image002

Του Χρήστου Κάτσικα

Η πρώτη εμπειρία με την Τράπεζα Θεμάτων για εκπαιδευτικούς και μαθητές ήταν το «τρέξιμο» στην εξεταστέα ύλη, που για ορισμένα μαθήματα αλλά και για πολλά σχολεία ήταν και παραμένει ένας μεγάλος βραχνάς. Αγνοεί το υπουργείο Παιδείας ότι σε ορισμένα, για παράδειγμα, φιλολογικά μαθήματα η εξεταστέα ύλη μόνο τυπικά μπορεί να ολοκληρωθεί λόγω του αυξημένου όγκου της; Όχι βέβαια. Φυσικά το γνωρίζει, αλλά δεν το απασχολεί, καθώς είναι της αντίληψης ότι «το να «βγάλεις» την ύλη είναι αξία. Το να μορφώσεις μαθητές είναι απλώς ξεπερασμένη ιδεοληψία».

Επίσης το υπουργείο Παιδείας, στη βάση της ίδιας αντίληψης, παραγνωρίζει το γεγονός ότι οι σχολικές τάξεις δεν είναι «ομοιόμορφες». Οικονομικές, κοινωνικές και εκπαιδευτικές διαφορές πριμοδοτούν ή δυσκολεύουν την ολοκλήρωση της εξεταστέας ύλης. Αξίζει να θυμηθεί κανείς στο σημείο αυτό τις πιέσεις για την ύλη σε σχολεία στα οποία οι καθηγητές προσλήφθηκαν από το υπουργείο Παιδείας τρεις μήνες μετά την έναρξη της σχολικής χρονιάς. Κι αν το υπουργείο Παιδείας διά στόματος του υφυπουργού κ. Κεδίκογλου απαντά ότι «όπου υπήρξαν κενά προϊούσης της σχολικής χρονιάς για τη διδασκαλία των μαθημάτων, έχουν δοθεί οδηγίες προς τις σχολικές μονάδες και τους εκπαιδευτικούς, ώστε να διασφαλιστεί η κάλυψη της προβλεπόμενης ύλης, όπως για παράδειγμα με την αύξηση των ωρών διδασκαλίας του μαθήματος εβδομαδιαίως», όσοι αναπνέουν την κιμωλία μέσα στην τάξη γνωρίζουν ότι η γνώση δεν είναι ένα πιάτο φαγητό που μπορεί κανείς να το φάει με μια κουταλιά, αρκεί να του δοθεί μεγάλο κουτάλι.

Στοιχειώδη γνώση να έχει κάποιος για την κατάσταση στις σχολικές τάξεις και για τους όρους της εκπαιδευτικής διαδικασίας και της μάθησης αντιλαμβάνεται ότι η επιτάχυνση στην παράδοση της ύλης έχει καταστρεπτικές συνέπειες, καθώς χιλιάδες μαθητές που δεν μπορούν να ακολουθήσουν τους επιβαλλόμενους εντατικούς ρυθμούς αποθαρρύνονται και ενσωματώνουν την ήττα.

Συνέπειες όμως υπάρχουν και για τον εκπαιδευτικό, που μπορεί να οδηγηθεί γρήγορα στην απώλεια του παιδαγωγικού του ρόλου, του δασκάλου-εμψυχωτή, καθώς θα σπρώχνεται να μετεξελιχθεί σε μικρόψυχο ελεγκτή, ένα συμβολαιογράφο επιδόσεων, εξεταστή, επιτηρητή, διορθωτή, έναν κακοπληρωμένο τεχνικό χωρίς διάθεση και χαμόγελο.

Δεν χρειάζεται να καταναλώσουμε πολλή στατιστική για να αποδείξουμε ότι στήνεται ήδη ένας ολοκληρωμένος και «θωρακισμένος μηχανισμός αναχαίτισης» όσων ετοιμάζονται στο μέλλον να χτυπήσουν τις πόρτες του Νέου Λυκείου. Πολύ γρήγορα η λειτουργία της «Τράπεζας» θα αυξήσει τη σχολική θνησιμότητα, δηλαδή την απόρριψη, ή τους συγγενείς της, δηλαδή την ενσωμάτωση της αδυναμίας, την απόγνωση, την αναχαίτιση, το ψαλίδισμα των προσδοκιών, το φόβο και την εγκατάλειψη. Μα θέλει το υπουργείο Παιδείας ένα τέτοιο αποτέλεσμα; Πρωτίστως! Επείγεται να «ξεσκαρτάρει» το Γενικό Λύκειο, να το «ελαφρώσει», σαν μια επιχείρηση που θέλει να απαλλαγεί από το προσωπικό της.

Αναπροσανατολισμός της εκπαιδευτικής – μαθησιακής διαδικασίας

Η Τράπεζα Θεμάτων υποτάσσει τους μαθητές, υποτάσσει τους εκπαιδευτικούς, υποτάσσει συνολικά την εκπαιδευτική διαδικασία στις εξετάσεις. Η Τράπεζα Θεμάτων, δηλαδή το είδος και η «ποιότητα» των ερωτήσεων, μπορεί αθέατα να προσανατολίσει τη μαθησιακή διαδικασία σε συγκεκριμένες κατευθύνσεις, να υποβαθμίσει το «πώς» και το «γιατί», να πριμοδοτήσει συγκεκριμένους τρόπους διδασκαλίας ή διαβάσματος. Στην κατεύθυνση αυτή προφανώς ρίχνεται λίπασμα και από τις ερωτήσεις τύπου πολλαπλής επιλογής κ.λπ.

