πούμε ότι. η Adidas νίκησε τη Νike στον τελικό του Μουντιάλ του 1998, όπου η Γαλλία διέλυσε τη Βραζιλία.

Διωγμένοι από τις υπερσύγχρονες γεωργικές μεθόδους και τη διάβρωση των μικρών κτημάτων τους, οι αγρότες κατακλύζουν τα περίχωρα των πόλεων. Το πιστεύουν οτί ο Θεός είναι πανταχού παρών αλλά από εμπειρία γνωρίζουν ότι συχνάζει στις μεγαλουπόλεις. Οι πόλεις υπόσχονται εργασία, ευημερία, ένα μέλλον για τα παιδιά. Όσοι παρέμειναν στην ύπαιθρο βλέπουν τη ζωή τους να φεύγει και πεθαίνουν με χασμουρητά στις πόλεις η ζωή σφύζει και τους καλεί. Στοιβαγμένοι σε τρώγλες, το πρώτο που ανακαλύπτουν οι άρτι αφιχθέντες είναι ότι δεν υπάρχει δουλειά και ότι τα εργατικά χέρια περισσεύουν, ότι τίποτε δεν είναι δωρεάν και ότι τα πιο ακριβά και πολύτιμα αγαθά είναι ο αέρας και η ησυχία.

Στην αυγή του δέκατου τέταρτου αιώνα ο αδελφός Τζιορντάνο ντα Ριβάλτο στη Φλωρεντία έπλεκε το εγκώμιο των πόλεων. Έλεγε ότι οι πόλεις μεγαλώνουν «επειδή οι άνθρωποι επιθυμούν να συναθροίζονται». Να συναθροίζονται, να συναντιούνται. Στις μέρες μας όμως ποιος συναντάει ποιον; Συναντιέται μήπως ποτέ η ελπίδα με την πραγματικότητα; Η επιθυμία συναντιέται ποτέ με τον κόσμο; Οι άνθρωποι συναντιούνται ποτέ μεταξύ τους; Αν οι ανθρώπινες σχέσεις έχουν πλέον αντικατασταθεί από τις σχέσεις με τα υλικά αγαθά, άραγε πόσοι άνθρωποι έχουν στ’ αλήθεια τη δυνατότητα να συναντιούνται μ’αυτά;

Όλος ο κόσμος τείνει να μετατραπεί σε μια μεγάλη οθόνη τηλεόρασης, όπου τα αντικείμενα μπορείς να τα βλέπεις αλλά όχι και να τα αγγίζεις.

Το shopping center ή το shopping mall, μια πελώρια βιτρίνα, επιβάλλει την καταδυναστευτική του παρουσία. Τα πλήθη συρρέουν να προσκυνήσουν και να λειτουργηθούν στο μεγαλύτερο ναό της κατανάλωσης. Η πλειοψηφία των πιστών θαυμάζει, εκστασιασμένη, πράγματα που η τσέπη της δεν αντέχει ενώ οι αγοραστές, μια μικρή μειοψηφία, υποβάλλονται σε ένα βομβαρδισμό αδιάκοπων και εξοντωτικών προσφορών. Τα πλήθη που ανεβοκατεβαίνουν με τις κυλιόμενες σκάλες ταξιδεύουν σ’ όλο τον κόσμο: οι κούκλες είναι ντυμένες όπως στο Μιλάνο ή στο Παρίσι, οι μηχανές βρυχώνται όπως στο Σικάγο κι όλα αυτά μπορείς να τα δεις και να τα ακούσεις χωρίς να πληρώσεις ναύλα. Οι τουρίστες έρχονται από τα χωριά της ενδοχώρας, ή από πόλεις που ακόμα δεν έχουν ευλογηθεί από τη σύγχρονη ευημερία, και ποζάρουν κάτω από τις ταμπέλες με τις πιο διάσημες διεθνείς μάρκες για να φωτογραφηθούν, όπως κάποτε πόζαραν μπροστά σε ανδριάντες επιφανών στην κεντρική πλατεία.

