22694

Του Γιώργου Πέρτσα

Πηγή : Δοκιμή

Παρουσιάζουμε σε τρία μέρη ένα εξαιρετικό πόνημα για την κοινωνία που βιώνουμε και τις σχέσεις φιλελευθερισμού, φασισμού και ολοκληρωτισμού.

Ίσως μετά από έναν μεγάλο πόλεμο δούμε να αποκαθίστανται σε ορισμένες περιοχές οι παλαιές οικονομικές συνθήκες για μια σύντομη περίοδο. Αλλά τότε θα ξαναρχίσει η ίδια διαδικασία : ο φασισμός δεν γεννήθηκε τυχαία.

Max Horkheimer

Η νεότερη Δύση, εδώ και αιώνες, διέπεται από δύο κοινωνικές φαντασιακές σημασίες εντελώς αντίθετες μεταξύ τους, έστω και αν αλληλοεπηρεάζονται : το πρόταγμα της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας, τον αγώνα για τη χειραφέτηση του ανθρώπου, χειραφέτηση διανοητική και πνευματική, αλλά και πρακτική, μέσα στην κοινωνική πραγματικότητα· και το παράφρον καπιταλιστικό πρόταγμα της απεριόριστης εξάπλωσης μιας ψευδοορθολογικής ψευδοκυριαρχίας πάνω στη φύση, που έχει πάψει εδώ και καιρό να αφορά μόνο τις παραγωγικές δυνάμεις και την οικονομία και έχει γίνει πρόταγμα συνολικό (και για αυτό ακόμη πιο τερατώδες), απόλυτης κυριαρχίας πάνω στα φυσικά, στα βιολογικά, στα ψυχικά, στα κοινωνικά και στα πολιτιστικά δεδομένα. Ο ολοκληρωτισμός είναι μονάχα το προκεχωρημένο φυλάκιο αυτού του προτάγματος κυριαρχίας –που άλλωστε αντιστρέφεται μέσα στην ίδια του την αντίφαση, αφού ακόμα και η περιορισμένη εργαλειακή ορθολογικότητα του κλασικού καπιταλισμού γίνεται στους κόλπους του ανορθολογικότητα και παραλογισμός, όπως έδειξαν ο σταλινισμός και ο ναζισμός.

Κορνήλιος Καστοριάδης

Ι. Μια νέα οπτική γωνία

Συνηθίζουμε να λέμε ότι η άνοδος του φασισμού/νεοναζισμού/ολοκληρωτισμού[1] τελεί σε μεγάλο βαθμό σε συνάρτηση με το υπάρχον καθεστώς και τις επιδιώξεις της κυρίαρχης τάξης. Συγκεκριμένα, προβάλλεται σταθερά η ερμηνεία εκείνη, σύμφωνα με την οποία, η δράση των φασιστικών ομάδων εξυπηρετεί τις πολιτικές και άλλες επιδιώξεις της άρχουσας τάξης κατά την διεξαγωγή της ταξικής πάλης. Έτσι, η άνοδος του φασιστικού φαινομένου οφείλει να αποδοθεί σε μια συστηματική και εσκεμμένη υποστήριξη των φασιστών με οικονομικά, αστυνομικά και νομικά μέσα. Ο φασισμός αποτελεί το μακρύ χέρι του κράτους και των κεφαλαίου ειδικά σε περίοδο κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος. Τότε, καθώς αναμένονται οξυμένες κοινωνικές αντιδράσεις, ικανές να διακυβεύσουν τον υπάρχοντα κοινωνικό συσχετισμό δύναμης και ότι αυτός συνεπάγεται, τα νόμιμα μέσα καθίστανται ανεπαρκή, οπότε μοιάζει κάτι περισσότερο από αναγκαία η προσφυγή σε νέες, διαφορετικές μεθόδους που θα ανταποκρίνονται στα νέα καθήκοντα.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ανατίμηση των φασιστών παρουσιάζεται ως μια εναλλακτική στρατηγική του συστήματος σε καιρό κρίσης, ικανής να αποπροσανατολίσει τους «από κάτω» από τον πραγματικό τους ταξικό εχθρό και τις αμιγώς οικονομικές-κοινωνικές αιτίες τις κρίσης, καταστέλλοντας ταυτόχρονα τις όποιες κινηματικές και εργατικές κινητοποιήσεις.[2]

