Παρουσιάζουμε σε τρία κομμάτια ( για λόγους ευκολότερης ανάγνωσης) το κεφάλαιο 9 από το βιβλίο της Χάνα Αρεντ “The origins of totalitarianism”

ΚΕΦΑΛΑΙΟ εννέα: Η παρακμή του έθνους – κράτους και το τέλος των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

Μετάφραση: Κοκκίνης Παναγιώτης

πηγή : happyfew

Είναι σχεδόν αδύνατο ακόμη και τώρα να περιγραφεί τι πραγματικά συνέβη στην Ευρώπη στις 4 Αυγούστου του 1914. Οι μέρες πριν και οι ημέρες μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο διαχωρίζονται όχι σαν το τέλος μιας παλιάς και η αρχή μιας νέας περιόδου, αλλά, ως η προηγούμενη και η επόμενη ημέρα μετά από μια έκρηξη. Ωστόσο, αυτό το σχήμα λόγου είναι ανακριβές, όπως και όλα τα άλλα, επειδή η ησυχία της θλίψης που κατασταλάζει μετά από μια καταστροφή ποτέ δεν έγινε πραγματικότητα. Η πρώτη έκρηξη φαίνεται να πυροδότησε μια αλυσιδωτή αντίδραση στην οποία έχουμε πιαστεί από τότε και την οποία κανείς δεν φαίνεται να είναι σε θέση να σταματήσει.

Ο πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος διέλυσε την Ευρωπαϊκή αβροφροσύνη (comity) των εθνών ανεπανόρθωτα, κάτι που κανένας άλλος πόλεμος δεν είχε κάνει ποτέ. Ο πληθωρισμός κατέστρεψε ολόκληρη την τάξη των μικρών ιδιοκτητών χωρίς ελπίδα για ανάκαμψη ή νέα συγκρότηση, κάτι που καμία νομισματική κρίση δεν είχε κάνει ποτέ πριν τόσο ριζικά. Η ανεργία, όταν ήρθε, έφτασε μυθώδεις αναλογίες, δεν περιοριζόταν πλέον στην εργατική τάξη, αλλά άδραξε με ασήμαντες εξαιρέσεις ολόκληρα έθνη. Οι εμφύλιοι πόλεμοι που ξεκινούν και εξαπλώνονται πάνω από είκοσι χρόνια δύσκολης ειρήνης δεν ήταν μόνο πιο αιματηροί και πιο σκληροί από ό, τι όλοι οι προγενέστεροι, αλλά ακολουθήθηκαν από μεταναστεύσεις ομάδων που, σε αντίθεση με τους ευτυχέστερους προηγούμενους των θρησκευτικών πολέμων, δεν ήταν καλοδεχούμενες πουθενά και δεν μπορούσαν να αφομοιωθούν πουθενά.

Μόλις άφηναν το σπίτι τους παρέμεναν άστεγοι, από τη στιγμή που άφηναν την χώρα τους γινόντουσαν ανιθαγενείς (stateless), από τη στιγμή που είχαν στερηθεί τα ανθρώπινα δικαιώματά τους γινόντουσαν χωρίς δικαιώματα, τα αποβράσματα της γης. Τίποτα από ότι έγινε, δεν έχει σημασία πόσο ηλίθιο, δεν έχει σημασία πόσο πολλοί άνθρωποι γνώριζαν και προείπαν τις συνέπειες, δεν θα μπορούσε να αναιρεθεί ή να προληφθεί. Κάθε συμβάν είχε το αμετάκλητο της τελευταίας απόφασης, απόφαση που δεν επιβλήθηκε ούτε από τον Θεό ούτε από τον διάβολο, αλλά φαινόταν περισσότερο σαν η έκφραση κάποιου ανεπανόρθωτα ηλίθιου φαταλισμού.
Πριν η πολιτική του ολοκληρωτισμού συνειδητά επιτεθεί και καταστρέψει μερικώς την ίδια τη δομή του ευρωπαϊκού πολιτισμού, η έκρηξη του 1914 και οι σοβαρές της συνέπειες της αστάθειας είχαν επαρκώς καταστρέψει την πρόσοψη του πολιτικού συστήματος της Ευρώπης αποκαλύπτοντας το κρυφό του πλαίσιο. Αυτές οι ορατές αποκαλύψεις ήταν τα βάσανα των όλο και περισσότερων ομάδων ανθρώπων για τους οποίους ξαφνικά οι κανόνες του κόσμου γύρω τους είχαν παύσει να ισχύουν.

Ήταν ακριβώς η φαινομενική σταθερότητα του κόσμου που μας περιβάλλει, που έκανε κάθε ομάδα να αναγκαστεί να βγει από τα προστατευτικά της όρια που μοιάζουν με μια ατυχή εξαίρεση σε αντίθετη με τον λογικό και φυσιολογικό κανόνα, και η οποία συμπληρώθηκε με τον ίδιο κυνισμό με τα θύματα και τους παρατηρητές μιας προφανώς άδικης και αφύσικης μοίρας. Τόσο τα θύματα όσο και οι παρατηρητές παρανόησαν αυτόν τον κυνισμό ως αυξανόμενη σοφία στους τρόπους του κόσμου, ενώ στην πραγματικότητα ήταν πιο μπερδεμένοι και ως εκ τούτου έγιναν πιο ηλίθιοι από ό, τι οποτεδήποτε στο παρελθόν.

Το μίσος, που σίγουρα δεν λείπει από τον προπολεμικό κόσμο, άρχισε να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στις δημόσιες υποθέσεις παντού, έτσι ώστε η πολιτική σκηνή τα απατηλά ήσυχα χρόνια του είκοσι έλαβε την πικρή και περίεργη ατμόσφαιρα μιας οικογενειακής διαμάχης του Στρίντμπεργκ. Τίποτα δεν απεικονίζει ίσως τη γενική αποσύνθεση της πολιτικής ζωής καλύτερα από αυτή την αόριστη, διάχυτη εχθρότητα για οποιονδήποτε και οτιδήποτε, χωρίς εστίαση της παθιασμένης προσοχής της, χωρίς να αποδίδονται υπεύθυνες σε κανένα για την κατάσταση – ούτε στην κυβέρνηση ούτε στην αστική τάξη, ούτε σε μια εξωτερική δύναμη. Κατά συνέπεια, στράφηκε προς όλες τις κατευθύνσεις, ασυντόνιστα και απρόβλεπτα, ανίκανη να προσλάβει έναν υγιή αέρα, αδιάφορη για οτιδήποτε κάτω από τον ήλιο.

