r169_457x257_13972_Invocation_2d_fantasy_illustration_snake_egg_city_picture_image_digital_art

Του Γιώργου Πέρτσα

Παρουσιάζουμε το δεύτερο από τα  τρία μέρη ένος εξαιρετικού πονήματος για την κοινωνία που βιώνουμε και τις σχέσεις φιλελευθερισμού, φασισμού και ολοκληρωτισμού.

Πηγή : Δοκιμή

Συνέχεια από μέρος 1

Η επέκταση της οικονομίας όμωςσε ολοένα αυξανόμενα πεδία της ζωής συνιστά ταυτόχρονα και επέκταση της ιδιαίτερης λογικής του οικονομικού πεδίου. Η ιδιαιτερότητα της οικονομικής λογικής συνίσταται στον αμιγώς διαχειριστικό και εν τέλει εργαλειακό χαρακτήρα της. Καλούμενοι να λειτουργήσουμε οικονομικά εντός της αγοράς οι στόχοι μας είναι πάντοτε δεδομένοι : η αύξηση της κερδοφορίας και η μείωση του κόστους, η μεγιστοποίηση της απόδοσης και η ελαχιστοποίηση της ζημίας. Επομένως, αυτό που επιβάλει η οικονομική-εργαλειακή λογική στα υποκείμενα είναι η προσαρμογή των ορθών μέσων στους εκάστοτε δεδομένους σκοπούς. «Αποτελεί ένα πραγματικό όργανο προσανατολισμένο προς την ωφελιμότητα, ψυχρό και νηφάλιο».[19] Ωστόσο, και εφόσον δεχτούμε τον ανωτέρω συλλογισμό ως αληθή, η επικράτηση της εργαλειακής λογικής ως της κύριας μορφής ορθολογικότητας, σημαίνει ότι για τον μέσο άνθρωπο-φορέα του ανωτέρω τρόπου του σκέπτεσθαι, η διερώτηση επί της σημασίας και της αξίας των ίδιων των επιδιωκόμενων στόχων εξορίζεται ως μια περιττή αν όχι ενοχλητική δραστηριότητα.

Όμως, οι άνθρωποι οι οποίοι είναι εθισμένοι σε μια τέτοια εργαλειακή θεώρηση του κόσμου τείνουν να θεωρούν δευτερεύοντα τα αξιακά διακυβεύματα που εμπλέκονται σε καθημερινά προβλήματα ή σε μείζονα πολιτικά ζητήματα. Ταυτόχρονα, η εργαλειακή λογική τους εξοικειώνει με την ιδέα της «χρήσης» πραγμάτων και κυρίως προσώπων ως «εργαλεία» για σκοπούς εξωτερικούς προς τα ίδια. Κάτι τέτοιο διαμορφώνει μια συνείδηση αναλωσιμότητας για πράγματα και πρόσωπα, τα οποία ναι μεν είναι αποδεκτά για όσο χρόνο φέρνουν σε πέρας τους επιδιωκόμενους με αυτά σκοπούς, καθίστανται δε περιττά και άχρηστα όταν -για οποιονδήποτε λόγο- τη λειτουργία τους μπορεί να την εκπληρώσει κάποιος ή κάτι άλλο.[20]

Μια κοινωνία η οποία διαπερνάται σε μεγάλο βαθμό από τις ανωτέρω προσδιορισθείσες τάσεις, χωρίς αντίθετες δυνάμεις που να αντιρροπούν και να νοθεύουν τις ανωτέρω συνέπειες τους μπορεί να υποστηριχθεί ότι στροβιλίζεται στη δίνη της ασημαντότητας. Καθώς η κίνηση της εμπορευματοποίησης προχωράει δίχως μείζονες αντιστάσεις, η οικονομία τείνει να δίνει τη μορφή της στις ανθρώπινες δραστηριότητες, ενώ η «λογική του μέσου» μορφοποιεί την καθημερινή κοινωνική δράση.

Οι αξίες τείνουν να χάσουν την αυθυπαρξία τους, καθώς ανάγονται στην οικονομία και προσλαμβάνονται ως μέσο για μια καλύτερη οικονομική απόδοση. Οι κοινωνικές σημασίες που άλλοτε διαπότιζαν τις δράσεις στα εκάστοτε κοινωνικά πεδία εξασθενούν μέχρι να λιώσουν. Σε μια τέτοια περίπτωση ο δάσκαλος δεν πιστεύει πια στην παιδαγωγική του λειτουργία, ο δικαστής δεν ενδιαφέρεται για την απονομή της δικαιοσύνης, τον μάστορα δεν τον νοιάζει να «μαστορέψει» το έργο του, ο γιατρός δεν πιστεύει ότι ο σκοπός του είναι να θεραπεύσει τον ασθενή.[21]

Συνεπώς, υποκείμενα με χαλαρές έως ανύπαρκτες αξιακές και ηθικές αφετηρίες, εθισμένα στην εργαλειακή και οικονομική ερμηνεία των προσώπων και των καταστάσεων, κινούμενα στην παχιά επιφάνεια ενός συνόλου μη αυθύπαρκτων, εναλλάξιμων μεγεθών, βρίσκονται δίχως άμυνες μπροστά στο ακραίο, το οποίο εν τέλει, δεν μπορεί καν να γίνει κατανοητό ως τέτοιο.