Αν και μια τέτοια προσέγγιση σίγουρα δεν είναι αβάσιμη, αφού η στήριξη εκ μέρους του κρατικού μηχανισμού προς τις νεοναζιστικές συμμορίες είναι δεδομένη και σε πολλά επίπεδα ταυτόχρονα (αστυνομικό, δικαστικό, διοικητικό) δεν κατορθώνει να εξηγήσει τον μαζικό χαρακτήρα του νεοναζιστικού φαινομένου κατά την άνοδο του, την διευρυμένη του κοινωνική βάση, αλλά και τον σε πολλές περιπτώσεις κινηματικό του χαρακτήρα.[3] Μια τέτοια προσέγγιση τείνει να λάβει ένα αμιγώς εργαλειακό και επιχειρησιακό τρόπο ερμηνείας του κοινωνικού φαινομένου που αποκαλούμε νεοναζισμός, εξαρτώντας την ύπαρξη και την όποια εξέλιξη του, σχεδόν απόλυτα, από δυνάμεις εξωτερικές προς το ίδιο και ξένες προς τα δρώντα κοινωνικά υποκείμενα. Ταυτόχρονα, η ανωτέρω κυρίαρχη πρόσληψη του νεοναζισμού τείνει να παγιώσει μια στενή, αλλά εν τέλει εξωτερική σχέση της κυρίαρχης τάξης και του νεοναζιστικού μορφώματος. Ο επιχειρησιακός τρόπος διασύνδεσης των δύο μεγεθών τείνει να οδηγήσει στο συμπέρασμα της ύπαρξης δύο διακριτών υποστάσεων, ανάμεσα στις οποίες ενεργοποιείται μια σχέση με πρωτοβουλία της πρώτης, όπου το δεύτερο μέγεθος υπάγεται απόλυτα στη βούληση και τους σχεδιασμούς της πρώτης και η σχέση τους προορίζεται να διαρκέσει όσο το επιθυμεί αυτή.

Στο παρόν σημείωμα θα υποστηρίξουμε την ανάγκη αλλαγής της οπτικής μας γωνίας ως προς τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύουμε την άνοδο του νεοναζιστικού φαινομένου. Αυτή η νέα ερμηνευτική προοπτική επιδιώκει να εκβάλλει σε μια διαφορετική διαύγαση της φύσης του νεοναζισμού, συμπληρωματική και όχι αντιθετική προς την μέχρι τώρα ευρέως υποστηριζόμενη. Συγκεκριμένα, θα προσπαθήσουμε να υποστηρίξουμε την θέση ότι η σχέση του ολοκληρωτισμού με την κυρίαρχη κοινωνική οργάνωση δεν μπορεί να εξαντληθεί σε μια επιχειρησιακού τύπου διασύνδεση, αλλά οφείλουμε να επισημάνουμε και διαρκώς να υπογραμμίζουμε τη βαθιά και οργανικού τύπου συνάφεια του φασισμού/ολοκληρωτισμού με τον φιλελευθερισμό.

Σύμφωνα με αυτήν την προσέγγιση ο φασισμός/ολοκληρωτισμός μακράν του να αποτελεί μια στρατηγική επιλογή του κεφαλαίου σε περιόδους κρίσης, δηλαδή το «δυνατό χαρτί» ή το «μακρύ χέρι» του κράτους και του κεφαλαίου οφείλει να κατανοηθεί ως οργανική εκβλάστηση της ίδιας της φιλελεύθερης κοινωνίας, ως λογική επέκταση τάσεων ήδη υπαρκτών στο εσωτερικό της και μάλιστα στην κανονική-εκτός κρίσης λειτουργίας της. Εν προκειμένω, δηλαδή, θα αποστασιοποιηθούμε από τις «χρηστικές» και «στρατηγικές» αποτυπώσεις της σχέσης φιλελευθερισμού-φασισμού/ολοκληρωτισμού και θα επιδιώξουμε να απεικονίσουμε τον δεύτερο ως το νόθο παιδί του πρώτου· αν και ο φασισμός/ολοκληρωτισμός φέρει εμφανή σημάδια συγγένειας με τον φιλελευθερισμό, ορατά για κάθε φορέα ενός κριτικού τρόπου του σκέπτεσθαι, ο φιλελευθερισμός δεν πρόκειται ποτέ να αναγνωρίσει επίσημα το νόθο του τέκνο. Το γεννά και ταυτόχρονα το αποποιείται, γίνεται η μήτρα του και η αγκαλιά, η οποία δεν θα το δεχτεί ξανά πίσω.

Η ανωτέρω μετατόπιση της ερμηνευτικής μας οπτικής γωνίας προϋποθέτει και συνεπάγεται μια μετατόπιση στην μέθοδο της προσέγγισης μας. Εδώ, η έμφαση δεν θα δοθεί σε αμιγώς οικονομικά ή «υλικά» και «αντικειμενικά» μεγέθη που παράγουν το φασιστικό φαινόμενο, αλλά θα αποπειραθούμε τον επαναπροσδιορισμό της προσέγγισης μας με όρους πολιτισμικούς. Εν προκειμένω, ο όρος «πολιτισμός» οφείλει να γίνει κατανοητός όχι με την τρέχουσα σημασία που του αποδίδουμε, αλλά σύμφωνα με την ανθρωπολογική του εννοιολόγηση.[4] Για τον Franz Boas, πατέρα της πολιτισμικής ανθρωπολογίας, ο πολιτισμός περιγράφεται ως «Kulturbrille», δηλαδή ως «πολιτισμικοί φακοί», που ο καθένας από εμάς φέρει. Αυτοί μας παρέχουν τα μέσα αντίληψης του κόσμου που μας περιβάλλει και μας δίνουν τη δυνατότητα να ερμηνεύουμε το νόημα της κοινωνικής ζωής μας και να εντάσσουμε τη δράση μας στο πλαίσιο αυτό.[5]