Αυτή η ατμόσφαιρα της αποσύνθεσης, αν και χαρακτηριστικό όλης της Ευρώπης μεταξύ των δύο πολέμων, ήταν πιο ορατή στις ηττημένες σε σχέση με τις νικήτριες χώρες, και είχε αναπτυχθεί πλήρως στα νεοσύστατα κράτη μετά την εκκαθάριση της Αυστροουγγρικής μοναρχίας και της τσαρικής Αυτοκρατορίας. Τα τελευταία απομεινάρια της αλληλεγγύης μεταξύ των μη απελευθερωμένων εθνοτήτων στην «ζώνη μεικτών πληθυσμών» εξατμίζεται με την εξαφάνιση μιας κεντρικής δεσποτικής γραφειοκρατίας που είχε υπηρετήσει, επίσης, στο να συγκεντρώνει και να εκτρέπει τις μεταξύ τους διάχυτες έχθρες και αλληλοσυγκρουόμενες εθνικές αξιώσεις. Τώρα καθένας ήταν εναντίον όλων των άλλων, και πάνω απ ‘όλα εναντίον του πλησιέστερού του γείτονα – οι Σλοβάκοι εναντίον των Τσέχων, οι Κροάτες εναντίον των Σέρβων, οι Ουκρανοί εναντίον των Πολωνών. Και αυτό δεν ήταν το αποτέλεσμα της σύγκρουσης μεταξύ των εθνοτήτων και των λαών του κράτους (state peoples)( ή μειονοτήτων και πλειονοτήτων ), οι Σλοβάκοι όχι μόνο υπονόμευαν συνεχώς τη δημοκρατική κυβέρνηση της Τσεχίας στην Πράγα, αλλά την ίδια στιγμή καταδίωκαν την ουγγρική μειονότητα στο έδαφός τους, ενώ μια παρόμοια εχθρότητα απέναντι στον λαό του κράτους αφενός, και μεταξύ τους, αφετέρου, υπήρχε μεταξύ των δυσαρεστημένων μειονοτήτων στην Πολωνία.

Με την πρώτη ματιά αυτά τα προβλήματα στην παλιά ευρωπαϊκή εστία προβλημάτων έμοιαζαν ασήμαντες εθνικιστικές διαμάχες, χωρίς καμία συνέπεια για τις πολιτικές τύχες της Ευρώπης. Ωστόσο, σε αυτές τις περιοχές και έξω από την εκκαθάριση των δύο πολυεθνικών κρατών της προπολεμικής Ευρώπης, της Ρωσίας και της Αυστροουγγαρίας, προέκυψαν δύο ομάδες θυμάτων, των οποίων τα βάσανα ήταν διαφορετικά από αυτά όλων των άλλων στην εποχή του μεσοπολέμου. Ήταν σε χειρότερη κατάσταση από τις στερημένες μεσαίες τάξεις, τους ανέργους, τους μικρούς εισοδηματίες, τους συνταξιούχους στους οποίους τα γεγονότα είχαν στερήσει το κοινωνικό καθεστώς, τη δυνατότητα να εργαστούν και το δικαίωμα να κατέχουν ιδιοκτησία: είχαν χάσει τα δικαιώματα που είχαν θεωρήσει και ακόμη ορίσει ως αναφαίρετα, δηλαδή τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Οι απάτριδες και οι μειονότητες, δικαίως αποκαλούνται «ξαδέλφια», δεν είχαν κυβερνήσεις να τους εκπροσωπήσουν και να τους προστατεύσουν και ως εκ τούτου αναγκάστηκαν να ζήσουν είτε υπό το νόμο της εξαίρεσης των Μειονοτικών Συνθηκών, τις οποίες είχαν υπογράψει όλες οι κυβερνήσεις (εκτός από την Τσεχοσλοβακία) διαμαρτυρόμενες και δεν τις αναγνώρισαν ποτέ ως δίκαιο, ή υπό συνθήκες απόλυτης ανομίας.

Με την εμφάνιση των μειονοτήτων στην Ανατολική και Νότια Ευρώπη και με τους ανιθαγενείς να οδηγούνται στην Κεντρική και Δυτική Ευρώπη, ένα εντελώς νέο στοιχείο της αποσύνθεσης εισήχθη στην μεταπολεμική Ευρώπη. Η αποεθνοποίηση έγινε ένα ισχυρό όπλο των ολοκληρωτικών πολιτικών, και η συνταγματική αδυναμία των ευρωπαϊκών εθνών-κρατών να εγγυηθούν τα ανθρώπινα δικαιώματα σε εκείνους που είχαν χάσει τα εγγυημένα σε εθνικό επίπεδο δικαιώματα, κατέστησε δυνατό για τις διώκουσες κυβερνήσεις να επιβάλουν τα συστήματα αξιών τους, ακόμα και στους αντιπάλους τους. Εκείνοι τους οποίους ο διώκτης είχε ξεχωρίσει ως αποβράσματα της γης – Εβραίοι, τροτσκιστές, κλπ. – πράγματι ελήφθησαν ως αποβράσματα της γης παντού. Εκείνους τους οποίους η δίωξη είχε αποκαλέσει ανεπιθύμητους έγιναν οι ανεπιθύμητοι της Ευρώπης.

Η επίσημη εφημερίδα των SS, η Schwarze Korps, αναφέρει ρητά το 1938 ότι, αν ο κόσμος δεν ήταν ακόμα πεπεισμένος ότι οι Εβραίοι ήταν τα αποβράσματα της γης, σύντομα θα ήταν όταν απροσδιόριστοι ζητιάνοι, χωρίς εθνικότητα, χωρίς χρήματα και χωρίς διαβατήρια θα διέσχιζαν τα σύνορά τους -. Και είναι αλήθεια ότι αυτό το είδος της έμπρακτης προπαγάνδας λειτούργησε καλύτερα από την ρητορική του Γκέμπελς, όχι μόνο επειδή καθιέρωσε τους Εβραίους ως αποβράσματα της γης, αλλά και επειδή το απίστευτο δράμα μιας ολοένα αυξανόμενης ομάδας αθώων ανθρώπων ήταν σαν μια έμπρακτη απόδειξη των κυνικών ισχυρισμών των «ολοκληρωτικών κινημάτων» ότι δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα όπως τα αναπαλλοτρίωτα ανθρώπινα δικαιώματα και ότι οι ισχυρισμοί των δημοκρατιών για το αντίθετο ήταν απλή προκατάληψη, υποκρισία, και δειλία απέναντι στο σκληρό μεγαλείο ενός νέου κόσμου. Η ίδια η φράση «ανθρώπινα δικαιώματα» έγινε για όλους τους ενδιαφερόμενους – θύματα, θύτες, και θεατές εξίσου – η απόδειξη του δίχως ελπίδα ιδεαλισμού ή η αναζήτηση μικρόνοης υποκρισίας.

i : Το «Έθνος των μειονοτήτων» και οι ανιθαγενείς

ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΙΣΧΥΟΣ που κάνουν την εθνική κυριαρχία μια παρωδία εκτός από τα κράτη γίγαντες, η άνοδος του ιμπεριαλισμού, και τα παν-κινήματα υπονόμευσαν τη σταθερότητα του συστήματος των εθνών-κρατών της Ευρώπης από το εξωτερικό. Κανένας από αυτούς τους παράγοντες, ωστόσο, δεν είχε ξεπηδήσει απ ‘ευθείας από την παράδοση και τους θεσμούς των ίδιων των εθνών-κρατών. Η εσωτερική τους αποσύνθεση άρχισε μόνο μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, με την εμφάνιση των μειονοτήτων που δημιουργήθηκαν από τις Συνθήκες Ειρήνης και την συνεχώς αυξανόμενη κίνηση προσφύγων, εξ αιτίας των επαναστάσεων.