Πολύ σωστά ο πανεπιστημιακός (ΕΜΠ) Γιάννης Μαΐστρος επισημαίνει ότι η Τράπεζα Θεμάτων αποτελεί μια καθαρή μορφή «πιστοποίησης» και όχι «αξιολόγησης» – με την πρωτεύουσα – κυριολεκτική της σημασία και όχι με την «τιμωρητική» – απαξιωτι κή της, που η νεοφιλελεύθερη διαστροφή την εννοεί. Με αυτό τον τρόπο «εξέτασης» των μαθητών αυτοματοποιείται σιγά σιγά η «πιστοποίηση» των κλασμάτων γνώσης που αποκτώνται και στο τέλος θα μπορεί να γίνεται και η βαθμολόγηση από υπολογιστικά συστήματα, καταργώντας κάθε παιδαγωγική – γνωσιακή λειτουργία και, εννοείται, βάζοντας στο περιθώριο τον ανθρώπινο παράγοντα – δάσκαλο – εκπαιδευτικό!

Παρόμοια συστήματα εισηγούνται οι «σοφοί» του υπουργείου Παιδείας για την «πιστοποίηση» επαγγελματικών προσόντων και εφαρμόζονται ήδη για την απόκτηση πιστοποιητικού γλωσσομάθειας, πληροφορικής (ECDL), την απόκτηση άδειας οδήγησης (σήματα, ΚΟΚ) κ.λπ.

Δεν είναι μακριά η εποχή που θα εισαχθούν οι «πιστωτικές» μονάδες (κλάσματα γνώσης = τυποποιημένα «χάπια») και στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (όπως τα ECTS στην Τριτοβάθμια) για να ολοκληρωθούν ο ευτελισμός και η πλήρης διάλυση της εκπαιδευτικής διαδικασίας όχι μόνο στη φάση της «εξέτασης», αλλά και σε αυτή της διδασκαλίας. Οι μαθητές (και κυρίως οι γονείς τους) θα απαιτούν να «διδαχθούν» τα «θέματα της Τράπεζας» για να «περάσουν» την πιστοποίηση στο τέλος της χρονιάς, αγνοώντας ως περιττά – άχρηστα ή και επιζήμια τα μαθήματα όπως γίνονται σήμερα.

Παράλληλα, η φροντιστηριακή εκγύμναση θα κερδίζει έδαφος ως «σώμα και πνεύμα» στο σχολείο, εκτρέποντας το εκπαιδευτικό έργο σε τεχνικές απομνημόνευσης πληροφοριών και όχι αναλυτικής επεξεργασίας της ύλης και δημιουργικής αφομοίωσης από τους μαθητές. Ειδικότερα, ως «καλό» Λύκειο θα αναγορεύεται αυτό που μιμείται το φροντιστήριο. Αυτό, δηλαδή, που καλουπώνει και παραδίδει αποσπασματικές γνώσεις χρήσιμες για τις εξετάσεις.

Κατ” επανάληψη ο υπουργός Παιδείο: δηλώνει ότι η Τράπεζα Θεμάτων είναι «ένα μέσο πίεσης για την ολοκλήρωση του διδακτικού έργου των εκπαιδευτικών, για το οποίο και θα αξιολογούνται σε περίπτωσεις  αποκλίσεων». Αν και πολλά θα μπορούσε να πει κανείς για τη δήλωση του υπουργού  Παιδείας, τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα. Με την Τράπεζα Θεμάτων το υπουργείο Παιδείας θα επιχειρήσει σταδιακά να αξιολογήσει τους εκπαιδευτικούς και τις σχολικές μονάδες με βάση τις επιδόσεις των μαθητών.

Είναι προφανές ότι η πολιτική ηγεσία του υπουργείου γνωρίζει πολύ καλά τις κοινωνικές παραμέτρους της σχολικής επίδοσης. Η στόχευση είναι αλλού και «φωτογραφίζει» κατευθείαν τον εκπαιδευτικό. Το ΥΠΕΠΘ θεωρεί κατάλληλο το χρόνο να προβάλει συστηματικά μια έτσι κι αλλιώς  διαδεδομένη αντίληψη, σύμφωνα με τη. οποία για ό,τι «καλό» ή «κακό» γίνεται στα σχολεία την ευθύνη την έχει ο εκπαιδευτικός. «Το παν εξαρτάται από το δάσκαλο» θα αναφωνήσει σε λίγο με βικτοριανή  υποκρισία.

Μια τέτοια αντίληψη, όπως γίνεται φανερό, εναποθέτει μεγάλο φορτίο ευθύνης στους ώμους του δασκάλου και συνήθως όταν τίθεται θέμα σχολικής αποτυχίας ή εκπαιδευτικής κρίσης, ο δάσκαλος είναι ο «αποδιοπομπαίος τράγος». Με αυτο τον τρόπο γίνεται ευκολότερη υπόθεση η επιβολή αυταρχικών μέτρων αξιολόγησης, εντατικοποίησης και διοικητικο. ελέγχου.

Πηγή : επίκαιρα

αναδημοσίευση : Βαθύ Κόκκινο