Του Μενέλαου Γκίβαλου

Σε κάποιες ιδιαίτερα κρίσιμες περιόδους της Ιστορίας ο χρόνος συμπυκνώνεται και οι επιλογές και οι αποφάσεις αποκτούν ιστορική σημασία που υπερβαίνει το παρόν, το δεδομένο.

Σε μια τέτοια ιστορική «στιγμή» βρισκόμαστε σήμερα: Μέσα σε τέσσερα χρόνια ζήσαμε και ζούμε μια, κυριολεκτικώς, εθνική και κοινωνική τραγωδία, τα αίτια και της επιπτώσεις της οποίας δεν μπορούμε ακόμη και σήμερα να εκτιμήσουμε σε βάθος.

Ταυτόχρονα ζητάμε απεγνωσμένα διέξοδο από ένα αβίωτο παρόν, από μια καταστροφική πορεία, που δεν έχει τέλος. Αυτό το σύνολο αντιφάσεων, κρίσιμων ερωτημάτων και προσδοκιών περιέχει η ψήφος των αναμετρήσεων τηε 18ης και ins 25ης Μαΐου. Γιατί τα αποτελέσματα των εκλογών δεν αφορούν απλώς τους θεσμικούς εκπροσώπους στην ΤΑ ή στο Ευρωκοινοβούλιο. Δεν αφορούν μόνο τα ποσοστά των κομμάτων, το ποσοστό επικράτησης ή μη του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στη Ν. Δημοκρατία, τον βαθμό κατάρρευσης του ΠΑΣΟΚ. Δεν αποτελούν απλά ένα δημοψήφισμα επίσημης μορφής, που θα νομιμοποιήσει από την επόμενη μέρα των εκλογών τους συσχετισμούς των κομμάτων. Όλα αυτά έχουν βεβαίως τη σημασία rous, και βάσει αυτών θα καθοριστούν οι εξελίξεις.

Όμως, στην κρίσιμη ιστορική συγκυρία που διερχόμαστε, το αποτέλεσμα των εκλογών θα αποτελέσει, σε τελική ανάλυση και ένα δημοψήφισμα που διενεργεί η ελληνική κοινωνία για τον εαυτό της. Μια αποτίμηση για το πως βλέπουν οι πολίτες τον δικό τους ρόλο στην κρίσιμη αυτή περίοδο, για τη βούληση και τη δυνατότητά τους να διαμορφώσουν με τη στάση και τη συμμετοχή τους το μέλλον rous.

Είναι φανερό ότι το «πείραμα» που εξελίσσεται στη χώρα μας – αλλά και στον έναν ή στον άλλον βαθμό στη Νότια Ευρώπη- αποσκοπεί στο να διαμορφώσει έναν νέο τύπο πολίτη-ιδιώτη, έναν νέο «ιδεότυπο» του σύγχρονου ατόμου πou θα είναι απόλυτα προσηρμοσμένος προς το νεοφιλελεύθερο πρότυπο της λιτότητας, της αφαίρεσης των κοινωνικών και εργασιακών του δικαιωμάτων,  της απαξίωσης και του ευτελισμού των δημοκρατικών θεσμών.

Στη χώρα μας, τόσο η οικονομικοπολιτική ελίτ των δανειστών όσο και τα εγχώρια μνημονιακά – συστημικά συμφέροντα, με rous κομματικούς υποτελείς rous, θέλουν να μας οδηγήσουν σ έναν ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΡΑΓΙΑΔΙΣΜΟ, σύμφωνα με τον οποίο κάθε αντίδραση είναι μάταιη, κάθε ατομική και συλλογική αντίσταση είναι όχι μόνο αναποτελεσματική αλλά και ποινικοηοιήσιμη και ότι τελικά» η επίκληση κοινωνικών και ανθρωπιστικών αρχών δεν έχει καμιά αξία απέναντι στη λογική των μηχανισμών της Αγοράς, που αναγορεύονται σε υπόδειγμα της ατομικής και της εν γένει κοινωνικής συμπεριφοράς.

Πρέπει, λοιπόν, σύμφωνα με τη μνημονιακή – κυβερνητική εξουσία, να προσαρμοστούμε το ταχύτερο σ’ αυτήν τη σύγχρονη πολιτικοοικονομική δουλεία, να σκύψουμε το κεφάλι, να αφομοιώσουμε πειθήνια τα «επιχειρήματα» και τα τρομοκρατικά διλήμματα των φερεφώνων της και να την υπερψηφίσουμε, ώστε να διατηρηθεί το καθεστώς ins περίφημης «σταθερότητας».

ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑ όμως σημαίνει ΣΤΑΘΕΡΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ. Η σταθερότητα που διακηρύσσει το δίδυμο Σαμαρά – Βενιζέλου ΟΔΗΓΕΙ ΣΕ ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΑΠΟΣΤΑΘΕΡΟΠΟΙΗΣΗ, μειώνει, με ρυθμούς αριθμητικής προόδου, τα εισοδήματα και τον παραγωγικό πλούτο της χώρας, ευτελίζει τη Δημοκρατία, διαλύει τους θεσμούς, εξοντώνει τη νέα γενιά. 

ΤΑ ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΑΠΟΔΙΑΡΘΡΩΝΟΥΝ συστηματικά την εναπομείνασα παραγωγική – οικονομική δομή, ιδιωτικοποιούν τις κρατικές δομές και λειτουργίες, μετατρέπουν σε εμπορεύματα τα δημόσια και κοινωνικά αγαθά, εγκαθιδρύουν το καθεστώς ενός σύγχρονου δουλεμπορίου -σε θεσμικό και οικονομικό επίπεδο- στον τομέα της εργασίας.

Από την περίοδο των μέσων της δεκαετίας του 1990 μέχρι σήμερα η κυρίαρχη χρηματοπιστωτική δομή και οι πολιτικοί της εκφραστές «εργάστηκαν» με συστηματικό τρόπο. Χειραγώγησαν σταδιακά τα πολιτικά συστήματα και ενσωμάτωσαν πλήρως το σοσιαλδημοκρατικό υπόδειγμα, ακυρώνοντας ακόμα και τη δυνατότητα οριακής παρέμβασης του κράτους και της πολιτικής στην ασύδοτη λειτουργία των μηχανισμών της Αγοράς.

Η χειραγώγηση και ενσωμάτωση της πολιτικής εξουσίας, των κομμάτων διακυβέρνησης, συνοδεύθηκε από μια κρίσιμη επιχείρηση διάλυσης των ατομικών και συλλογικών υποκειμένων: Ο πολίτης μετατράπηκε σε ιδιώτη, η ατομικοποίηση, ο ανταγωνισμός, η απαξίωση των συλλογικών υποκειμένων και δραστηριοτήτων, η επικράτηση των οικονομικών «αξιών» και η αναγόρευση τους σε «ηθικές – κανονιστικές» αρχές του ατομικού πράττειν, οδήγησε σε πλήρη αποδυνάμωση ολόκληρο το οικοδόμημα της λαϊκής κυριαρχίας και του διαφωτιστικού επιχειρήματος.

Αυτήν την ιστορική κρίση ζούμε σήμερα. Ποτέ δεν θα μπορούσε να επικρατήσει η αντίληψη της «κοινωνίας της ζούγκλας», η απο-δόμηση της Δημοκρατίας, αν οι πολίτες δεν είχαν μετατραπεί σε ιδιώτες, αν ο καταναλωτισμός και οι αξίες της Αγοράς δεν είχαν κυριαρχήσει.

Η ατομική μας συνείδηση, η συμμετοχή μας, η συλλογική μας αντίσταση, η πολιτική μας παρουσία και παρέμβαση αποτελούν τα βασικά μας εφόδια και «όπλα» για να στηρίξουμε τους δημοκρατικούς θεσμούς, για να επαναδιαμορφώσουμε τη σχέση κοινωνίας και πολιτικής, για να αναδιοργανώσουμε το πολιτικό σύστημα και να ξαναδώσουμε υπόσταση στη λαϊκή κυριαρχία.

Το σύστημα των συμφερόντων τρέμει στην ιδέα της λαϊκής ψήφου. Αυτήν προσπαθεί να εμποδίσει, να εκβιάσει, να διαστρεβλώσει. Σήμερα παρουσιάζεται μια ανεπανάληπτη ιστορική ευκαιρία, που δεν πρέπει να πάει χαμένη. Κάθε ψήφος που απορρίπτει την πολιτική και οικονομική τυραννία που υπηρετούν και εφαρμόζουν οι κομματικοί υποτελείς των Μνημονίων δεν αποτελεί μόνο μια πράξη καταδίκης, αλλά κυρίως ένα βήμα ελπίδας για μια καλύτερη προοπτική.

Πηγή : το παρόν

αναδημοσίευση : βαθύ κόκκινο