Η ανεπάρκεια των Συνθηκών Ειρήνης έχει συχνά εξηγηθεί από το γεγονός ότι οι ειρηνοποιοί ανήκαν σε μια γενιά που διαμορφώθηκε από τις εμπειρίες της προπολεμικής εποχής έτσι ώστε ποτέ δεν συνειδητοποίησαν αρκετά τον πλήρη αντίκτυπο του πολέμου του οποίου την ειρήνη έπρεπε να συνάψουν. Δεν υπάρχει καλύτερη απόδειξη γι ‘αυτό από την προσπάθειά τους να ρυθμίσουν το πρόβλημα των εθνοτήτων στην Ανατολική και Νότια Ευρώπη, μέσω της δημιουργίας των εθνών-κρατών και της εφαρμογής των μειονοτικών συνθηκών. Αν η σοφία της επέκτασης μιας μορφής κυβέρνησης, η οποία, ακόμη και σε χώρες με παλιά και πάγια εθνική παράδοση δεν μπορούσε να χειριστεί τα νέα προβλήματα της παγκόσμιας πολιτικής και είχε γίνει αμφισβητήσιμη, ήταν ακόμα πιο αμφίβολο αν θα μπορούσε να εισαχθεί σε μια περιοχή η οποία στερούταν τις ίδιες τις συνθήκες για την έγερση των εθνών-κρατών: την ομοιογένεια του πληθυσμού και την εδραίωση στο έδαφος. Αλλά η υπόθεση ότι τα έθνη – κράτη θα μπορούσαν να εδραιωθούν με τις μεθόδους των Συνθηκών Ειρήνης ήταν απλά παράλογη.

Πράγματι: “Μια ματιά στο δημογραφικό χάρτη της Ευρώπης θα ήταν αρκετή για να δείξει ότι η Αρχή έθνος-κράτος δεν μπορεί να εισαχθεί στην Ανατολική Ευρώπη” Οι Συνθήκες ανέμειξαν πολλούς λαούς σε μεμονωμένα κράτη, αποκαλώντας μερικούς από αυτούς «λαούς του κράτους» και αναθέτοντάς τους την κυβέρνηση, σιωπηλά υποθέτοντας ότι οι άλλοι (όπως οι Σλοβάκοι στην Τσεχοσλοβακία, ή οι Κροάτες και οι Σλοβένοι στη Γιουγκοσλαβία) ήταν ισότιμοι εταίροι στην κυβέρνηση, οι οποίοι, φυσικά, δεν ήταν και με την ίδια αυθαιρεσία δημιουργήθηκε από το υπόλοιπο μια τρίτη ομάδα εθνοτήτων που ονομάστηκε “μειονότητες”, προσθέτοντας έτσι στα πολλά βάρη των νέων κρατών το πρόβλημα της τήρησης ειδικών ρυθμίσεων για μέρος του πληθυσμού. Το αποτέλεσμα ήταν ότι αυτοί οι λαοί για τους οποίους τα κράτη δεν ήταν αποδεκτά, δεν έχει σημασία αν ήταν επίσημες μειονότητες ή μόνο εθνότητες, θεωρούσαν τις Συνθήκες ένα αυθαίρετο παιχνίδι που μοίρασε κυριαρχία σε ορισμένους και υποτέλεια στους άλλους. Τα νεοσύστατα κράτη, από την άλλη πλευρά, τα οποία υποσχέθηκαν ισότιμο καθεστώς στην εθνική κυριαρχία με τις δυτικές χώρες, θεώρησαν τις Μειονοτικές Συνθήκες ως μια ανοιχτή παραβίαση της υπόσχεσης και διάκριση γιατί μόνο τα νέα κράτη, και όχι ακόμη και η ηττημένη Γερμανία, ήταν δεσμευμένα απ’ αυτές.

Το αμήχανο κενό εξουσίας που προέκυψε από τη διάλυση της Δυαδικής Μοναρχίας και την απελευθέρωση της Πολωνίας και των χωρών της Βαλτικής από τον Τσαρικό δεσποτισμό δεν ήταν ο μόνος παράγοντας που έβαλε σε πειρασμό τους πολιτικούς σε αυτό το καταστροφικό πείραμα. Πολύ ισχυρότερη ήταν η αδυναμία της υποστήριξης πλέον, των περισσότερων από 100 εκατομμύρια Ευρωπαίων που ποτέ δεν είχαν φθάσει στο στάδιο της εθνικής ελευθερίας και αυτοδιάθεσης το οποίο οι λαοί των αποικιών ήδη επιδίωκαν και το οποίο δινόταν σε αυτούς. Ήταν όντως αλήθεια ότι ο ρόλος του προλεταριάτου της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης, της καταπιεσμένης, ιστορικά – ταλαιπωρημένης ομάδας της οποίας η χειραφέτηση ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου για το σύνολο του ευρωπαϊκού κοινωνικού συστήματος, παιζόταν στην Ανατολή από «λαούς χωρίς ιστορία». * «Τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα της Ανατολής ήταν επαναστατικά με τον ίδιο τρόπο όπως και τα εργατικά κινήματα στη Δύση, και τα δύο αντιπροσώπευαν τα «ανιστορικά» στρώματα του πληθυσμού της Ευρώπης και τα δύο προσπάθησαν να εξασφαλίσουν την αναγνώριση και τη συμμετοχή στα κοινά. Δεδομένου ότι το αντικείμενο ήταν να διατηρηθεί το ευρωπαϊκό status quo, η χορήγηση της εθνικής αυτοδιάθεσης και κυριαρχίας σε όλους τους λαούς της Ευρώπης φαινόταν πράγματι αναπόφευκτη. Η εναλλακτική λύση θα ήταν να τους καταδικάσουν ανελέητα στο καθεστώς των λαών των αποικιών (κάτι που τα παν – κινήματα πάντα πρότειναν) και να εισαγάγουν αποικιακές μεθόδους στα ευρωπαϊκά θέματα. « ^

Το θέμα, βέβαια, είναι ότι το Ευρωπαϊκό status quo, δεν θα μπορούσε να διατηρηθεί και αυτό κατέστη σαφές μόνο μετά την πτώση των τελευταίων απομειναριών της ευρωπαϊκής απολυταρχίας όπου η Ευρώπη είχε κυβερνηθεί από ένα σύστημα που ποτέ δεν είχε λάβει υπόψη ή ανταποκριθεί στις ανάγκες τουλάχιστον του 25 τοις εκατό του πληθυσμού της. Αυτό το κακό, όμως, δεν θεραπεύτηκε με την εγκαθίδρυση των διάδοχων κρατών, δεδομένου ότι περίπου το 30 τοις εκατό των περίπου 100 εκατομμυρίων κατοίκων τους είχαν αναγνωριστεί επίσημα ως εξαιρέσεις που έπρεπε να προστατεύονται ειδικά από μειονοτικές συνθήκες.