Η ένεση

Περισσότερο από μισό αιώνα πριν, ο συγγραφέας Φελισμπέρτο Χερνάντες δημοσίευσε μια προφητική ιστορία. Ένας κύριος ντυμένος στα λευκά κατέβηκε στο τραμ του Μοντεβιδέο και με μια σύριγγα στο χέρι στάλαζε ευγενικά ένα υγρό στο μπράτσο των περαστικών. Αμέσως, στα αυτιά όσων είχε κάνει την ένεση, άρχιζαν να αντηχούν τα διαφημιστικά jingles του εργοστασίου επίπλων ΕΙ Canario. Για να βγάλουν από το αίμα τους τη διαφήμιση έπρεπε να αγοράσουν στο φαρμακείο κάτι χάπια, μάρκας ΕΙ Canario, που εξάλειφαν την επίδραση της ένεσης

Η Μπεατρίς Σάρλο παρατήρησε ότι οι κάτοικοι των συνοικιών των υποβαθμισμένων περιοχών συρρέουν στο center, τοshopping center, όπως άλλοτε συνέρρεαν στο κέντρο της πόλης. Το παραδοσιακό πέρασμα από το κέντρο της πόλης, στο τέλος της εβδομάδας, τείνει να υποκατασταθεί από την εκδρομή σ’ αυτές τις αστικές οάσεις. Φρεσκοπλυμένοι, σιδερωμένοι, χτενισμένοι και φορώντας τα καλά τους, οι επισκέπτες έρχονται σε μια γιορτή όπου δεν είναι καλεσμένοι αλλά στην οποία μπορούν να είναι θεατές.

Ολόκληρες οικογένειες ξεκινάνε το ταξίδι με το διαστημικό θαλαμίσκο που διασχίζει το σύμπαν της κατανάλωσης, όπου η αισθητική της αγοράς έχει σχεδιάσει ένα εντυπωσιακό τοπίο από μοντελάκια, μάρκες και ετικέτες. Η κουλτούρα της κατανάλωσης, κουλτούρα του εφήμερου, καταδικάζει τα πάντα σε άμεση αχρηστία. Όλα αλλάζουν με τον ιλιγγιώδη ρυθμό της μόδας, η οποία έχει τεθεί στην υπηρεσία της αναγκαιότητας των πωλήσεων. Τα πράγματα παλιώνουν εν ριπή οφθαλμού, για να αντικατασταθούν από άλλα επίσης εφήμερα πράγματα.

Στο τέλος του αιώνα μας, όπου το μοναδικό σταθερό πράγμα είναι η ανασφάλεια, τα εμπορεύματα κατασκευάζονται έτσι ώστε να μη διαρκούν και τελικά εξανεμίζονται τόσο γρήγορα όσο και το κεφάλαιο που τα χρηματοδοτεί και η εργασία που τα παράγει.Το χρήμα τρέχει με την ταχύτητα του φωτός, χθες ήταν εκεί σήμερα είναι εδώ, αύριο ποιος ξέρει που, και όλοι οι εργαζόμενοι είναι εν δυνάμει άνεργοι. Παραδόξως τα shopping centers, βασίλεια της ματαιοδοξίας, προσφέρουν την πιο επιτυχή ψευδαίσθηση ασφάλειας. Βρίσκονται εκτός χρόνου, χωρίς ηλικία και ρίζες, χωρίς μέρα, χωρίς νύχτα, χωρίς μνήμη, αλλά βρίσκονται και εκτός τόπου, μακριά από την αναστάτωση της επικίνδυνης πραγματικότητας του κόσμου.

