fas1

Του Γιώργου Πέρτσα

Παρουσιάζουμε το τελευταίο από τα  τρία μέρη ένος εξαιρετικού πονήματος για την κοινωνία που βιώνουμε και τις σχέσεις φιλελευθερισμού, φασισμού και ολοκληρωτισμού.

Πηγή : Δοκιμή

Συνέχεια από μέρος 2

fas2

IV. Συμπεράσματα 

Σε ότι προηγήθηκε, προσπαθήσαμε να μεταβάλουμε τη γωνία σκόπευσης μας κατά την μελέτη της ταχύτατης ανόδου του νεοναζισμού στην ελληνική πραγματικότητα. Υποστηρίξαμε ότι η παραδοσιακή ερμηνεία, η οποία εστιάζει στην προώθηση του ναζισμού/ολοκληρωτισμού ως στρατηγήματος των κυρίαρχων ελίτ με σκοπό την καταστολή των πολιτικών διεκδικήσεων και την ευκολότερη διαχείριση της συστημικής κρίσης οφείλει να μετατοπιστεί και να συμπληρωθεί με μια δεύτερη αναλυτική προοπτική.

Η πρωτόγνωρα μαζική υποστήριξη που φαίνεται να απολαμβάνει η χρυσή αυγή οδηγεί στον επαναπροσδιορισμό του ερωτήματος από τη σκοπιά των ήδη ή εν δυνάμει  υποστηρικτών της. Αυτό που οδηγεί το μέσο άνθρωπο στην δεξίωση μιας ανοιχτά νεοναζιστικής ομάδας οφείλει να αναζητηθεί όχι στη σφοδρότητα της οικονομικής κρίσης, αλλά στους παράγοντες, οι οποίοι οργανώνουν το καθημερινό του βίωμα. Έτσι, εάν η κρίση είναι η θρυαλλίδα που κάνει να πάρει φωτιά ένα ξερό χωράφι, το ερώτημα που θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε την άνοδο του νεοναζισμού είναι το τι και ποίος φρόντισε να κρατά συστηματικά ξερό το χωράφι αυτό. Η θέση που προσπαθήσαμε να αναπτύξουμε εστίασε στη βαθιά ομολογία μεταξύ των δομικών τάσεων που ενοικούν στην φιλελεύθερη κοινωνία και μορφοποιούν την κυρίαρχη πολιτισμική της λογική. Το φιλελεύθερο πολιτισμικό φίλτρο, μέσω του οποίου προσλαμβάνεται η πραγματικότητα από τα άτομα, αναπαράγεται μέσα στους κοινωνικούς θεσμούς, ενθαρρύνοντας ή αποτρέποντας όσους ενεργούν μέσα σε αυτούς να πράξουν με αυτόν ή τον άλλο τρόπο, να κινηθούν προς την μια ή την άλλη κατεύθυνση, να δώσουν το τάδε ή το δείνα νόημα στη ζωή και στις επιλογές τους. Στο βαθμό που αυτή η φιλελεύθερη αξιακή και κανονιστική ανάγνωση της πραγματικότητας δεν αντιρροπηθεί από εναλλακτικές ή ανταγωνιστικές κοινωνικές σημασίες (σύγχρονες ή κατάλοιπα παλαιότερων κοινωνιών), τα οποία να παρέχουν έναν δεύτερο όρο σύγκρισης για «αυτό που υπάρχει», τότε το πέρασμα από την φιλελεύθερη πολιτισμική λογική σε εκείνη των αυταρχικών και ακόμη και ολοκληρωτικών καθεστώτων είναι κάτι παραπάνω από πιθανό.

Ωστόσο, μια ερμηνεία όπως η ανωτέρω, πέρα από την θεωρητικής της συμβολή στην προσπάθεια κατανόησης του ολοκληρωτισμού ως νόθου τέκνου του φιλελευθερισμού μπορεί και πρέπει να ρίξει ένα νέο φως και στην προσπάθεια της καταπολέμησης του. Έτσι, μια τέτοιου τύπου πολιτική ανάγνωση της ανόδου του νεοναζισμού θα μπορούσε να συμβάλλει στις εξής διαστάσεις του αντιφασιστικού αγώνα:

α) Η θεωρητική κατάδειξη της οργανικού τύπου συνάφειας μεταξύ των καθεστώτων του υπαρκτού φιλελευθερισμού και της ολοκληρωτικής οργάνωσης της κοινωνίας ενισχύει την αντικαπιταλιστική πολιτική θέση, αφού δείχνει πως η εναντίωση στον ολοκληρωτισμό αναγκαστικά συνιστά και εναντίωση στην φιλελεύθερη ανταγωνιστική κοινωνία. Οι αντιφασιστικές/ αντιολοκληρωτικές θέσεις ή θα είναι και αντιφιλελεύθερες ή θα αναγκαστούν να γίνουν μάρτυρες της διαρκούς αναγέννησης του ολοκληρωτικού πνεύματος κάτω από παλιά ή νέα εμβλήματα και σημαίες. Η υπαναχώρηση στις πρακτικές και κοινωνικές σημασίες της φιλελεύθερης κοινωνίας ως ενδεχόμενη γραμμή άμυνας απέναντι στον ολοκληρωτισμό σημαίνει ταυτόχρονα την συνέχιση της εκκόλαψης των στοιχείων που τον αναγεννούν με τη μορφή μιας συζητήσιμης και εύλογης επιλογής. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι τακτικές ή στρατηγικές κινήσεις των ελίτ, ως κινητήρια δύναμη της ανόδου του νεοναζισμού, οφείλουν να βρουν μια δευτερεύουσα αναλυτική θέση. Ανάλογα οφείλει να προταχθεί η θεσμική ενσάρκωση της κανονικής λειτουργίας της φιλελεύθερης – αγοραίας κοινωνίας ως το βασικό παραγωγικό αίτιο παλαιών και νέων ολοκληρωτισμών.

Όπως γίνεται κατανοητό, μια τέτοια θέση διευκολύνει την ταυτόχρονη άρνηση και των δύο βασικών αντιπάλων με μία κίνηση, ενώ ταυτόχρονα δίνει την δυνατότητα για μια ουσιαστική ριζοσπαστικοποίηση των συνειδήσεων και των πρακτικών εντός του αντιφασιστικού στρατοπέδου, αφού ο συνεπής αντιφασισμός προϋποθέτει και το ξεπέρασμα της φιλελεύθερης πολιτισμικής συνθήκης μέσα από μια νέα πολιτική-πολιτισμική ανανοηματοδότηση. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει και μια απάντηση σχετικά με τη στάση των ελίτ απέναντι στην ανερχόμενη άκρα δεξιά ή στη φασιστική/νεοναζιστική άνοδο σε όλη την ευρώπη. Έτσι, το ερώτημα πολλών «γιατί δεν θέλουν να τους εμποδίσουν;» ή «γιατί δεν κάνουν κάτι; Δεν βλέπουν ότι μπορεί να τους ξεφύγουν από τον έλεγχο;» μπορεί να απαντηθεί ως «δεν μπορούν». Και ο λόγος που οι φιλελεύθερες ελίτ δεν μπορούν να εμποδίσουν την άνοδο κάθε ολοκληρωτισμού δεν είναι μόνο τα στρατηγικά οφέλη που αποκομίζουν από τη δράση τους έναντι της αριστεράς, όσο η ανάγκη κίνησης ενάντια στον ίδιο τους τον συστημικό/ θεσμικό εαυτό. Για να μπορέσουν να κοντράρουν πολιτικά την άνοδο τους θα πρέπει να αλλοιώσουν την δική τους αξιακή αφετηρία και τις θεσμικές της αποτυπώσεις. Κάτι τέτοιο όμως, θα μπορούσε να γίνει μόνο σε εντελώς ακραίες και απόλυτα οριακές περιπτώσεις, πιθανότατα για λόγους συστημικής διάσωσης. Εφόσον δεν συμβαίνει, οι ελίτ είναι καταδικασμένες, από την ιδιοσυστασία τους και την οργανική της συνάφεια με όσους «θα ήθελαν» να εμποδίσουν, να τους προωθούν και να τους ενισχύουν.[48]