Το ποσοστό αυτό, επιπλέον, σε καμία περίπτωση δεν λέει όλη την ιστορία, δείχνει μόνο τη διαφορά μεταξύ λαών με δική τους κυβέρνηση και εκείνων που υποτίθεται ότι ήταν πολύ μικροί και πολύ διάσπαρτοι για να επιτύχουν πλήρη εθνότητα. Οι Μειονοτικές Συνθήκες κάλυπταν μόνο τις εθνότητες των οποίων υπήρχαν σημαντικοί αριθμοί σε τουλάχιστον δύο από τα κράτη διαδοχής, αλλά παραλήφθηκαν από την εξέταση όλες οι άλλες εθνότητες χωρίς δική τους κυβέρνηση, έτσι ώστε σε μερικά από τα κράτη διαδοχής οι εθνικά δυσαρεστημένοι λαοί αποτελούσαν το 50 τοις εκατό του συνολικού πληθυσμού.

Ο χειρότερος παράγοντας σε αυτή την κατάσταση δεν ήταν καν ότι έγινε αυτονόητο για τις εθνότητες να είναι μη-νομιμόφρονες στην επιβληθείσα κυβέρνησή τους και για τις κυβερνήσεις να καταπιέζουν τις εθνότητες τους όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματικά, αλλά ότι οι εθνικά δυσαρεστημένοι λαοί ήταν απόλυτα πεπεισμένοι – όπως όλοι οι άλλοι – ότι η αληθινή ελευθερία, η αληθινή χειραφέτηση και η πραγματική λαϊκή κυριαρχία θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με την πλήρη εθνική χειραφέτηση, ότι οι άνθρωποι χωρίς δική τους εθνική κυβέρνηση ήταν στερημένοι από ανθρώπινα δικαιώματα. Σε αυτή την πεποίθηση, η οποία θα μπορούσε να στηριχθεί στο γεγονός ότι η Γαλλική Επανάσταση είχε συνδυάσει την διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου με την εθνική κυριαρχία, είχαν υποστηριχθεί από τις ίδιες τις Μειονοτικές Συνθήκες, οι οποίες δεν εμπιστεύονται τις κυβερνήσεις για την προστασία των διαφορετικών εθνοτήτων, αλλά επιφορτίζουν την Κοινωνία των Εθνών για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων των ατόμων που, για λόγους εδαφικού διακανονισμού, είχαν μείνει χωρίς δικά τους εθνικά κράτη. Όχι ότι οι μειονότητες θα εμπιστεύονταν την Κοινωνία των Εθνών περισσότερο από ό, τι είχαν εμπιστευτεί τους λαούς του κράτους.

Η Κοινωνία των Εθνών, άλλωστε, απαρτιζόταν από εθνικούς πολιτικούς των οποίων οι συμπάθειες δεν θα μπορούσαν παρά να είναι με τις δυσαρεστημένες νέες κυβερνήσεις οι οποίες παρακωλύονται και αντιπαρατίθενται κατ ‘αρχήν με το 25 έως 50 τοις εκατό των κατοίκων τους. Ως εκ τούτου, οι δημιουργοί των Μειονοτικών Συνθηκών αναγκάστηκαν σύντομα να ερμηνεύσουν τις πραγματικές προθέσεις τους πιο αυστηρά και να επισημάνουν τα «καθήκοντα» που οι μειονότητες οφείλουν στα νέα κράτη. ” Είναι πλέον διαπιστωμένο ότι οι Συνθήκες είχαν σχεδιαστεί απλώς ως μια ανώδυνη και μη βάναυση μέθοδο αφομοίωσης, μια ερμηνεία η οποία φυσικά εξόργισε τις μειονότητες. «Αλλά τίποτα άλλο δεν θα μπορούσε να αναμένεται μέσα σε ένα σύστημα κυρίαρχων εθνών-κρατών.

Αν οι Μειονοτικές Συνθήκες είχαν σκοπό να είναι περισσότερο από μια προσωρινή θεραπεία για μια αναποδογυρισμένη κατάσταση, τότε ο σιωπηρός περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας θα επηρέαζε την εθνική κυριαρχία των παλαιότερων ευρωπαϊκών δυνάμεων. Οι εκπρόσωποι των μεγάλων εθνών ήξεραν πολύ καλά ότι οι μειονότητες στο εσωτερικό των εθνών-κρατών θα έπρεπε αργά ή γρήγορα είτε να αφομοιωθούν είτε να εκκαθαριστούν. Και δεν έχει σημασία αν είχαν κινηθεί για λόγους ανθρωπιστικούς για την προστασία των αποσχισθέντων εθνοτήτων από την δίωξη, ή αν τους οδήγησαν πολιτικοί λόγοι να αντιταχθούν στις διμερείς συνθήκες μεταξύ των ενδιαφερομένων κρατών και της πλειοψηφίας των χωρών των μειονοτήτων (άλλωστε, οι Γερμανοί ήταν η ισχυρότερη από όλες τις επίσημα αναγνωρισμένες μειονότητες, τόσο σε αριθμό όσο και σε οικονομική θέση), δεν ήταν ούτε πρόθυμοι ούτε ικανοί να ανατρέψουν τους νόμους με τους οποίους υπάρχουν τα έθνη-κράτη.

Ούτε η Κοινωνία των Εθνών, ούτε οι Μειονοτικές Συνθήκες θα απέτρεπαν τα νεοσύστατα κράτη από την περισσότερο ή λιγότερο βίαιη αφομοίωση των μειονοτήτων τους. Ο ισχυρότερος παράγοντας κατά της αφομοίωσης ήταν η αριθμητική και πολιτιστική αδυναμία των λεγόμενων λαών του κράτους. Η ρωσική ή η εβραϊκή μειονότητα στην Πολωνία δεν αισθάνονταν το πολωνικό πολιτισμό ως ανώτερο από τον δικό τους και δεν ήταν ιδιαίτερα εντυπωσιασμένες από το γεγονός ότι οι Πολωνοί αποτελούν περίπου το 60 τοις εκατό του πληθυσμού της Πολωνίας.

