Θεσσαλονίκη, 2011.  Έργο των καλλιτεχνών δρόμου  DAL and Faith47. Φωτογραφία της Αlyssa Anda (www.mymodernmet.com)

Θεσσαλονίκη, 2011. Έργο των καλλιτεχνών δρόμου DAL and Faith47. Φωτογραφία της Αlyssa Anda (www.mymodernmet.com)

του Γιώργου Αγγελόπουλου

Όσο πιο μακραίωνη η ιστορία μιας πόλης τόσο περισσότερες δυναμικές ενέχει η αφήγηση, η αναπαράσταση, η ταυτότητα που οι κάτοικοί της προσπαθούν να εδραιώσουν. Οι αναπαραστάσεις αυτές προκύπτουν μέσα από συγκρούσεις κοινωνικών ομάδων, εντός και εκτός πόλης, σε αλληλεξάρτηση πάντα με τις αναπαραστάσεις άλλων πόλεων. Το «ποιοι είμαστε ως πόλη» απαντά κυρίως σε σχέδια για το μέλλον, παρά σε καταγραφές του παρελθόντος. Η Θεσσαλονίκη δεν αποτελεί εξαίρεση: οι εκλαϊκευμένες και λόγιες αφηγήσεις για την πόλη, οι αγοραίες και δημώδεις αναπαραστάσεις του παρελθόντος της, οι επιλογές ανάδειξης μνημείων, οι αναπλάσεις γειτονιών, το τουριστικό και επιχειρηματικό «μάρκετινγκ» της ταυτότητάς της, καθώς και τα αναπτυξιακά της οράματα έχουν αποτελέσει πεδίο αντιπαραθέσεων.

Οι αντιπαραθέσεις αφορούν συνολικά το παρελθόν της πόλης, βασικά όμως απαντούν στις τραυματικές μεταβολές της περιόδου 1912-1943: μετάλλαξη από μεγάλο λιμάνι μιας αυτοκρατορίας σε επαρχιούπολη ενός έθνους-κράτους, μεταβολές στην παραγωγική δομή και τον πληθυσμό (ακύρωση της βαλκανικής ενδοχώρας, ανταλλαγές- γενοκτονίες-αστικοποίηση), εκσυγχρονισμός του αστικού ιστού μέσω εκούσιων ή ακούσιων καταστροφών. Δευτερευόντως, οι ταυτοτικές αντιπαραθέσεις συνυπολογίζουν το πρόσφατο παρελθόν, ξεκινώντας από τις μεταπολεμικές μεταβολές και φτάνοντας μέχρι τις πρόσφατες αφίξεις παλιννοστούντων και μεταναστών, και τη διάψευση των προσδοκιών ανάπτυξης στο μετασοσιαλιστικό βαλκανικό τοπίο.

Οι προσλήψεις αυτών των γεγονότων έχουν φωτιστεί με τρόπο που δημιούργησαν ταυτοτικές σταθερές της πόλης, όπου κυριαρχούν μια ελληνοπρεπής αφήγηση και η έμφαση στο βυζαντινό παρελθόν. Η πρώτη ταυτοτική σταθερά σαφέστατα κυριάρχησε στην πόλη της τελευταίες τρεις δεκαετίες, προάγοντας ένα ιδίωμα στα όρια της γραφικότητας: πύρινοι περί του Μακεδονικού λόγοι, τελετές των γενεθλίων του Μεγάλου Αλεξάνδρου στη νέα παραλία, «εθνικολαϊκή μαγκιά», αμφιέσεις Ζορό του έκπτωτου περιφερειάρχη φέροντα εθνικά σύμβολα κ.λ.π. Όλο αυτό το πλαίσιο αγοραίων αναφορών στο παρελθόν της πόλης εξ ορισμού αφίστατο από την εντόπια λόγια παράδοση. Οι ποιητές ονομάστηκαν «λαπάδες» από τον δήμαρχο της Ν.Δ. Σωτήρη Κούβελα. Ο ίδιος δήμαρχος αποφάσισε το κάψιμο και την πολτοποίηση όλων των αντιτύπων ενός βιβλίου για τη νεότερη ιστορία της πόλης. Η δεύτερη σταθερά αφορά κυρίως τον χώρο της εντόπιας διανόησης. Η έμφαση στη βυζαντινή Θεσσαλονίκη εμφανίζεται ποικιλοτρόπως στο έργο των θεσσαλονικών λογοτεχνών, καλλιτεχνών και διανοουμένων, τουλάχιστον από τα μεταπολεμικά χρόνια. Ως ιδίωμα προσδίδει στην πόλη τη διακριτότητά της από το αθηναϊκό κέντρο. Η βυζαντινή κληρονομιά θεωρείται άλλωστε ότι επιβεβαιώνει την πολιτισμική επικοινωνία με τη Μεσόγειο και τα Βαλκάνια (περιοχές στενά συνδεδεμένες με τις περιόδους ακμής της Θεσσαλονίκης), εξασφαλίζοντας περισσότερες συναινέσεις συγκριτικά με τις αναγνώσεις του πρόσφατου παρελθόντος.