β) Η νέα γωνία του βλέμματος. από την οποία προσπαθεί να «διαβάσει» κανείς την έλξη μεγάλου τμήματος του πληθυσμού προς το νεοναζιστικό μόρφωμα. μπορεί να βοηθήσει την κινηματική πρακτική. Καθώς η πολιτική των αυτόνομων κοινωνικών κινημάτων απευθύνεται οριζόντια, κυρίως σε φυσικά πρόσωπα, τα οποία και προσπαθεί να εμπλέξει στην δική της κατανόηση του κόσμου, ώστε με τη σειρά τους αυτά να επωμιστούν ως δικό τους το πολιτικό πρόταγμα του κινήματος, καθίσταται εξαιρετικά χρήσιμη η κατανόηση του γιατί και του πως τα πρόσωπα αυτά καταλήγουν να ελκύονται από τη χρυσή αυγή και να υποστηρίζουν ενεργά τη δράση της. Στον ίδιο στόχο βοηθά και η αναλυτική έμφαση στο στοιχείο του πολιτισμού, όπως το προσδιορίσαμε ανωτέρω. Η ανατομία της κυρίαρχης πολιτισμικής λογικής και των εικόνων για τον κόσμο που αυτή δημιουργεί, καθώς και η επίδραση της επί του καθημερινού βιώματος του υποκειμένου, μπορεί να εξηγήσει αφενός πια είναι τα ισχυρά και πια τα αδύναμα σημεία μιας τέτοιας υποκειμενοποίησης και αφετέρου πως θα μπορούσε αυτή να υπονομευτεί, «τραβώντας» τα υποκείμενα που βλέπουν μέσα από τους δικούς της πολιτισμικούς φακούς προς την δική μας μεριά, ώστε τελικά να «δουν» με το δικό μας βλέμμα.

γ) Μια ανάλυση, η οποία εστιάζει στον τρόπο μέσω του οποίου το υποκείμενο ταξινομεί, ερμηνεύει, οργανώνει, νοηματοδοτεί τον κόσμο και εν τέλει δρα μέσα σε αυτόν ανάλογα, ανατιμά όλα εκείνα τα στοιχεία που οι παραδοσιακές, οικονομοκεντρικές προσεγγίσεις τείνουν να θεωρούν ως αυταπόδεικτα και κοινά για όλους. Ζητήματα υποκειμενικής πρόσληψης των εκάστοτε κοινωνικών δεδομένων, η λειτουργία των συμβολικών συστημάτων, η υπογράμμιση του αξιακού θεμελίου των δρώντων, ο ρόλος των συναισθημάτων και της ουτοπικής προσδοκίας ενός άλλου κόσμου, οφείλουν να βρουν την θέση που τους αρμόζουν σε μια μη εξελικτιστικά αρθρωμένη κοινωνική απεύθυνση.

Κάτι τέτοιο γίνεται ακόμη πιο κρίσιμο, αν σκεφτεί κανείς την ασυμμετρία υλικών πόρων που χαρακτηρίζει τα αυτόνομα κοινωνικά κινήματα και τους πολιτικούς τους ανταγωνιστές. Η εύλογη αδυναμία των αυτοοργανωμένων κινηματικών δράσεων να ανταγωνιστούν την οικονομική επιφάνεια και το πλεόνασμα πόρων προς πολιτική χρήση των αντιπάλων τους οφείλει να ενθαρρύνει την πρόταξη διαφορετικών αξιακών πλαισιώσεων των πρακτικών τους και την έμφαση σε ερμηνευτικά συνεκτικά σχήματα στους αντίποδες της φιλελεύθερης πολιτισμικής λογικής. Μια τέτοια μεθοδολογική και πραξεολογική μετατόπιση, ίσως θα μπορούσε να αντισταθμίσει το ανωτέρω έλλειμμα σε υλικούς πόρους και άμεσες λύσεις.

Κοντολογίς, επιλέγοντας μια τέτοια θεώρηση, αναγνωρίζουμε ως εξαιρετικά αναγκαία την πολιτισμική μετατόπιση της σύγκρουσης.[49] Κάτι τέτοιο, πιθανώς, να μας βοηθήσει στο να ανακτήσουμε το πολιτικό προβάδισμα, αφού η ανάγκη επανορισμού και ανανοηματοδότησης της πραγματικότητας θα αμφισβητεί την κυρίαρχη ατζέντα και θα υπονομεύει τα κριτήρια με τα οποία επιβεβαιώνεται αυτοεπικυρωτικά το υπάρχον από τους ανθρώπους. Έτσι, ως διακύβευμα της σύγκρουσης δεν θα είναι μόνο η αναδιανομή του πλούτου, αλλά και ο επανορισμός του· «τι σημαίνει άραγε να είναι κανείς πλούσιος σήμερα;».