Οι δυσαρεστημένες εθνότητες, αγνοώντας εντελώς την Κοινωνία των Εθνών, σύντομα αποφάσισαν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους. Ενώθηκαν μεταξύ τους σε ένα μειονοτικό κογκρέσο το οποίο ήταν αξιοσημείωτο σε περισσότερες από μία απόψεις. Είναι σε αντίθεση με την ίδια την ιδέα πίσω από τις Συνθήκες της Κοινωνίας των Εθνών αυτοαποκαλούμενο επίσημα ως το ” Συνέδριο των Οργανωμένων εθνικών ομάδων στα ευρωπαϊκά κράτη”, ακυρώνοντας έτσι τη μεγάλη προσπάθεια που ξοδεύτηκε κατά τη διάρκεια των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων για να αποφευχθεί η δυσοίωνη λέξη «εθνικό». – Αυτό είχε την σημαντική συνέπεια όλες οι “εθνότητες”, και όχι απλώς οι “μειονότητες”, να ενταχθούν και ο αριθμός του «έθνους των μειονοτήτων» αυξήθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι συνδυασμένες εθνότητες στα κράτη διαδοχής υπερτερούσαν αριθμητικά έναντι των κρατικών λαών. Αλλά με ακόμα έναν άλλο τρόπο το “Συνέδριο των Εθνικών Ομάδων “ κατάφερε αποφασιστικό πλήγμα στις συνθήκες της Κοινωνία των Εθνών.

Μια από τις πιο μπλεγμένες πτυχές του εθνοτικού προβλήματος της Ανατολικής Ευρώπης (πιο μπλεγμένο από το μικρό μέγεθος και τον μεγάλο αριθμό των ανθρώπων που εμπλέκονται, ή η “ζώνη των μικτών πληθυσμών” *) ήταν ο διαπεριφερειακός χαρακτήρας των εθνοτήτων που, σε περίπτωση που έβαζαν τα εθνικά τους συμφέροντα πάνω από τα συμφέροντα των αντίστοιχων κυβερνήσεών τους, γινόντουσαν ένας προφανής κίνδυνος για την ασφάλεια των χωρών τους. «Οι Συνθήκες της Κοινωνία των Εθνών είχαν προσπαθήσει να αγνοήσουν τον διαπεριφερειακό χαρακτήρα των μειονοτήτων, συνάπτοντας μια ξεχωριστή συνθήκη με κάθε χώρα, σαν να μην υπήρχε εβραϊκή ή γερμανική μειονότητα πέρα από τα σύνορα των αντίστοιχων κρατών.

Το «Συνέδριο των Εθνικών ομάδων» όχι μόνο παρέκαμψε την αρχή της εδαφικότητας της Κοινωνία των Εθνών, αλλά ήταν φυσικά κυριαρχούμενο από τις δύο εθνότητες που εκπροσωπούνταν σε όλα τα κράτη διαδοχής και ήταν συνεπώς σε θέση, εφόσον το επιθυμούσαν, να κάνουν το βάρος τους αισθητό σε όλη την Ανατολική και Νότια Ευρώπη. Αυτές οι δύο ομάδες ήταν οι Γερμανοί και οι Εβραίοι. Οι γερμανικές μειονότητες στη Ρουμανία και την Τσεχοσλοβακία ψήφιζαν φυσικά με τις γερμανικές μειονότητες στην Πολωνία και την Ουγγαρία, και κανείς δεν θα μπορούσε να αναμένει ότι οι Πολωνοί Εβραίοι, για παράδειγμα, θα παρέμεναν αδιάφοροι για τις πρακτικές διακρίσεων της ρουμανικής κυβέρνησης.

Με άλλα λόγια, τα εθνικά συμφέροντα και όχι τα κοινά συμφέροντα των μειονοτήτων ως τέτοια διαμόρφωσαν την αληθινή βάση της ιδιότητας του μέλους του Κογκρέσου, » και μόνο η αρμονική σχέση ανάμεσα στους Εβραίους και τους Γερμανούς (η Δημοκρατία της Βαϊμάρης είχε παίξει με επιτυχία το ρόλο του ειδικού προστάτη των μειονοτήτων) τους κράτησε μαζί. Ως εκ τούτου, το 1933, όταν η εβραϊκή αντιπροσωπεία απαίτησε μια διαμαρτυρία για τη μεταχείριση των Εβραίων στο Τρίτο Ράιχ (μια κίνηση που δεν είχαν κανένα δικαίωμα να κάνουν, για να κυριολεκτήσουμε, επειδή οι γερμανοί Εβραίοι δεν ήταν μειονότητα) και οι Γερμανοί ανήγγειλαν την αλληλεγγύη τους με τη Γερμανία και υποστηρίχθηκαν από την πλειοψηφία (αντισημιτισμός ήταν ώριμος σε όλα τα κράτη διαδοχής), το Κογκρέσο, αφού η εβραϊκή αντιπροσωπεία έφυγε για πάντα, βυθίστηκε στην πλήρη ασημαντότητα.
Η πραγματική σημασία των Μειονοτικών Συνθηκών δεν έγκειται στην πρακτική εφαρμογή τους, αλλά στο γεγονός ότι ήταν εγγυημένες από έναν διεθνή οργανισμό, την Κοινωνία των Εθνών.

Μειονότητες υπήρχαν και πριν, αλλά η μειονότητα ως μόνιμος θεσμός, η αναγνώριση ότι εκατομμύρια άνθρωποι ζούσαν έξω από την κανονική νομική προστασία και χρειάζονταν μια πρόσθετη εγγύηση των στοιχειωδών δικαιωμάτων τους από ένα εξωτερικό σώμα και η υπόθεση ότι αυτή η κατάσταση πραγμάτων δεν ήταν προσωρινή, αλλά ότι οι Συνθήκες ήταν αναγκαίες ώστε να καθιερώσουν ένα διαρκές modus vivendi – όλα αυτά ήταν κάτι νέο, σίγουρα σε μια τέτοια κλίμακα, στην ευρωπαϊκή ιστορία. Οι Μειονοτικές Συνθήκες, δήλωναν σε απλή γλώσσα ότι μέχρι τότε είχε μόνο υπονοηθεί στο σύστημα λειτουργίας των εθνών- κρατών, δηλαδή, ότι μόνον οι της κυρίαρχης εθνότητας θα μπορούσαν να είναι πολίτες, μόνο οι άνθρωποι της ίδιας εθνικής καταγωγής μπορούσαν να απολαύσουν την πλήρη προστασία των νομικών θεσμών, ότι τα άτομα διαφορετικής εθνότητας χρειάζονταν κάποιο νόμο εξαίρεσης μέχρι ή εκτός αν αφομοιωθούν πλήρως και αποκοπούν από την καταγωγή τους.