galeano_291

Σε αυτά τα τεμένη του ευ ζειν μπορεί κανείς να τα κάνει όλα χωρίς να χρειάζεται να εκτεθεί στο έλεος της βρόμικης και απειλητικής φύσης. Μέχρι και να κοιμηθεί μπορεί, σύμφωνα με τα τελευταία πρότυπα των shoppings, που στο Λος Αντζελες και το Λας Βέγκας περιλαμβάνουν ξενοδοχεία και γυμναστήρια. Τα shoppings δεν επηρεάζονται από τη ζέστη ή το κρύο και δεν εκτίθενται στον κίνδυνο της μόλυνσης και της βίας. Ο Μίκαελ Α Πέτι δημοσιεύει τις επιστημονικές συμβουλές του στο διεθνή Τύπο, σε μια επιτυχημένη στήλη που λέγεται νίνα mas. Στις πόλεις όπου η ποιότητα του αέρα είναι κακή, ο δόκτωρ Πέτι συμβουλεύει όσους θα ήθελαν να ζήσουν περισσότερο: «Να περπατάτε μέσα στα εμπορικά κέντρα.» Το ατομικό μανιτάρι της μόλυνσης απειλεί τις μεγάλες πόλεις, για παράδειγμα την Πόλη του Μεξικού, το Σάο Πάουλο ή το Σαντιάγο της Χιλής, και στις γωνίες των δρόμων παραμονεύει το έγκλημα. Όμως στον ψυχρό κόσμο των εκτός τόπου shoppings, με τον αποστειρωμένο αέρα και τις φυλαγμένες διαβάσεις, μπορεί κανείς να αναπνέει, να περπατάει και να αγοράζει χωρίς κανέναν κίνδυνο.

Τα shoppings είναι όλα πάνω κάτω ίδια, στο Λος Άντζελες ή στην Μπανγκόκ, στο Μπουένος Άιρες ή στη Γλασκόβη. Αυτή η ομοιομορφία δεν τα εμποδίζει να προσπαθούν κάθε τόσο να βρίσκουν νέους μαγνήτες που θα προσελκύουν πελάτες. Για παράδειγμα, το περιοδικό Veja εξήρε στα τέλη του 1991 μια καινοτομία του shopping Πράια ντε Μπέλας, στο Πορταλέγκρε: «Διαθέτουμε καροτσάκια για τον άνετο περίπατο των μικρών μας καταναλωτών». Παρ’ όλα αυτά, το πιο σημαντικό εμπόρευμα που προσφέρουν όλα τα shopping centers είναι η ασφάλεια. Η ασφάλεια, προϊόν πολυτελείας, είναι στη διάθεση κάθε ανθρώπου που θα εισχωρήσει σ’ αυτά τα bunkers. Με απέραντη γενναιοδωρία, η κουλτούρα της κατανάλωσης μας χαρίζει την ελευθερία να κυκλοφορούμε μέσα σ’ αυτά, δίνοντας μας έτσι τη δυνατότητα να δραπετεύουμε από την κόλαση των δρόμων. Αυτές οι νησίδες, περιτριγυρισμένες από πελώριους χώρους στάθμευσης, όπου περιμένουν τα αυτοκίνητα, προσφέρουν ένα καταφύγιο κλειστό και προστατευμένο.

Εκεί οι άνθρωποι διασταυρώνονται με άλλους ανθρώπους, οδηγημένοι όλοι από τη φωνή της κατανάλωσης, ενώ στο παρελθόν οι άνθρωποι, οδηγημένοι από την ανάγκη να δουν άλλους ανθρώπους, έβγαιναν στα καφενεία ή στους ανοιχτούς χώρους των πλατειών, στα πάρκα ή στις παλιές αγορές: στις μέρες μας οι υπαίθριοι χώροι εκτίθενται υπερβολικά στους κινδύνους της βίας των πόλεων. Στα shoppings δεν υπάρχει φόβος. Η δημόσια αστυνομία και η ιδιωτική αστυνομία, η ορατή αστυνομία και η μυστική αστυνομία, πετάνε όλους τους ύποπτους στο δρόμο ή στη φυλακή.

Οι φτωχοί που δεν ξέρουν να καμουφλάρουν την εγγενή επικινδυνότητα τους, και κυρίως οι φτωχοί με το σκούρο δέρμα, είναι ένοχοι μέχρι να μην αποδειχθεί η αθωότητα τους. Κι αν είναι παιδιά, ακόμη χειρότερα. Ο επικινδυνότητα είναι αντιστρόφως ανάλογη της ηλικίας. Ήδη το 1979 η αστυνομία της Κολομβίας είχε παρουσιάσει στο αστυνομικό συνέδριο της Νοτίου Αμερικής μια έκθεση στην οποία εξηγούσε ότι η αστυνομία ανηλίκων δεν έχει άλλη λύση παρά να εγκαταλείψει το κοινωνικό έργο της και να αφοσιωθεί στον «περιορισμό των παραβάσεων» των επικίνδυνων ανηλίκων και «στην αποτροπή της ενόχλησης που δημιουργεί η παρουσία τους στα εμπορικά κέντρα».