Συγκεκριμένα, κατανοείται περισσότερο ως η «πολιτισμική λογική» που εμπεριέχει και σημασιοδοτεί τις κοινωνικές σχέσεις και πρακτικές, παρά ως η εξωτερική προς αυτές τις «αντικειμενικές» σχέσεις άρθρωση τους. Κατά έναν, εκ πρώτης όψεως παράδοξο τρόπο, είναι η πολιτισμική λογική που παράγει τον πρακτικό λόγο και όχι το αντίστροφο.[6] Αυτή η πολιτισμική λογική, μακράν του να αποτελεί μια τεχνητή επινόηση ή μια αυθαίρετη σύλληψη μπορεί να ανευρεθεί πρακτικοποιημένη και τεχνικοποίημένη στις απτές και υλικές κατασκευές, στις πράξεις, στις διαδικασίες, στο θεσμικό εξοπλισμό μιας κοινωνίας.

Συνεπώς, αυτό που μας αφορά εδώ είναι να προσπαθήσουμε να δείξουμε τους οργανικούς δεσμούς της πολιτισμικής λογικής της φιλελεύθερης συνθήκης με εκείνη την πολιτισμική λογική που θα μπορούσαμε να προσδιορίσουμε ως φασιστική/ολοκληρωτική. Εστιάζοντας στην σύγχρονη ελληνική περίπτωση, μια τέτοια προοπτική ίσως να μπορεί να ερμηνεύσει, πιο ικανοποιητικά, γιατί το νεοναζιστικό φαινόμενο παρουσιάζει μια ιδιαίτερα απότομη άνοδο, ενώ δεξιώνεται από ολοένα και αυξανόμενα τμήματα του πληθυσμού.[7]

Εφόσον, οι πολιτικές επιλογές και οι πολιτικές πράξεις δεν τελούνται σε πολιτισμικό κενό, τότε είναι ήδη πολιτισμικά προσδιορισμένες και εν τέλει αξιακά φορτισμένες. Αν κάτι τέτοιο ισχύει, τότε το σχετικά εύκολο και γρήγορο πέρασμα ενός σημαντικού αριθμού ανθρώπων σε ανοιχτά ναζιστικές προτιμήσεις και «λύσεις», ίσως θα πρέπει να αναζητηθεί στην επιρροή της κυρίαρχης πολιτισμικής λογικής η οποία και έθεσε τους ευρύτερους αναγκαίους όρους ώστε ο νεοναζισμός να μπορεί να παρουσιάζεται στις αρχές του 21ου αιώνα, και μόλις σχεδόν εβδομήντα χρόνια μετά την στρατιωτική του ήττα, ως κάτι το διανοητό και το ενεργά υποστηρίξιμο. Αν κάτι διατηρεί το σπέρμα του φασισμού/ολοκληρωτισμού ενεργό, αλλά σε λανθάνουσα κατάσταση εντός των φιλελευθέρων καθεστώτων, αυτό υποστηρίζουμε ότι οφείλει να αναζητηθεί στις κυρίαρχες κοινωνικές σημασίες που σφραγίζουν την φιλελεύθερη ιδιοσυστασία τους και οργανώνουν την καθημερινή «κανονική» τους λειτουργία. Εν τέλει, αν υπάρχει ένας καλός αγωγός για την εν υπνώσει διάσωση του φασιστικού/ολοκληρωτικού πνεύματος αυτός οφείλει να αναζητηθεί στο φιλελεύθερο πνεύμα και στις συνακόλουθες πρακτικές, υλικές και διαδικαστικές ενσαρκώσεις του.