γ) Μαζική κουλτούρα

Αν οι παραπάνω περιγραφείσες διαδικασίες εντός της φιλελεύθερης κοινωνίας επιδρούν πράγματι στην συνείδηση του μέσου ανθρώπου, διευκολύνοντας τα περάσματα προς μια νεοναζιστική «επιλογή», η επίδραση τους αυτή πρέπει να γίνει κατανοητή μέσα από το βίωμα που διαμορφώνει η μαζική κουλτούρα. Ακολουθώντας μια διαφορετική φορά ερμηνείας της ανόδου του ναζισμού στην ελλάδα, περισσότερο «οριζόντια» ως προς τον αναλυτικό προσανατολισμό της, δηλαδή περισσότερο επικεντρωμένη στο «γιατί» της προτίμησης μεγάλου τμήματος του πληθυσμού προς την ναζιστική «λύση», οφείλουμε να παραδεχθούμε πως ο μέσος άνθρωπος για τον οποίο κάνουμε εδώ λόγο δεν είναι εξοικειωμένος ούτε με τις αναλύσεις της ριζοσπαστικής γραμματείας, αλλά ούτε και με την θεωρητικές αναφορές του ελληνικού ναζισμού. Αντίθετα, η όποια έλξη του προς τον ναζισμό οφείλει να αναζητηθεί στην, εν πολλοίς ασυνείδητη, επίδραση των ανωτέρω τάσεων εντός του καθημερινού του βιώματος. Το βίωμα αυτό μπορούμε να το προσδιορίσουμε με τους όρους μιας κυρίαρχης, πανταχού παρούσας, αλλά αόρατης μαζικής κουλτούρας ήπιου δεσποτισμού.[22]

Αυτή μοιάζει να διαμορφώνει τους κατά Boas «πολιτισμικούς φακούς» με τους οποίους οργανώνεται, ερμηνεύεται και τελικά βιώνεται η καθημερινή πραγματικότητα. Το περιεχόμενο αυτής της μαζικής κουλτούρας καθώς και οι συνέπειες της επί των υποκειμένων δεν μπορούν να λάβουν μια δευτερεύουσα θέση στην ανάλυση μας, σε σχέση με αυτό που πιστεύουμε ότι αποτελεί την πραγματική εξουσία, δηλαδή την πολιτική και οικονομική διάσταση. Αντίθετα, η μαζική κουλτούρα «[…]όχι μόνον δεν είναι με κανένα τρόπο περιθωριακή, αλλά […] η πολιτική, η οικονομία, ακόμη και ο πόλεμος, γίνονται σήμερα ακριβώς μέσω της μαζικής κουλτούρας, που καθορίζει τα γούστα, τις καταναλωτικές συνήθειες, τις απολαύσεις, τις επιθυμίες και τα χόμπι, τις αντιλήψεις και τις παραστάσεις, τα πάθη και τη φαντασία των ανθρώπων, πριν ακόμη από τις πολιτικές τους ιδέες.

Η ψήφος ακολουθεί, και φαίνεται δύσκολο να είναι διαφορετική από το αναμενόμενο».[23] Η διάδοση της είναι τριχοειδής και μπορεί να δείξει κανείς την τάση της να διαποτίζει τα πάντα. Για την εκμάθηση της «δεν είναι καν απαραίτητο να δημιουργηθούν συστήματα πολιτικής κατήχησης για να διαδώσουν τις αρχές της : για την απορρόφηση της, αρκεί να παρακολουθεί κανείς τα μέσα ενημέρωσης (κυρίως την τηλεόραση), να κοιτάζει γύρω του και να ζει».[24] Τέλος, αυτή η μαζική κουλτούρα κωδικοποιεί και αναπαράγει εντός της τις παράλληλες διαδικασίες του ανταγωνισμού, της εμπορευματοποίησης και της εργαλειοποίησης που διακρίνουν την φιλελεύθερη κοινωνία, διαμορφώνοντας το υπόστρωμα των κυρίαρχων αξιών εντός του οποίου καλείται να υπάρξει ο κάθε ένας και η κάθε μία.