Ακόμη, σε μια τεχνολογικοποιημένη και υπερεμπορευματοποιημένη κοινωνία  διακύβευμα αποτελεί και η κοινωνική σημασία του να είναι κάποιος μοντέρνος. Τι είδους νεωτερική χειραφέτηση είναι αυτή που πολλαπλασιάζει τις εξαρτήσεις των υποκειμένων και αντικαθιστά την κριτική σκέψη με την τεχνο-παρατήρηση ενός πλασματικού κόσμου; Τέλος, και ο ίδιος ο ορισμός της αλληλεγγύης μπορεί να προβληματοποιηθεί με ριζοσπατικούς όρους· «τι σημαίνει να ζει κανείς ως αλληλέγγυος προς τους άλλους;». Έτσι, η αλληλεγγύη προτάσσεται όχι ως απλό εργαλείο επιβίωσης για όσο διαρκέσει η «κρίση», αλλά ως φορέας ανταγωνιστικών προς τον καπιταλισμό μορφών ύπαρξης και δράσης.[50]

Για την Hannah Arendt οι μεταπολεμικές φιλελεύθερες δημοκρατίες του δυτικού κόσμου μπορούν να περιγραφούν μέσα από τη μεταφορά της ερήμου.[51] Για την Arendt, η διαδικασία της ερημοποίησης συνίσταται στην σύγχρονη επέκταση της έλλειψης του κόσμου, του μαρασμού του δημόσιου χώρου, εν τέλει όλων όσων βρίσκονται ανάμεσα μας. Αυτός ο σύγχρονος κόσμος-έρημος μας περιβάλλει καλώντας μας με ποικίλους τρόπους να εξοικειωθούμε μαζί του, να τον κατοικήσουμε, να μάθουμε να τον αγαπάμε. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι ότι στην έρημο υπάρχουν αμμοθύελλες, ότι η έρημος δεν είναι ήσυχη σαν κοιμητήριο, αλλά έχει την ικανότητα να προκαλέσει δικά της κινήματα. Οι θύελλες αυτές είναι τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, βασικό γνώρισμα των οποίων είναι ότι είναι πάρα πολύ καλά προσαρμοσμένα στις συνθήκες της ερήμου.

Η ένταξη μας σε αυτά θα μας έκανε να υποφέρουμε λιγότερο, αλλά ταυτόχρονα θα χάναμε το θάρρος που βρίσκεται στις ρίζες της ανθρώπινης πράξης και μαζί την δυνατότητα να γίνουμε ενεργά όντα. Όμως στην έρημο υπάρχουν και οι οάσεις.. Οι οάσεις δεν αποτελούν καταφύγια, μέρη «χαλάρωσης», αλλά πηγές ζωής, που μας επιτρέπουν να ζούμε στην έρημο, χωρίς να συμφιλιωνόμαστε μαζί της. Όπως και εμείς, έτσι και αυτές απειλούνται από τις αμοθύελλες, που μετακινούν την έρημο στο εσωτερικό τους. Οι οάσεις όμως απειλούνται και από τις δικές μας τάσεις φυγής.

Η επιθυμία μας να το σκάμε από την πολιτική για να καταφύγουμε…οπουδήποτε αποτελεί έναν δεύτερο τρόπο καταστροφής των πηγών της ζωής μέσα στον κόσμο-έρημο. Στην προσπάθεια μας να ξεφύγουμε από την έρημο, μεταφέρουμε την άμμο της ερήμου στις οάσεις. Μάλιστα, η γενίκευση αυτής της τάσης στις φιλελεύθερες κοινωνίες κάνει να φαίνεται λες και τα πάντα συνωμοτούν προκειμένου να εξαπλωθούν παντού οι συνθήκες της ερήμου. Η κατάσταση στον κόσμο-έρημο φτάνει στο ακραίο της όριο ως ανυπαρξία πραγμάτων και ανυπαρξία προσώπων που απειλεί να καταστρέψει τον κόσμο. Γιατί να λέμε ότι δεν υπάρχει κάποιος και όχι ότι υπάρχει κανείς;

Εμείς, που δεν είμαστε της ερήμου, παρ’ όλο που ζούμε σε αυτήν, που δεν χάσαμε ακόμη την ικανότητα να κρίνουμε, να υποφέρουμε, να καταδικάζουμε, που μπορούμε να χρησιμοποιούμε σωστά τις οάσεις για να μην προσαρμοστούμε στο άνυδρο τοπίο της, εμείς είμαστε σε θέση να τη μεταμορφώσουμε σε έναν ανθρώπινο κόσμο. Η μεταμόρφωση αυτή δεν είναι παρά προϊόν του δικούς μας amor mundi και βασίζεται στο ειδοποιό γνώρισμα της ανθρώπινης πράξης· την ικανότητα μας για το νέο ξεκίνημα στην πορεία των ανθρώπινων υποθέσεων, την ποίηση μιας νέας αρχής.