Οι ερμηνευτικές ομιλίες σχετικά με τις Συνθήκες της Κοινωνίας των Εθνών από πολιτικούς των χωρών χωρίς μειονοτικές υποχρεώσεις μίλησαν ακόμη απλούστερη γλώσσα: το πήραν ως δεδομένο ότι η νομοθεσία μιας χώρας δεν θα μπορούσε να είναι υπεύθυνη για τα άτομα που επιμένουν σε μια διαφορετική εθνότητα. Είχαν έτσι αποδεχθεί – και τους δόθηκε γρήγορα η ευκαιρία να το αποδείξουν στην πράξη με την αύξηση των ανιθαγενών – ότι η μετατροπή του κράτους από ένα όργανο του νόμου σε όργανο του έθνους είχε ολοκληρωθεί, το έθνος είχε κατακτήσει το κράτος, το εθνικό συμφέρον είχε προτεραιότητα έναντι του δικαίου πολύ πριν ο Χίτλερ μπορέσει να δηλώσει «δίκαιο είναι ό, τι είναι καλό για τον γερμανικό λαό”. Εδώ και πάλι η γλώσσα του όχλου ήταν μόνο η γλώσσα της κοινής γνώμης απαλλαγμένη από την υποκρισία και την αυτοσυγκράτηση.

Σίγουρα ο κίνδυνος αυτής της εξέλιξης ήταν συνυφασμένος με την δομή του έθνους-κράτους από την αρχή. Αλλά παρόλο που η εγκαθίδρυση των εθνών-κρατών συνέπεσε με την εγκαθίδρυση της συνταγματικής κυβέρνησης, πάντα εκπροσωπούσαν και είχαν ως βάση το κράτος δικαίου έναντι του κράτους της αυθαίρετης διοίκησης και του δεσποτισμού. Έτσι ώστε, όταν η επισφαλής ισορροπία μεταξύ έθνους και κράτους, μεταξύ των εθνικών συμφερόντων και των νομικών θεσμών κατέρρευσε, η διάλυση αυτής της μορφής διακυβέρνησης και οργάνωσης των λαών ήρθε με σχεδόν τρομακτική ταχύτητα. Η διάλυσή της, αρκετά περίεργα, ξεκίνησε ακριβώς τη στιγμή που το δικαίωμα στην εθνική αυτοδιάθεση αναγνωρίστηκε για όλη την Ευρώπη και όταν η ουσιαστική καταδίκη της, η υπεροχή της θέλησης του έθνους πάνω από όλους τους νόμιμους και «αφηρημένους» θεσμούς, ήταν καθολικά αποδεκτή.

Την εποχή των Μειονοτικών Συνθηκών θα μπορούσαν, και είχαν, επιχειρηματολογήσει υπέρ τους, όπως ήταν η δικαιολογία τους, ότι τα παλαιότερα έθνη απολάμβαναν Συντάγματα που έμμεσα ή ρητά ( όπως στην περίπτωση της Γαλλίας, nation par excellence) στηρίχθηκαν πάνω στα Δικαιώματα του Ανθρώπου, ώστε ακόμη και αν υπήρχαν και άλλες εθνότητες εντός των συνόρων τους, δεν χρειαζόταν πρόσθετη νομοθεσία για αυτές και ότι μόνο στα νεοσύστατα κράτη διαδοχής ήταν αναγκαία μια προσωρινή εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως ένας συμβιβασμός και εξαίρεση ». * Η άφιξη των ανιθαγενών έφερε ένα τέλος σε αυτή την ψευδαίσθηση.
Οι μειονότητες ήταν μόνο κατά το ήμισυ ανιθαγενείς, de jure (εθιμικά) ανήκαν σε κάποιο πολιτικό σώμα, ακόμη κι αν χρειάζονταν πρόσθετη προστασία υπό τη μορφή ειδικών συνθηκών και εγγυήσεων.

Ορισμένα δευτερεύοντα δικαιώματα, όπως είναι η ομιλία της μητρικής γλώσσας και η παραμονή σε δικό τους πολιτιστικό και κοινωνικό περιβάλλον, ήταν σε κίνδυνο και προστατεύονταν με μισή καρδιά από ένα εξωτερικό οργανισμό, όμως άλλα πιο στοιχειώδη δικαιώματα, όπως το δικαίωμα στέγασης και εργασίας, ποτέ δεν αγγίχθηκαν. Οι συντάκτες των Μειονοτικών Συνθηκών δεν προέβλεψαν την πιθανότητα για μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών ή το πρόβλημα των ανθρώπων που είχαν γίνει «μη-απελάσιμοι» επειδή δεν υπήρχε καμία χώρα στη γη στην οποία να απολαμβάνουν το δικαίωμα διαμονής.

Οι μειονότητες μπορούσαν ακόμη να θεωρηθούν ως ένα εξαιρετικό φαινόμενο, που προσιδιάζει σε ορισμένα εδάφη που παρέκκλιναν από τον κανόνα. Αυτό το επιχείρημα ήταν πάντα δελεαστικό, επειδή άφηνε το ίδιο το σύστημα ανέπαφο, είχε κατά κάποιο τρόπο επιβιώσει το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο του οποίου οι ειρηνοποιοί, πεπεισμένοι για τη μη πρακτικότητα των μειονοτικών συνθηκών, άρχισαν να “επαναπατρίζουν ” εθνότητες όσο ήταν δυνατόν σε μια προσπάθεια να αποπεριπλέξουν ” την ζώνη των μεικτών πληθυσμών. Και αυτός ο επιχειρηθής μεγάλης κλίμακας επαναπατρισμός δεν ήταν το άμεσο αποτέλεσμα των καταστροφικών εμπειριών που ακολουθούσε τα χνάρια των μειονοτικών συνθηκών, αντίθετα, υπήρχε η ελπίδα ότι ένα τέτοιο βήμα θα λύσει οριστικά ένα πρόβλημα το οποίο, στις προηγούνται δεκαετίες, είχε λάβει όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις και για το οποίο μια διεθνώς αναγνωρισμένη και αποδεκτή διαδικασία απλά δεν υπήρχε – το πρόβλημα των ανιθαγενών.

Πολύ πιο επίμονη στην πραγματικότητα και πολύ πιο εκτεταμένη, κατά συνέπεια, είχε γίνει η ανιθαγένεια, το νεότερο μαζικό φαινόμενο στη σύγχρονη ιστορία, η ύπαρξη ενός διαρκώς αυξανόμενου αριθμού νέων ανθρώπων που αποτελείται από ανιθαγενείς, η πιο συμπτωματική ομάδα στη σύγχρονη πολιτική. Η ύπαρξή τους δύσκολα μπορεί να αποδοθεί σε ένα μόνο παράγοντα, αλλά αν λάβουμε υπόψη τις διαφορετικές ομάδες, μεταξύ των ανιθαγενών φαίνεται ότι κάθε πολιτικό γεγονός από το τέλος του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου αναπόφευκτα πρόσθεσε μια νέα κατηγορία σε εκείνους που ζούσαν έξω από τα όρια του νόμου, καθώς καμία από τις κατηγορίες, δεν έχει σημασία πόσο η αρχική συγκυρία άλλαξε, δεν θα μπορούσε ποτέ να επανέλθει στην κανονικότητα. Μεταξύ αυτών, ακόμα βρίσκουμε την παλαιότερη ομάδα ανιθαγενών, τους Heimatlosen που προέκυψαν από τις Συνθήκες Ειρήνης του 1919, τη διάλυση της Αυστροουγγαρίας και την ίδρυση των χωρών της Βαλτικής.