Αυτά τα γιγαντιαία σούπερ μάρκετ, πόλεις σε μικρογραφία φρουρούνται επίσης από ηλεκτρονικά συστήματα παρακολούθησης• μάτια που βλέπουν χωρίς να είναι ορατά, κρυμμένες κάμερες που ακολουθούν τα βήματα του πλήθους όταν χαζεύει τα εμπορεύματα. Η ηλεκτρονική όμως δε χρησιμεύει μόνο για την επιτήρηση και τη σύλληψη των ανεπιθύμητων, οι οποίοι ενδέχεται να υποκύψουν στον πειρασμό των απαγορευμένων καρπών. Η σύγχρονη τεχνολογία χρησιμεύει επίσης για να κάνει τους καταναλωτές να καταναλώνουν περισσότερο. Στην εποχή της κυβερνητικής, που τα δικαιώματα του πολίτη ταυτίζονται με την υποχρέωση του να καταναλώνει, οι μεγάλες εταιρίες κατασκοπεύουν τους καταναλωτές και τους βομβαρδίζουν με τις διαφημίσεις τους. Οι υπολογιστές προσφέρουν την ακτινογραφία του κάθε πολίτη. Ο καθένας μπορεί να μάθει ποιες είναι οι συνήθειες, οι προτιμήσεις και τα έξοδα σου, από τη χρήση που κάνεις στην πιστωτική σου κάρτα, τα μηχανήματα αυτόματης ανά λήψης και το ηλεκτρονικό σου ταχυδρομείο. Πράγματι, αυτό είναι κάτι που συμβαίνει ολοένα περισσότερο στις πολύ ανεπτυγμένες χώρες, όπου η εμπορική διαχείριση του on line σύμπαντος παραβιάζει ατιμωρητί την ιδιωτική ζωή, με σκοπό να τη θέσει στην υπηρεσία της αγοράς.

Αποδεικνύεται ολοένα και πιο δύσκολο για έναν Αμερικανό, λόγου χάριν, να κρατήσει κρυφές τις αγορές που κάνει, τις ασθένειες που περνάει, τα χρήματα που έχει και τα χρήματα που οφείλει: με αφετηρία αυτά τα δεδομένα, δεν είναι τόσο δύσκολο να συμπεράνουν οι ειδήμονες για ποιες καινούργιες υπηρεσίες θα ήταν διατεθειμένος να υπογράψει, σε τι καινούργια χρέη θα μπορούσε να μπει και πόσα καινούργια πράγματα θα μπορούσε να αγοράσει. Όσο περισσότερα κι αν αγοράζουν οι πολίτες, δε θα είναι ποτέ αρκετά σε σχέση με αυτά που πρέπει να πουληθούν.

Τα τελευταία χρόνια η βιομηχανία αυτοκινήτων κατασκευάζει πολύ περισσότερα αυτοκίνητα από όσα μπορεί να απορροφήσει η ζήτηση. Οι μεγάλες πόλεις της Λατινικής Αμερικής αγοράζουν ολοένα περισσότερο. Μέχρι πότε; Υπάρχει ένα όριο που δεν μπορούν να το ξεπεράσουν, αφού έχουν να αντιμετωπίσουν την αντίφαση ανάμεσα στις εντολές που δέχεται η εσωτερική αγορά και τις εντολές που μεταδίδει η διεθνής αγορά : την αντίφαση ανάμεσα στην ιδεοληψία της κατανάλωσης, που απαιτεί μισθούς ολοένα πιο υψηλούς, και την υποχρέωση του ανταγωνισμού, που απαιτεί μισθούς ολοένα πιο χαμηλούς.