Η δημαρχία Μπουτάρη σηματοδοτεί μια τομή στις πολιτικές ταυτότητας που αφορούν τόσο το παρελθόν όσο και το παρόν. Πρόκειται ουσιαστικά για την καθυστερημένη –συγκριτικά με το κεντρικό πολιτικό σκηνικό των κυβερνήσεων Σημίτη– εισαγωγή ενός εκσυγχρονιστικού προτάγματος πρόσληψης της ετερότητας. Η τομή προέκυψε λόγω της σταδιακής απαξίωσης του μέχρι τότε κυρίαρχου φοβικού εθνικιστικού λόγου αλλά και των αναδιατάξεων του πληθυσμού. Οι μετανάστες που εγκαθίστανται στην πόλη δεν χωρούσαν στην ελληνοπρεπή αφήγηση. Οι παλιννοστούντες μπορούσαν να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους σε μια τέτοια αφήγηση υπό την προϋπόθεση της απομάκρυνσής τους από τη ρωσοφωνία και την αλβανοφωνία, γεγονός όχι άμεσα εφικτό.

Η δημαρχία Μπουτάρη πανηγυρικά υπερβαίνει τον παρωχημένο λόγο των τριών προηγούμενων δημάρχων. Ο δήμαρχος πρωτοστατεί στην τουριστική αξιοποίηση της γειτονιάς που βρίσκεται το Τουρκικό Προξενείο (οικία του Κεμάλ), ο δήμαρχος ένθερμα υποστηρίζει το προσκύνημα Εβραίων στη γενέτειρα τους, ο δήμαρχος εγκαινιάζει το πρώτο φεστιβάλ υπερηφάνειας, ο δήμαρχος δεν δείχνει τον ίδιο ζήλο με τους προκατόχους τους αναφορικά με το όνομα «Μακεδονία», ο δήμαρχος τονίζει ότι η Θεσσαλονίκη ήταν και είναι πολυπολιτισμική… Ο αντικομφορμιστικός ως προς κυρίαρχο αφήγημα του εθνικού καθωσπρεπισμού συστηματικά σωματοποιείται στο προφίλ του: το σκουλαρίκι, οι κόκκινες κάλτσες, η αντισυμβατική αμεσότητα στις δηλώσεις.