Ποιες όμως ακριβώς είναι οι συνέπειες του βιώματος της μαζικής κουλτούρας επί των υποκειμένων και γιατί αυτές συνδέονται με την τάση των κοινωνιών του υπαρκτού φιλελευθερισμού να δημιουργούν τους όρους γέννησης του ολοκληρωτισμού;

Υποστηρίζουμε ότι δύο από τις βασικότερες συνέπειες της μαζικής κουλτούρας, άμεσα συνδεόμενες με το εδώ αναπτυσσόμενο επιχείρημα μας, αποτελούν η τάση πρόκλησης ενός βαθύτερου «ξεριζώματος» των ανθρώπων, που οδηγεί στην εμπειρία της απόλυτης μη συμμετοχής τους στον κόσμο, καθώς και η τάση σύγχυσης ανάμεσα στο πραγματικό και το πλασματικό, το γεγονός και τον μύθο, το αληθινό και το ψεύτικο.

Σύμφωνα με τον Cristopher Lasch, η μαζική κουλτούρα μακριά από το να δίνει ώθηση στην πνευματική διαύγεια και την ανεξάρτητη σκέψη γεννά την διανοητική παθητικότητα, τη σύγχυση και τη συλλογική αμνησία.[25] Τα γνωρίσματα αυτά συνθέτουν την εμπειρία της εκρίζωσης του ανθρώπινου υποκειμένου από το σύνολο των αυθόρμητων, λαϊκών κοινωνικών σχέσεων, των συνεκτικών αντιλήψεων και των συλλογικών αναπαραστάσεων που οργάνωναν το βίωμα του και προσανατόλιζαν την ύπαρξη του στον κόσμο. Μάλιστα, η αξίωση αυτού του ξεριζώματος προβάλει ως αναγκαία συνθήκη, προκειμένου να μπορέσει το υποκείμενο να απελευθερωθεί από τα οπισθοδρομικά δεσμά της παράδοσης και να κατακτήσει την διανοητική και πολιτική ελευθερία, εντός μιας συνθήκης εξατομίκευσης που θα καθιστά δυνατές τις από μέρους του «ελεύθερες επιλογές».[26] Ωστόσο, αυτές οι εκσυγχρονιστικές αξιώσεις, λαμβάνοντας χώρα εντός ενός ολοένα και πιο ασφυκτικά αγοραιοποιούμενου και τεχνολογικά διαμεσολαβημένου κόσμου έχουν ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα. Κατά τον Lasch «η εμπειρία της εκρίζωσης, από την άλλη πλευρά δεν οδηγεί στον πολιτιστικό πλουραλισμό, αλλά στον επιθετικό εθνικισμό, στην συγκεντροποίηση και στην ενδυνάμωση της κρατικής και οικονομικής εξουσίας».[27] Πράγματι, η εκρίζωση ξεριζώνει τα πάντα εκτός από την ανάγκη μας για ρίζες.[28]

Συνεπώς, εφόσον η ανωτέρω ερμηνεία είναι ορθή, η επίδραση της μαζικής κουλτούρας έχει ως αποτέλεσμα την σταθερή διάβρωση των άτυπων δομών υποστήριξης και αμοιβαίας αλληλοβοήθειας, τη διάβρωση των αυτόνομων λαϊκών δομών μετάδοσης της κουλτούρας· την διάβρωση, εν ολίγοις, των μορφών αυτόνομης, λαϊκής κουλτούρας. Κάτι τέτοιο πρακτικά σημαίνει το «ξερίζωμα» ενός μεγάλου τμήματος του πληθυσμού, το οποίο από εδώ και στο εξής θα χαρακτηρίζεται από έναν γενικό αποπροσανατολισμό, την παντελή αδιαφορία για τα δημόσια πράγματα, την ουδετερότητα απέναντι στην πολιτική, την απάθεια, το αίσθημα της αχρηστίας.

Το ενδιαφέρον με αυτήν την διαπίστωση συνιστά, ότι αντηχεί τρομακτικά τα χαρακτηριστικά των μαζών που στρατολογήθηκαν στα ολοκληρωτικά κινήματα και τελικά υποστήριξαν τα ιστορικά ολοκληρωτικά καθεστώτα.[29] Σύμφωνα με την ερμηνεία της Hannah Arendt, στην κλασσική μελέτη της για τις καταβολές του ολοκληρωτισμού, όσοι στελέχωσαν τις μάζες που οργάνωσαν τα ολοκληρωτικά κινήματα χαρακτηρίζονταν από μια γενικευμένη πολιτική αδιαφορία και μια παγιωμένη ουδετερότητα ως προς όλα όσα λαμβάνουν χώρα στον δημόσιο βίο.[30] Χωρίς να συμμετέχουν σε κάποια οργανωμένη μορφή πολιτικής δράσης (κόμμα, συνδικάτο, επαγγελματική ομάδα, κίνημα) τα κριτήρια που τους προσδιορίζουν δεν καθορίζονται τόσο από την τάξη στην οποία ανήκουν όσο από τις διάχυτες επιρροές και πεποιθήσεις που συμμερίζονται, υποσυνείδητα και σε ίσο βαθμό, όλες οι κοινωνικές τάξεις.[31]