galeano_295

Η διαφήμιση παρουσιάζει το αυτοκίνητο σαν μια ευλογία στη διάθεση όλων μας. Σαν ένα παγκόσμιο δικαίωμα, μια δημοκρατική κατάκτηση. Αν αυτό ήταν αλήθεια, και αν όλοι οι άνθρωποι μπορούσαν να αποκτήσουν αυτό το φυλαχτό με τις τέσσερις ρόδες, ο πλανήτης θα πέθαινε ακαριαία από ασφυξία. Αλλά και τα αυτοκίνητα δε θα μπορούσαν να κυκλοφορούν για πολύ, λόγω ελλείψεως ενέργειας. Ήδη έχουμε κάψει, σχεδόν μέσα σε μια στιγμή, το μεγαλύτερο μέρος του πετρελαίου που χρειάστηκε εκατομμύρια χρόνια για να δημιουργηθεί. Τα αυτοκίνητα κατασκευάζονται το ένα μετά το άλλο, στο ρυθμό των κτύπων της καρδιάς, και καταβροχθίζουν περισσότερο από τη μισή ετήσια παραγωγή πετρελαίου στον κόσμο.

Τα αφεντικά του κόσμου χρησιμοποιούν τον κόσμο σαν να είναι αναλώσιμος: σαν ένα εφήμερο προϊόν που μπορεί κι αυτό να σβήσει όπως σβήνουν, λίγο μετά τη γέννηση τους, οι εικόνες που εκτοξεύει σαν μυδραλιοβόλο η τηλεόραση ή οι μόδες και τα είδωλα που επιβάλλει ακατάπαυστα η διαφήμιση στην αγορά Τότε, όμως, σε ποιον άλλο πλανήτη θα μετακομίσουμε; Και γιατί πρέπει όλοι να πιστέψουμε το παραμύθι ότι τάχα ο Θεός πούλησε τον πλανήτη σε μερικές εταιρίες επειδή μια μέρα ήταν κακόκεφος και αποφάσισε να ιδιωτικοποιήσει το σύμπαν; Η καταναλωτική κοινωνία είναι μια παγίδα για τους κουτούς. Αυτοί που κρατάνε τα ηνία παριστάνουν ότι το αγνοούν αλλά όποιος έχει μάτια μπορεί να δει ότι η ύπαρξη της λίγης φύσης που μας έχει απομείνει διασφαλίζεται επειδή η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων καταναλώνει λίγο, πολύ λίγο, και μόνο τα αναγκαία. Η κοινωνική αδικία δεν είναι πλέον ένα σφάλμα που πρέπει να διορθωθεί, ούτε ένα ελάττωμα που πρέπει να ξεπεραστεί: έχει γίνει θεμελιώδης αναγκαιότητα. Δεν υπάρχει φύση που να μπορεί να θρέψει ένα shopping center στο μέγεθος του πλανήτη.

Οι πρόεδροι των χωρών του Νότου, που υπόσχονται ότι θα μας εισάγουν στον Πρώτο Κόσμο ως διά μαγείας και ότι όλοι θα γίνουμε εύποροι υπήκοοι του βασιλείου της σπατάλης, θα έπρεπε να προσαχθούν για εξαπάτηση και για υπόθαλψη εγκλήματος. Για εξαπάτηση, επειδή υπόσχονται το αδύνατο. Αν όλοι καταναλώναμε όπως καταναλώνουν οι καπηλευτές του πλανήτη, δε θα υπήρχε πια πλανήτης. Και για υπόθαλψη εγκλήματος: αυτό το μοντέλο ζωής το οποίο μας παρουσιάζουν σαν τον οργασμό της ζωής κι αυτή η καταναλωτική φρενίτιδα που λένε ότι είναι το παρασύνθημα της ευτυχίας, αρρωσταίνουν το σώμα μας, δηλητηριάζουν την ψυχή μας και μας αφήνουν ανέστιους: χωρίς εκείνη την εστία που κάποτε ήθελε να γίνει ο κόσμος μας.

* Αυτό το κείμενο αποτελεί απόσπασμα (σελ. 286 – 295) από το βιβλίο «ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΑΝΑΠΟΔΑ» του Εντουάρντο Γκαλεάνο και κυκλοφορεί από τις ‘Εκδόσεις Πιρόγα’ σε μετάφραση της ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΖΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Eduardo Galeano “Patas arriba” 1998

Advertisements