ΙΙ. Η φιλελεύθερη πολιτισμική συνθήκη

Αν και έχει χυθεί και συνεχίζει να χύνεται πολύ μελάνι ως προς το σε τι συνίσταται η ιδιαίτερη φυσιογνωμία του φιλελευθερισμού ή για το ποια μπορεί να είναι η σχέση μεταξύ οικονομικού και πολιτικού φιλελευθερισμού ή για το κατά πόσο ο φιλελευθερισμός μπορεί συνολικά να αναχθεί στον καπιταλισμό εμείς δεν θα εμπλακούμε καθόλου σε αυτήν την συζήτηση, προσδιορίζοντας εν τέλει τον φιλελευθερισμό με πιο εμπειρικό τρόπο. Αν και όλες οι διχογνωμίες που μπορεί να προκύψουν ή οι ενστάσεις που μπορούν να τεθούν ίσως να μην είναι αβάσιμες, αυτές αφορούν περισσότερο μια συζήτηση για μια υποτιθέμενη «ουσία» του φιλελευθερισμού, η οποία συνέχεια αναζητάται και συνέχεια διαφεύγει. Ωστόσο, αν έχει νόημα για εμάς η αναφορά στον φιλελευθερισμό, τότε αυτός δεν πρέπει να αναζητηθεί σε παλιά ή νέα κείμενα, αλλά στην ίδια την εμπειρία των φαινομένων εντός των οποίων ζούμε.[8] Έτσι, αν σε κάθε κριτική μας του φιλελεύθερου πνεύματος οι «γνήσιοι φιλελεύθεροι» εκπλήσσονται και καταγγέλλουν το αντικείμενο της κριτικής μας ως παρέκκλιση από την πραγματική φύση του θαυμαστού τους συστήματος, οφείλουμε να τους υπενθυμίσουμε ότι «οι διανοούμενοι της προηγούμενης περιόδου[…] κατήγγελλαν κάθε νέο έγκλημα του «υπαρκτού σοσιαλισμού» σαν μια αδικαιολόγητη προδοσία της ωραίας λενινιστικής-τροτσκιστικής ουτοπίας».[9] Κατ’ αυτόν τον τρόπο, για μας, ο φιλελευθερισμός είναι ο «υπαρκτός φιλελευθερισμός».

Όμως, από ποια «υλικά» συντίθεται η φιλελεύθερη πολιτισμική λογική; Ποιες πρακτικοποιημένες κοινωνικές σημασίες την σφραγίζουν και γιατί θεωρούμε ότι αυτές είναι ευεπίφορες στη διαρκή αναγέννηση του φασισμού/ολοκληρωτισμού; Θα υποστηρίξουμε ότι δύο εκ των ων ουκ άνευ γνωρίσματα του υπαρκτού φιλελευθερισμού αποτελούν ο πανταχού παρών ανταγωνισμός και η διαρκής τάση προς την εμπορευματοποίηση των πάντων. Ωστόσο, αν αυτά τα δύο μεγέθη σφραγίζουν τις κοινωνικές διαδικασίες της καθημερινότητας και φυσικά τον τρόπο με τον οποίο δομούνται οι κοινωνικοί θεσμοί, ο τρόπος με τον οποίο επενεργούν πάνω στο ανθρώπινο υποκείμενο, εντάσσοντας το στην φιλελεύθερη πολιτισμική λογική, συνιστά αποτέλεσμα της επίδρασης της μαζικής κουλτούρας. Κοντολογίς, οι δύο θεμελιακές τάσεις της φιλελεύθερης κοινωνίας επιδρούν διαμορφωτικά επί του καθημερινού πολιτισμικού βιώματος του ανθρώπου με τη μορφή της μαζικής κουλτούρας, ως το εν δυνάμει μοναδικό φίλτρο ερμηνείας του κόσμου, αλλά ταυτόχρονα και το καθημερινό βίωμα επιδρά ξανά επί των ανωτέρω τάσεων ενισχύοντας τες.

α) Ανταγωνισμός

Αν υπάρχει μια κατηγορική προσταγή, η οποία να διαπερνά την φιλελεύθερη κοινωνία αυτή είναι εκείνη του ανταγωνισμού όλων με όλους. Από τις μικρότερες οικονομικές μονάδες έως τους μεγαλύτερους συνασπισμούς ισχύος στον παγκόσμιο χώρο ο ανταγωνισμός ορίζει τον τρόπο ύπαρξης των υποκειμένων στο εσωτερικό της φιλελεύθερης κοινωνίας. Φυσικά, η επιταγή για ανταγωνισμό δεν υπήρξε εξίσου έντονη σε όλες τις μορφές που έλαβε η καπιταλιστική κοινωνία, αλλά δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί την κινητήρια δύναμη της οικονομίας της αγοράς και συνακόλουθα τον καταλύτη για την διαμόρφωση των υποκειμένων εντός αυτής. Ας αναλογιστούμε, για παράδειγμα, την σημερινή συνθήκη του παγκόσμιου καπιταλισμού και τη κεντρική θέση που καταλαμβάνει το πρόταγμα του ανταγωνισμού όλων με όλους υπό τη μορφή της προσταγής για «ανταγωνιστικότητα παντού». Πραγματικά, ειδικά εάν λάβουμε υπόψη μας τη νέο-φιλελεύθερη εκδοχή της, η σημερινή κοινωνία το μόνο πράγμα που δεν απαγορεύει στα μέλη της είναι να ανταγωνίζονται μεταξύ τους.