Έτσι, ένα από τα βασικά γνωρίσματα του «μαζάνθρωπου» δεν είναι η κτηνωδία ή η πνευματική καθυστέρηση, αλλά η απομόνωση και η έλλειψη κοινωνικών σχέσεων.[32] Αυτό το γνώρισμα της πλήρους αποξένωσης αναδεικνύεται από την Arendt ως η καθοριστική εμπειρία επί της οποίας βασίστηκε η εδραίωση των ολοκληρωτικών καθεστώτων.[33] Σε συνθήκες οικονομικής και κοινωνικής κρίσης αυτές οι μάζες χάνουν την απάθεια τους και πηγαίνουν παντού όπου βλέπουν μια ευκαιρία να εκφράσουν την νέα και βίαιη διαμαρτυρία τους. Ωστόσο, όπως σωστά υποστηρίζεται, επειδή οι μάζες αυτών των ξεριζωμένων ανθρώπων προέρχονταν από «μια διάτρητη ταξική κοινωνία του κράτους-έθνους, που τη συγκολλούσε μόνο το εθνικιστικό συναίσθημα, είναι λοιπόν φυσικό, μέσα σε μια πρωτόγνωρη απόγνωση να στραφούν προς έναν ιδιαίτερα βίαιο εθνικισμό […]».[34]

Συνεπώς, με βάση την αρεντική ερμηνεία της ανόδου του ιστορικού ολοκληρωτισμού οφείλουμε να υπογραμμίσουμε τον κρίσιμο ρόλο εκείνης της ξεριζωμένης και ανέστιας υποκειμενικότητας που εύκολα περνά στο πλευρό των ολοκληρωτικών κινημάτων. Το πέρασμα αυτό δεν είναι δύσκολα εξηγήσιμο αν λάβουμε υπόψη μας βασικά γνωρίσματα των προολοκληρωτικών, αστικών καθεστώτων, όπως για παράδειγμα «έναν τρόπο ζωής και μια φιλοσοφία, τόσο μόνιμα και αποκλειστικά στρεφόμενες γύρω από την επιτυχία ή την αποτυχία του ατόμου μέσα σε έναν αμείλικτο ανταγωνισμό, ώστε τα καθήκοντα και οι ευθύνες του πολίτη δεν αντιμετωπίζονταν παρά σαν μια μάταιη απώλεια χρόνου και ενέργειας».[35] Αν στα παραπάνω προσθέσουμε την πάγια καλλιέργεια του εθνικισμού εντός της φιλελεύθερης κοινωνίας, αλλά και τις συνέπειες της ανεπτυγμένης μαζικής κουλτούρας την περίοδο του Μεσοπολέμου, με συνέπειες ταυτόσημες με όσες ήδη αναφέρθηκαν για την σύγχρονη εποχή, τότε τα περάσματα από την ανεπτυγμένη καπιταλιστική κοινωνία σε μια ολοκληρωτικού τύπου «επιλογή» καθίστανται ακόμη πιο ορατά.[36]

Η δεύτερη κρίσιμη συνέπεια της μαζικής κουλτούρας επί του βιώματος των υποκειμένων αποτελεί η σύγχυση μεταξύ του πραγματικού και του πλασματικού, του αληθινού και του ψεύτικου. Αυτή η αδυναμία διάκρισης έχει τις ρίζες της στην ικανότητα διαπλαστικής επίδρασης των πολιτισμικών προτύπων επί της γνωστικής μας σφαίρας. Ο τρόπος που μαθαίνουμε, φανταζόμαστε, αφηγούμαστε ιστορίες ή ακόμη και ονειρευόμαστε επηρεάζεται σημαντικά από τον τρόπο διάρθρωσης της πολιτισμικής μας λογικής.

Ειδικά τη σημερινή εποχή με την έκρηξη των τεχνολογιών επικοινωνίας και ψηφιακής αναπαράστασης ή και ψηφιακής κατασκευής της πραγματικότητας, το πραγματικό και το πλασματικό οσμώνονται κατά έναν επικίνδυνο τρόπο στη μορφή ενός αμαλγάματος. Μπροστά στο περίεργο αυτό μείγμα αισθανόμαστε σαγήνη καθώς το επιθυμούμε με τον τρόπο του ηδονοβλεψία, βρισκόμενοι δηλαδή σε μια κατάσταση εξημμένης παθητικότητας.[37] Αυτή η αδυναμία διάκρισης ανάμεσα στη σφαίρα του αληθινού και του ψεύτικού οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον εμπορευματοποιημένο χαρακτήρα των αναπαραστάσεων και των βιωμάτων σύμφωνα με τις τάσεις που αναπτύξαμε ανωτέρω.

