Nietzsche1882

Του Χρήστου Νάτση

«Η εξέγερση των δούλων στην ηθική αρχίζει όταν η ressentiment [μνησικακία] γίνεται η ίδια δημιουργική και γεννά αξίες: η μνησικακία τέτοιων όντων, στα οποία απαγορεύεται η αληθινή αντίδραση, δηλαδή η αντίδραση της πράξης, και τα οποία βρίσκουν ανταμοιβή μόνο σε μια φανταστική εκδίκηση. Ενώ κάθε ευγενής ηθική αναπτύσσεται από μια θριαμβευτική κατάφαση στον ίδιο της τον εαυτό, η ηθική των δούλων λέει από την αρχή Όχι σε καθετί που είναι “έξω” απ” αυτήν, σε καθετί που είναι “διαφορετικό” απ” αυτήν, σε καθετί που “δεν είναι ο εαυτός της”: και αυτό το Όχι είναι η δημιουργική της πράξη. Αυτή η αντιστροφή του αξιοδοτούντος βλέμματος —αυτή η αναγκαία κατεύθυνση της ματιάς προς τα έξω αντί προς τον εαυτό— αποτελεί την ουσία της μνησικακίας: η ηθική των δούλων χρειάζεται, για να γεννηθεί, πάντα και πριν απ” όλα έναν κόσμο εχθρικό και εξωτερικό».

Το παράθεμα προέρχεται, φυσικά, από την Γενεαλογία της ηθικής του Φρειδερίκου Νίτσε.[1] H έννοια της μνησικακίας ως προϊόν μιας αρνητικής ηθικής δούλων, ανθρώπων δηλαδή ετεροκαθοριζόμενων, συνιστά μια από τις διασημότερες στην ιστορία των ιδεών.

Συχνά, βέβαια, εκτρεπόμενη σε ένα πλαίσιο κοινωνικού δαρβινισμού, η κατηγορία της μνησικακίας θα χρησιμοποιηθεί ως όπλο εναντίον οποιασδήποτε κοινωνικής διεκδίκησης. Σe αυτό το πλαίσιο, ξεκάθαρα τελεολογικό και αντι-νιτσεϊκό, η κοινωνία θεωρείται ως ένας μηχανισμός όπου κάθε τι καινούριο είναι φύσει καλύτερο από οτιδήποτε υπάρχον και κάθε προσπάθεια ανάσχεσης των συνεπειών θεωρείται φύσει αντιδραστική.

Ας δούμε ένα χαρακτηριστικό και πρόσφατο παράδειγμα. Στην γνωστή στήλη του Βήματος «Το επταήμερο του Διόδωρου», μετά από μια γνώριμη ανάλυση των τελευταίων ημερών, όπου η αισιοδοξία για την έξοδο στις αγορές συνδέεται με την απεύθυνση του αιτήματος συμμόρφωσης του λαού, ώστε να μη διαταραχθεί αυτή η αισιοδοξία, θα διαβάσουμε σε σχέση με τις πορείες διαμαρτυρίας των συνταξιούχων:

«Δεν ντρέπονται τα άσπρα μαλλιά τους, μισούν τον κόσμο – επειδή αυτοί θα φύγουν σε λίγο και θα τον αφήσουν πίσω. Κάνουν ό,τι μπορούν για να τον καταστρέψουν, για να τον βρουν οι νεότεροι, που τους ζηλεύουν, όσο χειρότερο γίνεται. Και αυτό το μίσος για τον κόσμο που δεν μπορούν να πάρουν μαζί τους το βαφτίζουν “επαναστατικότητα”».

Εδώ οι συνταξιούχοι κατηγορούνται για μνησικακία απέναντι στις επερχόμενες γενιές. Στην πραγματικότητα, όμως, η μνησικακία βρίσκεται στην πλευρά της εγκαλούσας αρθρογραφίας. Ερχόμενη μετά από μια περίοδο όπου παρόλες τις δυσλειτουργίες και τις διαστροφές, θεμελιώθηκαν ωστόσο για πρώτη φορά στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό τα κοινωνικά δικαιώματα, η αρθρογραφία αυτή του ακραίου Κέντρου αδυνατεί να συγκροτήσει μια πρόταση δημιουργίας.

Ετεροκαθοριζόμενη από την απέχθειά της για τα κοινωνικά κεκτημένα και με την αφηρημένη επίκληση μιας εξίσου αφηρημένης ευρωπαϊκής -υποτίθεται- κανονικότητας, θα εκτρέψει την αμηχανίας της ως μίσος προς κάθε κοινωνική ομάδα που διεκδικεί το αυτονόητο σε μια νεωτερική κοινωνία: την συνέχεια του κράτους και την διατήρηση των κατακτήσεων του κράτους δικαίου.


[1] Φρ. Νίτσε, Η γενεαλογία της ηθικής, μτφρ. Ζ. Σαρίκας, Νησίδες, Σκόπελος χ.χ., σ. 46-7.

Πηγή : unfollow