Ωστόσο, το μοτίβο που προϋποθέτει και συνεπάγεται η καθολικοποίηση του ανταγωνισμού είναι αυτό του ιεραρχικού διαχωρισμού και της συνακόλουθης αξιακής υποτίμησης όσων δεν καταφέρουν να αντεπεξέλθουν στα σκληρά, αλλά «υψηλά» πρότυπα του ανταγωνιστικού παιχνιδιού. Η ανταγωνιστική κούρσα της καθημερινής ζωής έχει νικητές και ηττημένους και αυτό είναι ένα μάθημα που καλείται να εμπεδώσει κανείς από πολύ νωρίς. Καθώς όμως το ανταγωνιστικό παιχνίδι θέτει ως όρο του τον διαχωρισμό αυτό, συστηματικά ανατιμά τους νικητές και απαξιώνει τους ηττημένους. Η τάση αυτή στην πραγματικότητα οδηγεί σε μια συνθήκη κοινωνικού δαρβινισμού όπου για την επιτυχία, την προαγωγή και την ευημερία των μεν καταστατικά προϋποτίθεται η αποτυχία, η περιθωριοποίηση και η υποταγή των δε. Η συστηματική ηθική απαξίωση που συνοδεύει τους ανταγωνιστικούς διαχωρισμούς γρήγορα οδηγεί στην διαίρεση του πληθυσμού στους περιττούς και στους άξιους, στους παραγωγικούς και στα παράσιτα, στους άριστους και στους αποτυχημένους, σε αυτούς που βούλιαξαν και σε αυτούς που σώθηκαν. Συνεπώς, είναι η ίδια η ανταγωνιστική φύση της κοινωνίας του υπαρκτού φιλελευθερισμού, η οποία για να εξασφαλίσει την αυτοδιαιώνιση της οδηγείται στον αξιακά φορτισμένο διαχωρισμό και την συνεχή υποτίμηση των εκάστοτε μεν παράλληλα με την ανατίμηση των εκάστοτε δε.

Εύκολα μπορούμε να σκεφτούμε την ανωτέρω ανταγωνιστική, ιεραρχική και διαχωριστική πρακτική κατά την εφαρμογή της ως πολιτικού εργαλείου διοίκησης του πληθυσμού και των ατόμων. Η περίφημη πρακτική του «διαίρει και βασίλευε» αποτελεί μόνιμη τεχνική διακυβέρνησης, εκφράζοντας στο πολιτικό πεδίο την κλασική ανταγωνιστική αρχή «ανοίξτε το δρόμο για τον ικανό».[10] Συγκεκριμένα, η ελληνική κοινωνία κάθε άλλο παρά απρόσβλητη είναι από την ανωτέρω ανταγωνιστική και κοινωνικά δαρβινική προσταγή. Πέρα από την απόλυτη εφαρμογή της στο οικονομικό και εργασιακό πεδίο, όπου το δικό μου κέρδος γίνεται εξ ορισμού η απώλεια του άλλου ή όπου η δική μου εργασιακή πρόσληψη προϋποθέτει την απώλεια εργασίας για τον άλλο,[11] η εφαρμογή της στο πολιτικό-διοικητικό πεδίο συνιστά κοινό τόπο κατά της διαχείριση της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Πρόσφατα παραδείγματα της αποτελούν η συστηματική άνωθεν οργανωμένη σύγκρουση μεταξύ των επαγγελματικών ομάδων ή ο στρατηγικός διαχωρισμός των δημοσίων υπαλλήλων σε άξιους-παραγωγικούς και τεμπέληδες-μη παραγωγικούς που παρασιτούν σε βάρος των ελλήνων φορολογουμένων.

Ταυτόχρονα, η συστηματική πρόταξη της «αριστείας» ως αξιακού κολοφώνα της ανταγωνιστικής κούρσας σε όλα τα επίπεδα του καθημερινού βίου,[12] αλλά και η εμμονική αναζήτηση του ηγέτη, όπως αυτή κωδικοποιείται στην αξία της «ηγεσίας»,[13] συνιστούν μια τυπικά φιλελεύθερη ανταπόκριση στην πληθώρα των κοινωνικών προβλημάτων, αλλά και στην διαφαινόμενη αξιακή παρακμή των κοινωνιών του ύστερου καπιταλισμού. Στα παραπάνω μπορούμε να προσθέσουμε και την πρόταξη στην πίστη του ελληνικού έθνους από κάθε φιλελεύθερο πνεύμα, ανεξάρτητα από τον λιγότερο ή περισσότερο μετριασμένο χαρακτήρα που αυτή λαμβάνει, εκβάλλοντας είτε σε μια χομπσιανή ανθρωπολογία ατέρμονων εθνικών συγκρούσεων είτε στη συνάρθρωση όλων των εθνών σε μορφώματα όπως ο Ο.Η.Ε. ή παλαιότερα η Κοινωνία των Εθνών. Πέρα από την ανταγωνιστική ιδιοσυστασία κάθε εθνικής ταυτότητας, εξαιτίας της θεμελίωσης της πάνω σε μία αλληλεγγύη από ομοιότητα και όχι από διαφορά, η έξαρση του εθνικού συναισθήματος με όλους του αποκλεισμούς και τις ιεραρχικές διακρίσεις που επιφέρει αποτελεί πάγιο καταφύγιο των φιλελεύθερων ελίτ για την ομαλότερη διακυβέρνηση του πληθυσμού. Ας σκεφτούμε εντελώς ενδεικτικά την εθνική έξαρση του euro και των ολυμπιακών αγώνων ή την πρόταξη της εθνικής προσπάθειας για την έξοδο από την κρίση.