Ωστόσο, ταυτόχρονα μπορεί να αποδοθεί και στην ίδια την φύση των τεχνολογικών μέσων που διαμεσολαβούν την αναπαράσταση και το βίωμα αυτό. Η υπερδιόγκωση της τεχνολογικής και της ψηφιακής σφαίρας τις τελευταίες δεκαετίες έχει κατορθώσει να εισχωρήσει στην καθημερινότητα του ανθρώπου, πολλαπλασιάζοντας τις εικόνες και τις κάθε λογής οπτικές αναπαραστάσεις κατά τρόπο ο οποίος μετατρέπει την θέαση τους σε τεχνο-παρατήρηση μιας αποστασιοποιημένης πραγματικότητας, η οποία με τη σειρά της περιζώνει όλο και πιο στενά τις καθημερινές στιγμές.[38] Έτσι, το υποκείμενο βρισκόμενο εν μέσω διασταυρούμενων πληροφοριακών πυρών αδυνατεί να κατατάξει και να συσχετίσει τις πληροφορίες αυτές προκειμένου να τις ενσωματώσει στη συνείδηση του.

Στην πραγματικότητα επέρχεται μια εξοικείωση με απεικονίσεις τεχνικά πλαστές, που όμως τις παρατηρούμε σαν να ήταν αληθινές, χωρίς να διακρίνουμε καμία διαφορά. Έτσι, η αδιάκοπη τεχνο-παρατήρηση της ψηφιακής αναπαράστασης ή και κατασκευής της πραγματικότητας από τα ψηφιακά μέσα τείνει στην υποκατάσταση της πραγματικότητας από την πλασματική και σκηνοθετημένη της αναπαράσταση.[39] Καθώς η πραγματικότητα από βαριά γίνεται ελαφριά, πορώδης και άδεια, τίποτα και κανείς δεν εγγυάται πια το οντολογικό καθεστώς της «πραγματικότητας» που ζούμε.[40] Μια τέτοια συνθήκη αντιστοιχεί με μεγάλη ακρίβεια στον αινιγματικό ντεμπορικό αφορισμό για το καθεστώς της πραγματικότητας στην θεαματική-εμπορευματοποιημένη κοινωνία : «Μέσα στον πραγματικά αντεστραμμένο κόσμο, το αληθινό είναι μια στιγμή του ψεύτικου».[41]

Ξανά όμως διακρίνεται εδώ ένας ανησυχητικός παραλληλισμός με την υποκειμενική συνθήκη που ευνόησε την ύπαρξη του ναζιστικού και ολοκληρωτικού φαινομένου.Σύμφωνα με την Arendt, «ο ιδανικός πολίτης της ολοκληρωτικής εξουσίας δεν είναι ούτε ο πεπεισμένος ναζί, ούτε ο πεπεισμένος κομμουνιστής, αλλά ο άνθρωπος που δεν μπορεί να κάνει τον διαχωρισμό μεταξύ γεγονότος και μύθου (δηλαδή αγνοεί την πραγματικότητα της εμπειρίας) και μεταξύ αληθινού και ψεύτικου (δηλαδή αγνοεί του κανόνες της σκέψης)».[42] Κατ’ αυτόν τον τρόπο, καθίσταται δυνατός ο εντοπισμός των περασμάτων ανάμεσα στο πολιτισμικό βίωμα εντός της φιλελεύθερης κοινωνίας και της υποκειμενικής και κοινωνικής κατάστασης εντός του ολοκληρωτικού καθεστώτος. Η κανονικότητα της ύπαρξης στην φιλελεύθερη κοινωνία μοιάζει να προετοιμάζει από πολλές πλευρές εκείνες τις συνθήκες που θα επιτρέψουν, και μάλιστα με τη μορφή της εύλογης και οικείας προτίμησης, την εδραίωση της ολοκληρωτικής εξουσίας.

Στην σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα πολλές από τις παραπάνω προϋποθέσεις μοιάζουν να πληρούνται. Το αίσθημα της ανεστιότητας, της βαθύτερης «απώλειας του οίκου» και του ξεριζώματος, το οποίο διαμορφώθηκε ύστερα από τρεις δεκαετίες αδιάκοπου σμιλεύματος των «πολιτισμικών φακών» της μαζικής κουλτούρας γίνεται τώρα προνομιακός χώρος επένδυσης για την Χρυσή Αυγή.[43] Ταυτόχρονα, το κορεσμένο μαζοάτομο της ελληνικής μαζοκοινωνίας, θύμα των χαοτικών πληροφοριακών δικτύων, αδυνατεί να προβεί σε θεμελιώδεις διακρίσεις που θα του εξασφαλίσουν έναν στοιχειώδη κοινωνικό προσανατολισμό.[44] Καθίσταται έτσι, εύκολο θύμα δυνάμεων που ζητούν να τους εκχωρήσει τον εαυτό του με την υπόσχεση ότι η σύγχυση του θα λάβει σταθερή μορφή.