Μερικές φορές η πραγματική τους καταγωγή δεν μπορεί να προσδιοριστεί, ειδικά αν στο τέλος του πολέμου συνέβη να μην διαμένουν στην πόλη της γέννησής τους, μερικές φορές ο τόπος προέλευσης άλλαζε πολλές φορές στη δίνη των μεταπολεμικών διενέξεων ώστε η εθνικότητα των κατοίκων της άλλαζε από έτος σε έτος ( όπως στην Vilna την οποία ένας Γάλλος αξιωματούχος ονόμασε κάποτε την πρωτεύουσα των απάτριδων ), πιο συχνά από ό, τι θα φανταζόταν κανείς, οι άνθρωποι κατέφυγαν στην ανιθαγένεια μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, προκειμένου να παραμείνουν εκεί που ήταν και να αποφύγουν την απέλαση σε μια «πατρίδα», όπου θα ήταν ξένοι ( όπως στην περίπτωση πολλών πολωνών και ρουμάνων Εβραίων στην Γαλλία και την Γερμανία, που φιλεύσπλαχνα βοηθήθηκαν από την αντισημιτική στάση των αντίστοιχων προξενείων τους).

Ασήμαντος ως τέτοιος, προφανώς μόνο ένα νομικό τέρας, ο άπατρις έλαβε καθυστερημένα προσοχής και μελέτης, όταν ενώθηκε το νομικό καθεστώς του με τους μεταπολεμικούς πρόσφυγες που είχαν αναγκαστεί να φύγουν από χώρες τους από τις επαναστάσεις, και αμέσως στερήθηκαν την εθνικότητα από τις νικηφόρες κυβερνήσεις στον τόπο τους. Σε αυτή την ομάδα ανήκουν, κατά χρονολογική σειρά, εκατομμύρια Ρώσοι, εκατοντάδες χιλιάδες Αρμένιοι, χιλιάδες Ούγγροι, εκατοντάδες χιλιάδες Γερμανοί, και περισσότερο από μισό εκατομμύριο Ισπανοί – για να απαριθμήσουμε μόνο τις πιο σημαντικές κατηγορίες. Η συμπεριφορά αυτών των κυβερνήσεων μπορεί να φαίνεται σήμερα ως η φυσική συνέπεια του εμφυλίου πολέμου, αλλά κατά την περίοδο της μαζικής στέρησης εθνικότητας ήταν κάτι εντελώς νέο και απρόβλεπτο. Προϋπέθετε μια κρατική δομή, η οποία, αν δεν ήταν ακόμη πλήρως ολοκληρωτική, τουλάχιστον δεν ανεχόταν οποιαδήποτε αντιπολίτευση και προτιμούσε να χάσει τους πολίτες της παρά να προστατεύσει ανθρώπους με διαφορετικές απόψεις.

Αποκαλύφθηκε, άλλωστε, αυτό που είχε κρυφτεί σε όλη την ιστορία της Εθνικής κυριαρχίας, ότι οι κυριαρχίες των γειτονικών χωρών θα μπορούσαν να έρθουν σε αιματηρή σύγκρουση, όχι μόνο στην ακραία περίπτωση πολέμου, αλλά και στην ειρήνη. Τώρα έγινε σαφές ότι η πλήρης εθνική κυριαρχία ήταν δυνατή μόνο εφ ‘όσον η αβροφροσύνη των ευρωπαϊκών εθνών υπήρχε, γιατί ήταν αυτό το πνεύμα της ανοργάνωτης αλληλεγγύης και συμφωνίας που εμπόδισε κάθε κυβέρνησης στην άσκηση της πλήρους κυριαρχικής εξουσίας της. Θεωρητικά, στον τομέα του διεθνούς δικαίου, ήταν πάντα αλήθεια ότι η εθνική κυριαρχία δεν είναι πουθενά πιο απόλυτη από τα θέματα της «μετανάστευσης, πολιτογράφησης, εθνικότητας και απέλασης», το ζήτημα ωστόσο, είναι ότι η πρακτική εξέταση και η σιωπηλή αναγνώριση των κοινών συμφερόντων συγκράτησε την εθνική κυριαρχία μέχρι την άνοδο των ολοκληρωτικών καθεστώτων.

Κάποιος έρχεται σχεδόν σε πειρασμό να μετρήσει το βαθμό της ολοκληρωτικής μόλυνσης από το βαθμό στον οποίο οι εξεταζόμενες κυβερνήσεις χρησιμοποιούν το κυρίαρχο δικαίωμά τους της στέρησης εθνικότητας ( και θα ήταν αρκετά ενδιαφέρον, στη συνέχεια, να ανακαλύψουμε ότι η Ιταλία του Μουσολίνι ήταν μάλλον απρόθυμη για την αντιμετώπιση των προσφύγων της με αυτόν τον τρόπο  ). Αλλά θα πρέπει να έχουμε κατά νου την ίδια στιγμή ότι δεν υπήρχε σχεδόν καμία χώρα στην ηπειρωτική Ευρώπη που να μην πέρασε μεταξύ των δύο πολέμων κάποια νέα νομοθεσία, η οποία, ακόμη και αν δεν έκανε χρήση αυτού του δικαιώματος εκτενώς, ήταν πάντα διατυπωμένη ώστε να επιτρέπει να απαλλαγεί από ένα μεγάλο αριθμό των κατοίκων της σε οποιαδήποτε κατάλληλη στιγμή ».

Κανένα παράδοξο της σύγχρονης πολιτικής δεν είναι γεμάτο με πιο κραυγαλέα ειρωνεία από την ασυμφωνία μεταξύ των προσπαθειών των καλοπροαίρετων ιδεαλιστών που επιμένουν πεισματικά σχετικά με το “αναφαίρετο” αυτών των δικαιωμάτων του ανθρώπου, τα οποία απολαμβάνουν μόνο οι πολίτες των πιο πλούσιων και πολιτισμένων χωρών, και την κατάσταση των ίδιων των χωρίς δικαιώματα. Η κατάστασή τους έχει επιδεινωθεί εξίσου πεισματικά, μέχρι τα στρατόπεδα κράτησης – πριν από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο η εξαίρεση και όχι ο κανόνας των ανιθαγενών – να γίνουν η συνήθης λύση για το πρόβλημα της κατοικίας των “εκτοπισθέντων “.