Η παραπάνω σκιαγράφηση της φιλελεύθερης κοινωνίας ως μιας κοινωνίας η οποία θεσμίζεται ως μία ανταγωνιστική, ιεραρχική και γεμάτη αποκλεισμούς συνθήκη μπορεί να δώσει το περίγραμμα ενός αξιακά και πολιτισμικά διαμορφωμένου βιώματος του καθημερινού ανθρώπου που ίσως να μην απέχει έτη φωτός από την αντίστοιχη αξιακή και πολιτισμική συνθήκη που προτάσσει ο ανερχόμενος νεοναζισμός. Η μετάφραση του ανταγωνιστικού παιχνιδιού με εθνικούς ή/και φυλετικούς όρους, η όξυνση της πίστης στο έθνος σε συγκροτημένη εθνικιστική ιδεολογική ταυτότητα, η συστηματοποίηση των αποκλεισμών και εν τέλει η εξάρτηση του αφανισμού των ηττημένων ως προϋπόθεση για την επιβίωση των σημερινών άριστων, η μετατροπή της πίστης στον ηγέτη σε οπαδική λατρεία του εκάστοτε Fuhrer, ίσως να σκιαγραφούν κάποια ομαλά περάσματα από το βίωμα εντός της φιλελεύθερης κοινωνίας στο αξιακό σύμπαν της ναζιστικής/ ολοκληρωτικής πολιτισμικής λογικής.

Ο Max Horkheimer επισήμαινε ότι στις φασιστικές κοινωνίες «η ατομιστική αρχή, σύμφωνα με την οποία η ευτυχία του ενός ατόμου συνυφαίνεται αναγκαστικά με τη δυστυχία του άλλου, έχει εντατικοποιηθεί στο έπακρο[…]».[14] Ενώ για να υπογραμμίσει το ρόλο των φιλελεύθερων ανταγωνιστικών κοινωνιών στην άνοδο του φασισμού εξηγούσε ότι «(ο φασισμός) είναι η πολιτική μορφή του καιρού μας. Ακόμα κι εκεί όπου ο φασισμός δεν βρίσκεται στην εξουσία στην Ευρώπη, ισχυρές κοινωνικές τάσεις αναπτύσσονται που ζητούν να προετοιμάσουν τον διοικητικό, νομικό και πολιτικό μηχανισμό για τον επερχόμενο φασισμό. Για λόγους ανταγωνισμού και μόνο, το καθαρά φιλελεύθερο κίνητρο, οι καπιταλιστές και οι υποστηρικτές τους οδηγούνται σε αυτόν».[15]

Ωστόσο, εάν περιοριστούμε μόνο στην ανωτέρω διαπίστωση των συγγενικών σχέσεων μεταξύ φιλελευθερισμού και ολοκληρωτισμού θα έχουμε παραλείψει να αναφερθούμε σε κομβικές διαδικασίες εντός των φιλελεύθερων κοινωνιών, που ίσως μας βοηθήσουν στην περαιτέρω διαύγαση του ερωτήματος περί της μαζικής υποστήριξης των νεοναζιστικών αντιλήψεων, ειδικά στις μετά το 1945 ευρωπαϊκές κοινωνίες.

β) Αγοραιοποίηση/εμπορευματοποίηση/εργαλειοποίηση

Μια από αυτές τις διαδικασίες, η οποία συνιστά μια ακόμη εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση του υπαρκτού φιλελευθερισμού αποτελεί η κίνηση προς την αγοραιοποίηση και την εμπορευματοποίηση των πάντων. Πράγματι, όπως γνωρίζουμε, η φαυλοκυκλική κίνηση της συσσώρευσης του κεφαλαίου κινείται επεκτατικά, εντάσσοντας καινούργια πεδία και δραστηριότητες στο εσωτερικό της, επιβάλλοντας τους τη δική της οικονομική και αγοραία «λογική». Αυτή η διαδικασία ανοίγματος νέων αγορών ή της μετατροπής σε εμπόρευμα κάθε διαδικασίας ή οντότητας που μπορεί να μετατραπεί εμπόρευμα, εν προκειμένω, οφείλει να κατανοηθεί όχι με βάση τους αποκλεισμούς και τις αβυσσαλέες ανισότητες που γεννά με τρόπο εντελώς φυσικό, αλλά ως προς τις συνέπειες της επί του ανθρώπινου υποκειμένου.