[1]Στο παρόν σημείωμα η χρήση των εννοιών αυτών γίνεται ως εξής : Χρησιμοποιούμε τον όρο «φασισμός» με έναν χαλαρό τρόπο για να δηλωθεί μια εξαιρετικά αυταρχική μορφή οργάνωσης της κοινωνίας, χωρίς άμεση αναφορά στο μουσολινικό καθεστώς. Με τον όρο ναζισμός/νεοναζισμός γίνεται ουσιαστικά αναφορά στη χρυσή αυγή, αλλά και γενικά στην άνοδο των ναζιστικής έμπνευσης κινημάτων και κομμάτων στην Ευρώπη. Επιλέγουμε μια τέτοια χρήση για να τονίσουμε τον ναζιστικό-και όχι μουσολινικό- προσανατολισμό της χρυσής αυγής καθώς και γιατί όροι όπως  «φασιστικός», ή «ακροδεξιός» είτε είναι πολύ ασαφείς είτε πολύ ήπιοι για το μόρφωμα της χρυσής αυγής. Τέλος, η έννοια «ολοκληρωτισμός» επιφυλάσσεται για μια νέα μορφή καθεστώτος, το οποίο δεν μπορεί να ταυτιστεί με την μονοκομματική δικτατορία, τη στρατιωτική χούντα ή άλλες πιθανές εκδοχές μιας αυταρχικής διακυβέρνησης. Αυτός ο τύπος άσκησης της εξουσίας –αν και συγγενεύει-δεν ταυτίζεται με παραπλήσιες παρελθοντικές μορφές, αλλά είναι ανοικτός στις σύγχρονες εξελίξεις και στις νέες καθεστωτικές μορφές που ενδέχεται να αποκρυσταλλωθούν. Η χρήση αυτή επιλέχθηκε για να αποφύγουμε το ξεχείλωμα μιας ακόμη έννοιας, αλλά και για να προσπαθήσουμε να αποφύγουμε τον πειρασμό-παγίδα του αναχρονισμού, δηλαδή της κατανόησης των όσων συμβαίνουν σήμερα μέσα από μεσοπολεμικά κυρίως ερμηνευτικά φίλτρα. Η αναφορά στην ιστορική εμπειρία των ολοκληρωτικών καθεστώτων σημαίνεται με τον όρο «ιστορικός ολοκληρωτισμός».

Τέλος, η από μέρους μας αυστηρή χρήση της έννοιας «ολοκληρωτισμός» μας υποχρεώνει να την διακρίνουμε αφενός προς παλιούς και νέους ιστορικούς αναθεωρητισμούς και αφετέρου προς περίεργες «αντι-ολοκληρωτικές» ταυτίσεις του παραδοσιακού εργατικού κινήματος, αλλά και κάθε προσπάθειας κοινωνικού μετασχηματισμού, με τον μπαμπούλα της ολοκληρωτικής απειλής.

[2]Βλ. την κατά τα άλλα ενδιαφέρουσα προσέγγιση των Clandestina «…και τότε ρίξανε τον κλήρο να δούνε ποιος θα φαγωθεί. “Για να ξεβρωμίσει ο τόπος”», Σημειώσεις της Στέπας, τχ. 2, Μάιος  2012.

[3]Μιχάλης Ψημίτης, «Η Κοινοτιστική Θεμελίωση της Χρυσής Αυγής και το Πραγματικό Υποκείμενο της Δράσης»,  http://www.rednotebook.gr/details.php?id=6832.

[4]Αλεξάνδρα Μπακαλάκη «Εκδοχές του Πολιτισμού στην Ανθρωπολογία», Σύγχρονα θέματα, τχ. 62. Ιανουάριος-Μάρτιος 1997.

[5]John Monaghan-Peter Just, Κοινωνική και Πολιτισμική Ανθρωπολογία, μτφρ. Ευάγγελος Δ. Πρωτοπαπαδάκης, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2006, σ. 47.

[6]Αλεξάνδρα Μπακαλάκη «Εκδοχές του Πολιτισμού στην Ανθρωπολογία», ό.π., σ. 61.

[7]Το ερώτημα γίνεται επιτακτικότερο αν λάβουμε υπόψη μας τον ευρωπαϊκό χαρακτήρα της ανόδου της άκρας δεξιάς, εδώ και αρκετά χρόνια, από τις πιο δημαγωγικές εκδοχές της, έως τις πιο ανοιχτά φυλετικές και νεοναζιστικές. Χωρίς να νομίζουμε ότι υπερβάλλουμε, αν στις μέρες μας πλανιέται ένα φάντασμα πάνω από την Ευρώπη αυτό είναι εκείνο του φασισμού-νεοναζισμού.