Ακόμη και η ορολογία που εφαρμόστηκε για τους ανιθαγενείς είχε επιδεινωθεί. Ο όρος “ανιθαγενείς” τουλάχιστον αναγνώριζε το γεγονός ότι τα άτομα αυτά είχαν χάσει την προστασία της κυβέρνησής τους και είχαν ανάγκη διεθνείς συμφωνίες για την προστασία του νομικού καθεστώτος τους. Ο μεταπολεμικός όρος «εκτοπισθέντες» επινοήθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου για το σαφή σκοπό της εκκαθάρισης της ανιθαγένειας μια για πάντα, αγνοώντας την ύπαρξή της. Η μη αναγνώριση της ανιθαγένειας σημαίνει πάντα επαναπατρισμό, δηλαδή, την απέλαση σε μια χώρα καταγωγής, η οποία είτε αρνείται να αναγνωρίσει τον υποψήφιο επαναπατρισθέντα ως πολίτη ή αντιθέτως, τον θέλει πίσω επειγόντως για τιμωρία. Δεδομένου ότι οι μη ολοκληρωτικές χώρες, παρά τις κακές προθέσεις τους εμπνευσμένες από το κλίμα του πολέμου, σε γενικές γραμμές είχαν μείνει μακριά από τους μαζικούς επαναπατρισμούς, ο αριθμός των ανιθαγενών – δώδεκα χρόνια μετά το τέλος του πολέμου – ήταν μεγαλύτερος από ποτέ. Η απόφαση των πολιτικών να λύσουν το πρόβλημα της ανιθαγένειας αγνοώντας το, αποκαλύπτεται επιπλέον από την έλλειψη οποιωνδήποτε αξιόπιστων στατιστικών στοιχείων σχετικά με το θέμα.

Αυτό είναι πολύ γνωστό, όμως : ενώ υπάρχουν ένα εκατομμύριο ” αναγνωρισμένοι ” ανιθαγενείς, υπάρχουν πάνω από δέκα εκατομμύρια λεγόμενοι “de facto” ανιθαγενείς και καθώς το σχετικά ήπιο πρόβλημα των ” de jure ” ανιθαγενών έρχεται κατά καιρούς σε διεθνείς διασκέψεις, ο πυρήνας της ανιθαγένειας, ο οποίος είναι πανομοιότυπος με το ζήτημα των προσφύγων, απλώς δεν μνημονεύεται καν. Ακόμη χειρότερα, ο αριθμός των δυνητικά ανιθαγενών είναι συνεχώς σε αύξηση. Πριν από τον τελευταίο πόλεμο, μόνο ολοκληρωτικές ή ημι-ολοκληρωτικές δικτατορίες κατέφυγαν στο όπλο της από-πολιτογράφησης έναντι όσων ήταν πολίτες από τη γέννησή τους, τώρα έχουμε φθάσει στο σημείο όπου ακόμη και ελεύθερες δημοκρατίες, όπως, για παράδειγμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες, εξετάζουν σοβαρά το ενδεχόμενο στέρησης σε αυτόχθονες Αμερικανούς, οι οποίοι είναι κομμουνιστές, της ιθαγένειάς τους. Αυτή η απαίσια πτυχή των μέτρων αυτών είναι ότι εξετάζονται με πλήρη αθωότητα.

Ωστόσο, αρκεί κανείς να θυμηθεί μόνο την ακραία φροντίδα των Ναζί, οι οποίοι επέμειναν ότι όλοι οι Εβραίοι μη – γερμανικής εθνικότητας “θα πρέπει να στερηθούν την ιθαγένειά τους είτε πριν, ή, το αργότερο, την ημέρα της απέλασης ” (για τους γερμανούς Εβραίους δεν ήταν αναγκαία μια τέτοια απόφαση, διότι στο Τρίτο Ράιχ υπήρχε ένας νόμος σύμφωνα με τον οποίο όλοι οι Εβραίοι που είχαν εγκαταλείψει την επικράτεια – συμπεριλαμβανομένων, φυσικά, όσων απελάθηκαν σε ένα πολωνικό στρατόπεδο – χάνουν αυτόματα την ιθαγένειά τους), ώστε να συνειδητοποιήσουν τις πραγματικές συνέπειες της ανιθαγένειας.

Η πρώτη μεγάλη ζημία που γίνεται στα έθνη-κράτη, ως αποτέλεσμα της άφιξης των εκατοντάδων χιλιάδων ανιθαγενών ήταν ότι το δικαίωμα του ασύλου, το μόνο δικαίωμα που είχε ληφθεί ποτέ ως σύμβολο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στον τομέα των διεθνών σχέσεων, είχε καταργηθεί. Η μακρά και ιερή ιστορία του χρονολογείται από τις απαρχές της ρυθμισμένης πολιτικής ζωής. Από την αρχαιότητα είχε προστατεύσει τόσο τον πρόσφυγα όσο και τη γη της προσφυγιάς από καταστάσεις στις οποίες οι άνθρωποι αναγκάζονται να γίνουν παράνομοι μέσω περιστάσεων πέρα από τον έλεγχό τους. Ήταν το μόνο σύγχρονο απομεινάρι της μεσαιωνικής αρχής «ότι είναι στο έδαφος είναι πράγματι από το έδαφος» (quid quid est in territorio est de territorio), για όλες τις άλλες περιπτώσεις, το σύγχρονο κράτος έτεινε να προστατεύει τους πολίτες του, πέρα από τα σύνορά του και να εξασφαλίζει, μέσω των αμοιβαίων συνθηκών, ότι εξακολουθούν να υπόκεινται στους νόμους της χώρας τους.

Όμως, αν και το δικαίωμα του ασύλου εξακολουθούσε να λειτουργεί σε έναν κόσμο που οργανώνεται σε έθνη – κράτη και σε μεμονωμένες περιπτώσεις, ακόμη επέζησε των δύο παγκόσμιων πολέμων, θεωρήθηκε ότι είναι ένας αναχρονισμός και σε σύγκρουση με τα διεθνή δικαιώματα του κράτους. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να βρεθεί στο γραπτό δίκαιο, σε κανένα σύνταγμα ή διεθνή συμφωνία και το Σύμφωνο της Κοινωνίας των Εθνών, ούτε καν το αναφέρει. Μοιράζεται, από την άποψη αυτή, την μοίρα των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τα οποία επίσης, ποτέ δεν έγιναν νόμος, αλλά οδήγησαν ως μια κατά κάποιο τρόπο σκιώδη ύπαρξη ως έκκληση για επί μέρους εξαιρετικές περιπτώσεις, για τις οποίες οι κανονικοί νομικοί θεσμοί δεν επαρκούσαν. ^ ^

Συνεχίζεται…

αναδημοσίευση : eagainst