Στην γλυκιά, μα δεσποτική αγκαλιά του μειλίχιου τέρατος της σύγχρονης μαζικής κουλτούρας, η ελληνική κοινωνία, όπως και οι περισσότερες ευρωπαϊκές άλλωστε, βιώνει τον ανεπαίσθητο μα σκληρό υπαρξιακό ξεριζωμό, μπερδεύει το γεγονός με τον μύθο μέσα σε μια ριζοσπαστικά αποπολιτικοποιημένη καθημερινότητα, συνηθίζει το πρόσωπο του τέρατος μέχρι το τέρας που παρατηρεί να γίνει η ίδια. Αν οι ολοκληρωτικές τάσεις στις κοινωνίες του υπαρκτού φιλελευθερισμού αναπαράγονται με την μορφή των διάχυτων και πολύμορφων θεσμών, πρακτικών, προϊόντων, αντιλήψεων και χειρονομιών, το καθεστώς της αποξένωσης, με τη σημασία που δίνει η Arendt στον όρο, σωρεύει πρόσθετες μεταβλητές για την «εύλογη» μετάβαση σε ναζιστικές «επιλογές».[45] Η συστηματική ανάδευση των ολοκληρωτικών στοιχείων στις προ-ολοκληρωτικές, φιλελεύθερες κοινωνίες πυκνώνει τα μαύρα σύννεφα στον ιστορικό ορίζοντα, ειδικά σε συνθήκες δομικής κρίσης του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Η κρίση; Ποια είναι όμως η λειτουργία της κρίσης; Πώς οφείλουμε να την κατανοήσουμε στο πλαίσιο του επιχειρήματος μας;

ΙΙΙ. Και η κρίση λοιπόν;

Στο πλαίσιο της ανωτέρω σκιαγραφηθείσας μετατόπισης της οπτικής μας γωνίας ως προς τις πηγές ή τις αιτίες της ταχύτατης ανόδου του νεοναζιστικού φαινομένου οφείλουμε να αναρωτηθούμε, κοιτώντας μέσα από το ίδιο ερμηνευτικό πρίσμα, ποιος ακριβώς είναι ο ρόλος και η σημασία της δομικής κρίσης του παγκόσμιου καπιταλισμού. Συνηθίζουμε να κατανοούμε την κρίση ως έναν παράγοντα που λίγο-πολύ προεξοφλεί την ανάδυση των ακροδεξιών και φασιστικών προτιμήσεων εντός της κοινωνίας. Τι μπορεί να περιμένει κανείς να συμβεί σε μια κοινωνία όπου η ανεργία εκτινάσσεται στα ύψη, η οικονομική εξαθλίωση ρίχνει τη σκιά της σε ολοένα μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού, η οργή συσσωρεύεται και το πολιτικό κλίμα πολώνεται; Η εισβολή φασιστικών δυνάμεων στο πολιτικό προσκήνιο μοιάζει πάνω-κάτω «φυσιολογική». Μια τέτοιου τύπου ερμηνεία τείνει έτσι να δίνει παραγωγική δύναμη στο ίδιο το γεγονός της κρίσης, το οποίο και ενεργεί επί της πραγματικότητας με μια δυναμική αναμόρφωσης της προς κατευθύνσεις σχεδόν αναμενόμενες.
Ωστόσο, ακολουθώντας την δική μας μεθοδολογική προσέγγιση, η οποία επιθυμεί να προσπεράσει τις μηχανιστικού τύπου ερμηνείες, οφείλουμε να κατανοήσουμε την επίδραση του ξεσπάσματος της οικονομικής κρίσης με έναν εναλλακτικό τρόπο.

Η έμφαση που έχουμε δώσει στη λειτουργία των «πολιτισμικών φακών» για την κατανόηση των σχέσεων υπαρκτού φιλελευθερισμού – ολοκληρωτισμού επηρεάζει και σε αυτό το σημείο την προσέγγιση μας. Εφόσον αποφασίσουμε να δώσουμε παραγωγικό και εν τέλει καθοριστικό χαρακτήρα στο γεγονός της κρίσης καθεαυτό, τείνουμε να ξεχάσουμε την πολιτισμική/αξιακή διαμεσολάβηση των κοινωνικών και οικονομικών γεγονότων από την πλευρά των υποκειμένων.