[8]Για μια διεξοδικότερη ματιά στον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε και συζητάμε τον φιλελευθερισμό εδώ βλ. Jean-Claude Michèa, Η Αυτοκρατορία του Μικρότερου Κακού. Δοκίμιο για τον Φιλελεύθερο Πολιτισμό, μτφρ. Άγγελος Ελεφάντης, επιμ. Αναστασία Μυλωνοπούλου, Πόλις, Αθήνα 2008.

[9]Ζαν Κλωντ Μισεά, «Το Αδιέξοδο Άνταμ Σμίθ. Οι Εκλεκτικές Συγγένειες Αριστεράς και Φιλελευθερισμού», μτφρ.-επιμ. Χριστίνα Σταματοπούλου, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2008, σ. 138.

[10]Max Horkheimer, «Οι Εβραίοι και η Ευρώπη», εισαγ.-μτφρ. Φώτης Τερζάκης, επίμετρο Στέφανος Ροζάνης, Χριστόφορος Αργυρόπουλος, Έρασμος, Αθήνα  α΄ έκδοση 1980, σ. 63.

[11]Κοντολογίς, η μεγιστοποίηση του δικού μου οφέλους περνά αναγκαστικά μέσα από την ελαχιστοποίηση του οφέλους του άλλου, βλ. και Ζαν Κλωντ Μισεά, «Το Αδιέξοδο Άνταμ Σμίθ. Οι Εκλεκτικές Συγγένειες Αριστεράς και Φιλελευθερισμού», ό.π., σ. 135-142, για τη κριτική των φιλελεύθερων ενστάσεων απέναντι σε αυτό το κυρίαρχο πνεύμα εγωιστικού υπολογισμού.

[12]Βλ. εντελώς ενδεικτικά για το ζήτημα της παιδείας Μαριέττα Γιαννάκου, «Επιδιώκοντας την Αριστεία», Καθημερινή, 12/8/2012, http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_12/08/2012_492183.

[13]Και πάλι εντελώς ενδεικτικά Νίκος Μαρατζίδης, «Στην Αναζήτηση της Χαμένης Ηγεσίας», Καθημερινή, 19/2/2012,   http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_3_19/02/2012_473112.

[14]Max Horkheimer, «Οι Εβραίοι και η Ευρώπη», ό.π., σ. 54.

[15]Αυτ., σ. 58.

[16]Για το ανθρώπινο πρόσωπο η διαδικασία αυτή προϋποθέτει την μετατροπή του σε πράγμα, το οποίο με τη σειρά του να μπορεί να μετρηθεί και να αποτιμηθεί ποσοτικά στην αγορά βάσει του μέγα-δείκτη χρήμα. Πρόκειται για την εξαιρετικά γνώριμη μας διαδικασία της «πραγμοποίησης» της ανθρώπινης υπόστασης, βασικού όρου για την μετατροπή του ανθρώπου στο εμπόρευμα «εργατική δύναμη».

[17]Ξανά με τα λόγια του Max Horkheimer «Τα αντικείμενα θα μπορούσαν να θεωρηθούν στη φιλοσοφία σαν μια αδιαφοροποίητη μάζα διότι η οικονομική πραγματικότητα τα έχει ισοπεδώσει, καθιστώντας όλα τα πράγματα  ισοδύναμα προς το χρήμα, το οποίο αποτελεί τον κοινό παρανομαστή. Μπροστά σε μία τέτοια ισοπέδωση, η πραγματική ουσία του αντικειμένου δεν λαμβάνεται πλέον υπόψη». Max Horkheimer, Το Τέλος του Λόγου, μτφρ. Στέφανος Ροζάνης, Έρασμος, Αθήνα χ.χ., σ. 27.

[18]Φυσικά, μια τέτοια διαδικασία σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί ίδιον της νεοφιελελεύθερης εκδοχής του καπιταλισμού, αφού σφραγίζει συνολικά τη φιλελεύθερη νοοτροπία και την κοινωνία της αγοράς. Απλώς, την περίοδο του νεοφιλελευθερισμού η τάση αυτή παροξύνεται και εντατικοποιείται.

[19]Max Horkheimer, Το Τέλος του Λόγου, ό.π., σ. 22.