Η έμφαση, δηλαδή, θα πρέπει να δοθεί στους μετασχηματισμούς που υφίσταται η εμπορευματοποιημένη ανθρώπινη συνείδηση και η από μέρους της πρόσληψη του κόσμου. Οι μετασχηματισμοί αυτοί καθίστανται κατανοητοί αν εστιάσουμε στο ίδιο το περιεχόμενο της μετατροπής κάποιου προσώπου ή πράγματος σε εμπόρευμα. Για να μπορέσει κάποιος ή κάτι να υποβιβαστεί στο καθεστώς του εμπορεύματος, θα πρέπει να καταστεί δυνατή η έκφραση της αξίας του μέσω ενός τρίτου όρου, εξωτερικού προς αυτόν, δηλαδή ενός γενικού ισοδυνάμού, δηλαδή του χρήματος. Όμως κάτι τέτοιο προϋποθέτει και συνεπάγεται τον εσωτερικό μετασχηματισμό του ίδιου του προσώπου ή του πράγματος προς την κατεύθυνση της απώλειας της ιδιοσυστασίας και της μοναδικότητας του.[16] Για να μπορέσει κάποιος ή κάτι να μπει στην αγορά θα πρέπει να μετασχηματιστεί σε εμπόρευμα, δηλαδή να απωλέσει την μη αναγώγιμη ποιότητα του, αφού τώρα καλείται να ανταλλάξει και να ανταλλαχθεί μέσω του τρίτου κοινού όρου, δηλαδή του χρήματος.[17]

Όμως έτσι, τα εμπορευματοποιημένα πρόσωπα και πράγματα καθίστανται απείρως εναλλάξιμα μεταξύ τους, καθώς εκφράζονται μονάχα με όρους χρηματικών μονάδων. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι ένας πίνακας του Ρέμπραντ ως εμπόρευμα μπορεί να εξισωθεί με την αντίστοιχη χρηματική αξία μιας μεγάλης ποσότητας από πατάτες. Η ποιοτική διαφορά μεταξύ των δύο εμπορευματοποιημένων αντικειμένων έχει αναιρεθεί και τώρα μπορούν να ανταλλαχθούν ως εξισώσιμα αντικείμενα συναλλαγής. Ας φανταστούμε τι μπορεί να σημαίνει μια τέτοια συνέπεια για τις απίστευτα εμπορευματοποιημένες κοινωνίες του ύστερου καπιταλισμού. Σε αυτές τις κοινωνίες, ως εμπορεύματα δεν λογίζονται μόνο τα ανθρώπινα τεχνουργήματα, αλλά η ίδια η ανθρώπινη υπόσταση σε όλες της τις δυνατές εκφάνσεις, καθώς και το μεγαλύτερο μέρος των καθημερινών δραστηριοτήτων, των βιωμάτων, των ήχων και των εικόνων που περιβάλλουν το άτομο.

Εφόσον το υποκείμενο καλείται να ζήσει σε έναν κόσμο στον οποίο όλα τα πράγματα και όλα τα πρόσωπα-του ιδίου συμπεραλαμβανομένου- καθίστανται μεταξύ τους εναλλάξιμα ως εμπορεύματα, τότε όλοι και όλα χάνουν το βάθος και την ουσιαστική τους κοινωνική σημασία, την οποία αντλούν από την μοναδικότητα τους και εγκλωβίζονται σε μια γυαλιστερή μεν, εξαιρετικά κενή νοήματος δε, επιφάνεια. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, δεν θα ήταν παράλογο να υποθέσουμε ότι όσα απαρτίζουν τον κόσμο αρχίζουν να χάνουν την εγγενή τους αξία, καθώς αυτή ισοπεδώνεται από την μετατροπή τους σε εμπορεύματα, που το υποκείμενο τα προσλαμβάνει με έναν «ελαφρύ» και ρηχό τρόπο, εξίσου ρηχό με την εμπορευματική επιφάνεια στην οποία κάθε τι ανάγεται. Από την στιγμή όμως που πρόσωπα και πράγματα, πληροφορίες, εικόνες, ήχοι, συμβάντα και βιώματα προσλαμβάνονται διαμέσου του εμπορευματικού τους φίλτρου, αυτά καταλήγουν, ως αλληλομεταθέσιμα, να γίνονται αντιληπτά ως ένα αδιαφοροποίητο σύνολο με την ελάχιστη δυνατή επίδραση επί της ανθρώπινης συνείδησης.