Έτσι, το πιθανότερο είναι να οδηγηθούμε σε αυτοματικές και εν τέλει απλοϊκές ερμηνείες για το ρόλο της κρίσης στην άνοδο του νεοναζισμού, οι οποίες ακολουθούν μια ερμηνευτική πεπατημένη στο στυλ «εφόσον οι άνθρωποι μένουν χωρίς δουλειά και εφόσον αδυνατούν να καλύψουν στοιχειώδεις υλικές τους ανάγκες, όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, η άνοδος του ναζισμού θεωρείται αναμενόμενη». Αυτή η προσέγγιση προσπαθεί να κατανοήσει, στη βάση μιας αιτιακής αλληλουχίας, την υλική/οικονομική εξαθλίωση των ανθρώπων με τη στροφή τους προς μια συγκεκριμένη πολιτική επιλογή.

Όμως, αν και με μια πρώτη ματιά μπορεί να θεωρηθεί ευλογοφανής, η εμπειρική πραγματικότητα τείνει να την διαψεύσει. Ένα πρόσφατο παράδειγμα μιας τέτοιας διάψευσης θα μπορούσε να θεωρηθεί η Λατινική Αμερική και η στροφή της, εν μέσω σφοδρής οικονομικής κρίσης, προς την ακριβώς αντίθετη πλευρά, αυτήν της αυτοδιαχείρισης και της αυτονομίας. Ένα παλαιότερο παράδειγμα ίσως μπορεί να θεωρηθεί και η κατοχική ελλάδα. Τότε παρά την ασύλληπτη εξαθλίωση και την κυριαρχία του φάσματος της πείνας ο πληθυσμός, στο μεγαλύτερο του τμήμα, δεν οδηγήθηκε σε επιλογές ανάλογες με τις σημερινές.

Συνεπώς, κατά την ερμηνεία που προτείνουμε εδώ, στο ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης οφείλουμε να διαβάσουμε όχι μία παραγωγική αιτία, αλλά έναν επιταχυντή ή καλύτερα έναν καταλύτη. Η λειτουργία αυτού του καταλύτη επενεργεί επί των ήδη υπαρκτών πρωτο-ολοκληρωτικών τάσεων εντός της φιλελεύθερης κοινωνίας. Η κρίση δεν έρχεται να παράξει, αλλά να παροξύνει και να «δέσει» σε ένα συνεκτικό σύνολο διαδικασίες, πρακτικές και νοοτροπίες, οι οποίες ως δομικά στοιχεία του υπαρκτού φιλελευθερισμού, αιωρούνταν «άλυτες» εντός της φιλελεύθερης πολιτισμικής συνθήκης.

Αυτό το «κούμπωμα» των μέχρι τώρα ορατών, μα διάχυτων συστατικών συνιστά και τη δημιουργία-επιλογή του νεοναζισμού από αξιοσημείωτο τμήμα του πληθυσμού. Φυσικά, αντλώντας ξανά από την ερμηνευτική μας οπτική, η επιλογή αυτή οφείλει να αποδοθεί όχι τόσο στην «αντικειμενική» ή «υλική» δυσμενή οικονομική συνθήκη, αλλά στην πολιτισμική και τελικά πολιτικοαξιακή ανάγνωση της από όσους, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ελκύονται από τη Χρυσή Αυγή. Αυτή η πολιτισμική διαμεσολάβηση είναι τέτοια και οδηγεί εκεί που οδηγεί, αφού τα υλικά από τα οποία φτιάχνεται ή καλύτερα το χρώμα των πολιτισμικών φακών με τους οποίους οι άνθρωποι καλούνται να κατανοήσουν την σημερινή τους κατάσταση και να πράξουν ή να αδρανήσουν σε σχέση με αυτή, έχει καθοριστεί από την φιλελεύθερη πολιτισμική λογική.