[20]Για την οικονομική και εργαλειακή λογική του τεχνολογικού και βιομηχανικού πολιτισμού ως μία από τις βασικές αιτίες για την άνοδο του ιστορικού ολοκληρωτισμού στον 20ο αιώνα βλ Τσβετάν Τοντόροφ, Απέναντι στο Ακραίο, μτφρ. Βασίλης Τομανάς, Νησίδες, Σκόπελος 2002, σ. 257-258.

[21]Για την άνοδο αυτής της ασημαντότητας, ως κοινωνικής αποσύνθεσης, και τις συνέπειες της όπως τις συζητάμε εδώ βλ. Κορνήλιος Καστοριάδης, «Η Άνοδος της Ασημαντότητας», στο Η Άνοδος της Ασημαντότητας, μτφρ. Κώστας Κουρεμένος, Ύψιλον/Βιβλία, Αθήνα 2000, σ. 111-138.

[22]Raffaele Simone, Το Μειλίχιο Τέρας. Γιατί η Δύση δεν πηγαίνει προς τα Αριστερά, μτφρ. Μιχάλης Μητσός, Πόλις, Αθήνα 2011, κεφ. 5.

[23]Αυτ., σ. 98-99.

[24]Αυτ., σ. 74.

[25]Κρίστοφερ Λας, Για μια Νέα Ερμηνεία της Μαζικής Κουλτούρας, μτφρ. Νίκος Μάλλιαρης, http://protagma.files.wordpress.com/2012/03/cebbceb1cf82-cebcceacceb3cebcceb1-6.pdf.

[26]Αυτ.

[27]Αυτ.

[28]Αυτ.

[29]Χωρίς να μπαίνουμε στον πειρασμό μιας αναχρονιστικού τύπου προσέγγισης του «τώρα» με το «τότε» και δίχως να μας ελκύει μια κυκλική αντίληψη για τον ιστορικού ρου, δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε κάποιες κρίσιμες αναλογίες, οι οποίες όμως θα βρουν την ιδιαίτερη τους μορφική αποκρυστάλλωση με βάση τα υλικά του ιστορικού «σήμερα».

[30]Hannah Arendt, Το Ολοκληρωτικό Σύστημα, μτφρ. Γιάννης Λάμψας, Ευρύαλος, Αθήνα 1988, σ. 41-50.

[31]Αυτ., σ. 45.

[32]Αυτ., σ. 49.

[33]Εν προκειμένω, ακολουθούμε την ανάλυση της Arendt, η οποία διακρίνει την απομόνωση-ως την απομάκρυνση από το πολιτικό/δημόσιο πεδίο της ζωής, την μοναξιά-ως την συνθήκη κατά την οποία συνομιλώ με τον εαυτό μου, δίχως όμως να έχω χάσει την επαφή μου με την ανώνυμη συλλογικότητα του κοινωνικού πεδίου- και την αποξένωση-ως εκείνη την κατάσταση που αφορά την ανθρώπινη ζωή σαν σύνολο και εκφράζει την ριζική εγκατάλειψη του υποκειμένου, την εμπειρία της απόλυτης μη συμμετοχής του στον κόσμο, εκείνο το ξερίζωμα που αρνείται μια θέση στον κόσμο, αναγνωρισμένη και εγγυημένη από άλλους, βλ. Αυτ. σ. 273-277.

[34]Αυτ., σ. 49.

[35]Αυτ., σ. 44.

[36]Για την μαζική κουλτούρα την περίοδο του Μεσοπόλεμου και τις καταστροφικές πολιτισμικές της επιδράσεις επί των υποκειμένων όπως τις συζητάμε εδώ βλ. Stefan Zweig, «Η Ομογενοποίηση του Κόσμου», στο Φωνές από τη Βαϊμάρη, μτφρ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 2011, σ. 77-84.

[37]Raffaele Simone, Το Μειλίχιο Τέρας. Γιατί η Δύση δεν πηγαίνει προς τα Αριστερά, ό.π., σ. 110-115.

[38]Αυτ., σ. 115-133.

[39]Για την ανάλυση του φαινομένου αυτού όπως το προσεγγίζουμε εδώ βλ. την εξαιρετική και προδρομική ανάλυση του Gunther Anders, «The World as Phantom and as Matrix», DISSENT, τομ. 3, 1956,  http://themassornament.com/2011/07/the-world-as-phantom-and-as-matrix-1956/.

[40]Αυτ., σ. 133.