Η ρητορική της πολυπολιτισμικότητας υιοθετείται για να μετατρέψει το μέχρι πρότινος θεωρούμενο μειονέκτημα ύπαρξης της εβραϊκής και τουρκικής Σελανίκ, της βλάχικης Σαρούνας, της βουλγαρικής Σολούν και της λεβαντίνικης Σαλονίκ σε πλεονέκτημα γέφυρας συνεργασίας με περισσότερο ή λιγότερο γειτονικά κράτη. Η όλη σύλληψη συνιστά ένα εναλλακτικό κοινωνικό συμβόλαιο τόσο με τους ζωντανούς (π.χ. κοινότητες ομοφυλόφιλων) όσο και τους νεκρούς της πόλης (π.χ. θύματα του Ολοκαυτώματος). Αφετέρου, τονίζει το εκσυγχρονιστικό όφελος που θα έχει η πόλη υπερβαίνοντας τη φοβία της ετερότητας και ανακτώντας τον κοσμοπολίτικο –και άρα «ευρωπαϊκό»– χαρακτήρα της. Όφελος που συχνά εμφανίζεται ποσοτικοποιημένο: τόσοι Βούλγαροι θα έρθουν στην αγορά με τη γραμμή Θεσσαλονίκη-Σόφια του ΟΣΕ, τόσα λεωφορεία με Τούρκους τουρίστες στην οικία του Κεμάλ, τόσα κρουαζιερόπλοια από τη Χάιφα, τόσοι επιχειρηματίες αν υπήρχε επικοινωνία με τη Σμύρνη κλπ. Το όλο σχήμα παρουσιάζει επίσης το πλεονέκτημα συνάφειας με την έμφαση στη βυζαντινή κληρονομιά που υπάρχει ως ταυτοτική σταθερά της πόλης. Με μια γενναία δόση θεωρητικών ακροβασιών και αναχρονισμών, τόσο η βυζαντινή όσο και η οθωμανική Θεσσαλονίκη παρουσιάζονται ως εποχές πολυπολιτισμικής συνύπαρξης διαφορετικών πολιτισμών και θρησκειών.

Εδώ όμως εμφανίζονται τα όρια των πολιτικών ταυτότητας επί δημαρχίας Μπουτάρη. Ο περί ετερότητας λόγος συχνά εξαντλείται στο επίπεδο του φολκλόρ. Ενισχύει μια ουσιοκρατική σύλληψη τόσο του πολιτισμού όσο και του εαυτού, μια αντεστραμμένη εκδοχή της εθνικά φοβικής εικόνας που κυριαρχούσε μέχρι πρόσφατα στην πόλη. Το βασικό του όμως έλλειμμα εντοπίζεται στα υποκείμενα τα οποία σιωπηρά εξαιρεί. Ο λόγος περί του πολυπολιτισμικού παρελθόντος εμπλέκει τους μουσουλμάνους, τους Εβραίους, τους Ρωμιούς και άλλους κατοίκους στη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τι έκανε όμως η δημαρχία Μπουτάρη για τους μεγάλους αριθμούς των πιο σημαντικών «Άλλων» που σήμερα ζουν στην πόλη; Ενίσχυσε τον ξενώνα προσφύγων και μεταναστών; Δημιούργησε θεσμούς υποστήριξης των αιτούντων την ελληνική ιθαγένεια; Έκανε τις αγορές για τους μετανάστες, όπως είχε υποσχεθεί; Οι υπέρ των μεταναστών παρεμβάσεις της αναφέρονται σε συμπράξεις με ΜΚΟ και ακαδημαϊκού χαρακτήρα συζητήσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η πρόσφατη ημερίδα για τη λειτουργία γραφείου του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης στην πόλη: πραγματοποιήθηκε υπό την προστασία των ΜΑΤ. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι οι πολιτικές ταυτότητας επί δημαρχίας Μπουτάρη έχουν περιορισμένη ανταλλακτική αξία για τους δεκάδες χιλιάδες μετανάστες που ζουν στην πόλη. Το «δικαίωμα στη διαφορά» μπορεί εύκολα να γίνει δικαίωμα στην ανισότητα. Βασική προϋπόθεση, για να μην οδηγηθούμε σε ένα τέτοιο σύμπτωμα «ετεροφιλίας», είναι να μπορούμε να αναγνωρίσουμε όσες μορφές ανισότητες εκπορεύονται από το κέντρο της πολιτικής εξουσίας. Αυτό αδυνατεί να το κάνει ο δήμαρχος Γιάννης Μπουτάρης.

Ο Γιώργος Αγγελόπουλος διδάσκει κοινωνική ανθρωπολογία στο ΑΠΘ 

Πηγή : ενθέματα