Για παράδειγμα, ένα υποκείμενο που διαπερνάται από την πίστη στο εθνικό ιδεώδες όπως αυτή καλλιεργείται συστηματικά εντός των φιλελεύθερων κοινωνιών είναι πολύ πιθανότερο να κινηθεί προς το «εθνικιστικό κίνημα» των χρυσαυγιτών, παρά να πραγματοποιήσει αναστροφή των αξιακών του προκείμενων και να υποστηρίξει το διεθνιστικό πρόταγμα της ταξικής σύγκρουσης και της αλληλεγγύης από διαφορά. Ανάλογα αναμένεται να συμβούν στην περίπτωση ενός υποκειμένου που έχει εσωτερικεύσει πλήρως το κυρίαρχο αίτημα των θεσμών για ανταγωνισμό όλων με όλους ή στην περίπτωση κάποιου του οποίου τα σχήματα ερμηνείας του κόσμου δομούνται από τις συνομωσιολογικές θεωρίες που κάνουν θραύση σε μεγάλο τμήμα της παραγόμενης μαζικής κουλτούρας. Η κίνηση προς την αντίθετη κατεύθυνση και η πρόταξη του αντιρατσιστικού ή συνεργατικού ή ακόμη και αυτοδιαχειριστικού παραδείγματος προϋποθέτει είτε την αυθυπέρβαση εκ μέρους του υποκειμένου, κατά την οποία συντελείται μια συνειδητή ή ασυνείδητη αυτό-μεταμόρφωση του είτε την ήδη συντελεσθείσα κοινωνικοποίηση του στη βάση εναλλακτικών ερεθισμάτων που κοντράρουν το αξιακό και πολιτισμικό mantra των κυρίαρχων θεσμών.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η είσοδος μιας καπιταλιστικής κοινωνίας σε κατάσταση δομικής κρίσης οφείλει να ερμηνευθεί ως μια αναγκαία, αλλά όχι ικανή συνθήκη για την ανάδυση μιας ολοκληρωτικής εξουσίας. Ο ρόλος που διαδραματίζει είναι φυσικά σημαντικός, αλλά το εάν μια κοινωνία θα κινηθεί τελικά προς την βαρβαρότητα ή την ελευθερία προς την αυτό-διεύθυνση της ή προς την ολοκληρωτική υποταγή της παραμένει κάτι το ενδεχομενικό. Η έκβαση αυτής της ενδεχομενικότητας θα «παιχτεί» στην πολιτισμική ανάγνωση, που θα γίνει από τα υποκείμενα, των νέων συνθηκών στις οποίες τους ρίχνει η κρίση. Έτσι, στο βαθμό που η προ-της-κρίσης-κοινωνία δεν έχει κατορθώσει να διαδώσει μια πολιτισμική λογική βρισκόμενη στους αντίποδες της κυρίαρχης φιλελεύθερης πολιτισμικής λογικής ή στο βαθμό που δεν έχει διαβρωθεί η επιρροή της σύγχρονης μαζικής κουλτούρας από έναν στοιχειωδώς κριτικό τρόπο σκέψης, τότε πολλά από τα υποκείμενα θα περάσουν μέσα από το φιλελεύθερο φίλτρο οργάνωσης της πραγματικότητας, το οποίο μέσα στον παροξυσμό και την ένταση της κρίσης θα υποδείξει ως εύλογη προτίμηση μια ναζιστικού τύπου «επιλογή». Εν τέλει, η οργανική, αλλά μη γραμμική και αιτιακή συνάφεια του φιλελευθερισμού προς τον ολοκληρωτισμό, εν τη απουσία εναλλακτικών-κριτικών φίλτρων, εξηγεί την εύκολη μετάβαση από τον πρώτο στον δεύτερο εκ μέρους μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού.

Ωστόσο, όπως ο πρώτος δεν αποτελεί το παραγωγικό αίτιο για τον δεύτερο,[46] έτσι και ο δεύτερος δεν ανάγεται στον πρώτο. Αντίθετα, αυτό που υποστηρίζουμε εδώ είναι ότι ο φιλελευθερισμός παράγει συστηματικά, μέσα από την κανονική του λειτουργία όλα εκείνα τα στοιχεία που ωθούν διαρκώς προς τον ολοκληρωτισμό. Ανοίγει και κρατά ανοιχτά τα περάσματα προς αυτόν. Θέτει τους αναγκαίους όρους, αλλά όχι και τους ικανούς. Οι τελευταίοι θα πρέπει να αναζητηθούν στην απουσία κριτικών ερεθισμάτων βασισμένων σε μια διαφορετική αξιακή κλίμακα και φυσικά στην θεμελιακή ακρισία των ανθρώπων, που αυτή η απουσία παράγει. Ίσως μια τέτοιου τύπου ερμηνεία μπορεί να διαυγάσει τους λόγους που οδηγούν τις κοινωνίες του υπαρκτού φιλελευθερισμού σε μια συνεχή ροπή προς ολοκληρωτικού τύπου μορφές οργάνωσης, αλλά και να προσφέρει μια πρώτη ερμηνεία στο γιατί, ούτε κοντά εβδομήντα χρόνια μετά την αποκάλυψη της φρίκης των στρατοπέδων συγκέντρωσης, οι ίδιες πρακτικές και «αντιλήψεις» βρίσκουν μαζική απήχηση σε πολλές περιοχές της Ευρώπης, από την ίδια την Ιταλία και τη Γερμανία μέχρι το Δίστομο και τα Καλάβρυτα.[47]

Συνεχίζεται