[41]Γκυ Ντεμπόρ, Η Κοινωνία του Θεάματος, μτφρ. Πάνος Τσαχαγέας-Νίκος Β. Αλεξίου, Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα Σεπτέμβριος 1986, σ. 26.

[42]Hannah Arendt, Το Ολοκληρωτικό Σύστημα, ό.π., σ. 272.

[43]Νικόλας Σεβαστάκης, Η Ορατή Ακροδεξιά, http://www.rednotebook.gr/details.php?id=6702.

[44]Στέφανος Ροζάνης, «Η Κοινωνική Αναμέτρηση Σήμερα και το Πρόταγμα της Άμεσης Δημοκρατίας», Αυγή, 7/10/2012, http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=718418.

[45]ΑθανάσιοςΔρατζίδης, «Dès la Prise du Pouvoir, le Gouvernement Nazi Offre au Prolétariat Allemand Sports et Transports», http://www.badarts.gr/2012/05/des-la-prise-du-pouvoir-le-gouvernement-nazi-offre-au-proletariat-allemand-sports-et-tranports/.

[46]Στη λογική μιας ντετερμινιστικού τύπου αιτιακής αλληλουχίας.

[47]Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, στις εκλογές του Ιουνίου 2012, ο νεοναζισμός επιλέχθηκε στη δημοτική ενότητα Διστόμου (δηλαδή στο ίδιο το χωριό του Διστόμου) από 101 (4,53%) ανθρώπους, ενώ στη δημοτική ενότητα Καλαβρύτων (δηλαδή στο ίδιο το χωριό των Καλαβρύτων) από 262 (5,77%).

[48]Η τάση αυτή οξύνεται ιδιαίτερα μέσα στο πλαίσιο του κομματικού ανταγωνισμού. Τα πρόσφατα παραδείγματα αφθονούν. Ας σκεφτούμε την ευκολία με την οποία ο σαρκοζί προέβη σε απελάσεις Ρομά από τη γαλλία προεκλογικά, ως ουσιαστική εφαρμογή όσων διακήρυσσε το εθνικό μέτωπο της λεπέν. Φυσικά, η τακτική αυτή ενίσχυσε την γαλλική άκρα δεξιά, παρά την αποδυνάμωσε. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για την επιχείρηση κατά των μεταναστών «Ξενιος Ζευς». Και σε αυτήν την περίπτωση, η εφαρμογή όσων ζητούσαν οι εν δυνάμει ανταγωνιστές στην εκλογική αγορά (χρυσή αυγή), εν προκειμένω την απηνή και συστηματική δίωξη μεταναστών με όρους «σκούπας», εκλήφθηκε ως στρατηγική «μπλοκαρίσματος» της βίας της χρυσής αυγής κατά των μεταναστών. Βλ. Κωνσταντίνος Ζούλας «Αμηχανία στα έδρανα για τη χρυσή αυγή», Καθημερινή, 16/9/2012, http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_politics_2_16/09/2012_495759. Παρεπιμπτόντως πόσο διαφοροποιείται η δημόσια παρουσίασης της δίωξης των μεταναστών ως «επιχείρηση σκούπα» με τον χρυσαυγίτικο χαρακτηρισμό των μεταναστών ως «σκουπίδια»; Μήπως φαίνεται εδώ σε ένα πρώτο επίπεδο λόγου η συνάφεια και η συνέχεια της πολιτισμικής λογικής του υπαρκτού φιλελευθερισμού με αυτή του νεοναζισμού; Ας σκεφτούμε όμως πια θα ήταν η τύχη εκείνου του «υπαρκτού φιλελεύθερου» που θα χορηγούσε μόνιμη άδεια παραμονής  ή και την ελληνική ιθαγένεια σε κάθε μετανάστη-θύμα ρατσιστικής επίθεσης. Κάθε θύμα των χρυσαυγιτών θα μετατρέπονταν άμεσα σε έλληνα υπήκοο ή νόμιμα διαμένοντα. Φυσικά, κάτι τέτοιο προϋποθέτει την ρήξη με το προ-ολοκληρωτικό, φιλελεύθερο κοινωνικό φαντασιακό.

[49]Μιχάλης Ψημίτης, «Κρίση της Οικονομίας, Κρίση της Πολιτικής και η Αναγκαία Πολιτισμική Μετατόπιση της Σύγκρουσης», Εποχή, 30/1/2011.

[50]Αυτ.

[51]Hannah Arendt, Υπόσχεση Πολιτικής, μτφρ. Κατερίνα Χαλμούκου, Κέδρος, Αθήνα 2009, σ. 269-272.