Ας σκεφτούμε εδώ την εμπειρία ενός τυπικού δελτίου ειδήσεων. Εδώ η είδηση-εμπόρευμα μπορεί να διαδέχεται η μία την άλλη δημιουργώντας μια δίνη ομογενοποιημένων πληροφοριών που σαστίζει, απονευρώνει και εν τέλει αδρανοποιεί το υποκείμενο. Ο εμπορευματικός χαρακτήρας των παρουσιαζόμενων πληροφοριών καθιστά δυνατή την διαδοχική θέαση της είδησης του δολοφονικού πυρπολισμού μιας αφροαμερικανίδας στον αμερικάνικο νότο από την κου-κλουξ-κλαν με την νέα οπερέτα που ανεβαίνει στην σκηνή του μεγάρου μουσικής. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και σε αγαπημένες σατυρικές εκπομπές τύπου «Λάκης Λαζόπουλος», όπου από το πιο γελοίο και σαχλό βιντεάκι του you tube περνάμε αμέσως στην είδηση ενός θανατηφόρου εργατικού ατυχήματος για να περάσουμε ξανά σε ένα shocking ανέκδοτο από τον ταλαντούχο μας παρουσιαστή. Οι πληροφορίες-εμπορεύματα στην εκάστοτε εκπομπή-εμπόρευμα του εκάστοτε σταθμού-εμπορική επιχείρηση μετασχηματίζουν εσωτερικά το –κατά τα άλλα δίχως λογοκρισία παρουσιαζόμενο- θέαμα με αποτέλεσμα το υποκείμενο θεατής-καταναλωτής να αδυνατεί να κατανοήσει και να μετατρέψει σε κομμάτι της συνείδησης του τον σοβαρό, επείγοντα ή επικίνδυνο χαρακτήρα του εκπεμπόμενου μηνύματος.

Ας συγκεκριμενοποιήσουμε τώρα τα παραδείγματα μας, εστιάζοντας στην περίπτωση του ανερχόμενου ναζιστικού φαινομένου. Η αναπαράσταση των νεοναζί σε οποιαδήποτε μορφή δράσης (ναζιστικός χαιρετισμός, τηλεοπτικά μεταδιδόμενο γρονθοκόπημα σε γυναίκα, τσαμπουκάδες σε πανηγύρια κλπ.) καθώς εντάσσεται μέσα στη δίνη των πληροφοριών-εμπορευμάτων δεν μπορεί να οδηγήσει στην «αφύπνιση» και την ορθή πολιτική συνειδητοποίηση του κινδύνου που εκπροσωπούν καθώς τώρα πια αποτελούν μια εξισώσιμη και εναλλάξιμη φιγούρα στο ηλεκτρονικό-και φυσικά πλήρως εμπορευματοποιημένο-θέατρο σκιών της καθημερινότητας. Συνεπώς, εφόσον η μετατροπή των πάντων σε εμπορεύματα επιδρά άμεσα στον τρόπο πρόσληψης των φαινομένων και εν τέλει στην ίδια την κατανόηση του νεοναζισμού από τον πληθυσμό, τότε η ίδια η τάση του υπαρκτού φιλελευθερισμού προς την εμπορευματοποίηση των πάντων αναιρεί την ικανότητα ουσιαστικής συνειδητοποίησης βασικών πολιτικών μεγεθών από τα υποκείμενα και έτσι καθιστά ολοένα και πιο εύκολη την κίνηση τμημάτων του πληθυσμού προς τον ναζισμό ως μια ακόμη επιλογή ή ως μια νέα εξωτική τάση προς κατανάλωση, συρρικνώνοντας την δυνατότητα αντίστασης σε αυτή την δολοφονική του έλξη. Φυσικά, αυτή η κίνηση δεν αφορά μονάχα την άνοδο του νεοναζισμού, αλλά το σύνολο των μεγεθών που συνθέτουν την σύγχρονη ζωή. Μάλιστα, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η αδυναμία ουσιαστικής συνειδητοποίησης του κινδύνου και της αποτροπιαστικής παρουσίας του νεοναζισμού εκ μέρους τμημάτων του πληθυσμού προϋποθέτει μια ήδη εμπορευματοποιημένη συνείδηση, η οποία κινείται και αντιλαμβάνεται ότι την περιβάλλει με τον ίδιο ρηχό και ουσιαστικά ασυνείδητο τρόπο.

Μια δεύτερη συνέπεια της εγγενούς τάσης του υπαρκτού φιλελευθερισμού προς την αγοραιοποίηση και την εμπορευματοποίηση των πάντων συνιστά η τάση επέκτασης της σφαίρας της οικονομίας σε κάθε πεδίο της ανθρώπινης δραστηριότητας. Έτσι, ειδικά στη νεοφιλελεύθερη εκδοχή της καπιταλιστικής οργάνωσης, η οικονομία τείνει να αποικίσει κάθε διάσταση, χώρο και δραστηριότητα που μέχρι πρότινος ενδεχομένως έμενε εκτός του πεδίου της.[18] Ως παράδειγμα μπορούμε να σκεφτούμε εδώ τα νοσοκομεία ή τα σχολεία που σύντομα θα κληθούν να διαχειριστούν την οικονομική τους βιωσιμότητα ως επιχειρηματικού τύπου «οργανισμοί», μακριά από την εγγύηση της οικονομικής τους λειτουργίας από το κεντρικό κράτος.

Συνεχίζεται