inde1`x

Του Σπύρου Μαρκέτου

οικονομική και πολιτική κρίση, οι αντιλήψεις του Βενιζέλου

Ο Βενιζέλος, μολονότι ποτέ δεν αμφισβήτησε εκ βάθρων τη φιλελεύθερη οικονομική θεωρία, ανήκε στην πτέρυγα των Φιλελευθέρων που υποστήριζε τη δραστήρια κρατική παρέμβαση στην οικονομία, με αποτέλεσμα να θεωρείται από αρκετούς αστούς επικίνδυνος για το κοινωνικό καθεστώς. Οι αντιλήψεις του στις αρχές τη τρίτης του πρωθυπουργίας συνοψίστηκαν σε μια ομιλία του προς τα μέλη της Φιλελεύθερης Νεολαίας – ένα κείμενο χαρακτηριστικό εκείνων των αισιόδοξων ημερών, προτού ξεσπάσουν η παγκόσμια οικονομική κρίση, η επίθεση της άκρας δεξιάς και η αναζωπύρωση των ευρωπαϊκών ανταγωνισμών. Βασική αντίληψη του, που τον διαφοροποιούσε ριζικά από το φασισμό, ήταν η κατηγορηματική απόρριψη του αλυτρωτισμού και του επεκτατισμού, καθώς και της πραγμάτωσης των εθνικών στόχων με πολέμους. Όπως το έθετε ο ίδιος, «Μια περίοδος της ελληνικής ιστορίας ετερματίσθη με τον παγκόσμιον πόλεμον. Μια νέα περίοδος αρχίζει μετ’ αυτόν». Η Ελλάδα έπρεπε ν’ αρκεστεί στα τότε της σύνορα και να συμβιβαστεί με την ιδέα ότι δεν θα πετύχαινε ποτέ την «ολοκληρωτική εθνική αποκατάσταση». Αλληλένδετη μ’ αυτή την αντίληψη ήταν η απόρριψη του πολέμου: «Η ανθρωπότης έφθασε εις ένα σημείον όπου είνε υποχρεωμένη να κατάργηση τους πολέμους, εάν δεν θέλη μέσα εις τους πολέμους να συντριβή και να ναυαγήση εντελώς ο νεώτερος πολιτισμός».4 Οι νέοι εθνικοί στόχοι δεν μπορούσαν παρά να είναι ο εκσυγχρονισμός του κράτους και η κοινωνική μεταρρύθμιση: «Όλη σας η προσοχή και η δραστηριότης μέλλει να στροφή μόνον εις την οργάνωσιν του νέου ελληνικού κράτους εις κράτος συγχρονισμένον και εις την βελτίωσιν, την καθημερινήν βελτίωσιν, του ισχύοντος κοινωνικού καθεστώτος». Απαραίτητη προϋπόθεση για να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι παρέμενε η πολιτική δημοκρατία, η οποία, έλεγε ο Βενιζέλος, κινδύνευε από την αριστερά:

Έχετε βαθειά θεμελιωμένην την πεποίθησιν, ότι μόνον διά της κανονικής λειτουργίας τον δημοκρατικού ημών πολιτεύματος δύνασθε να πραγματοποιήσητε τας ευγενείς ορμάς της ψυχής σας. Μη λησμονήτε, ότι βίαιοι ανατροπαί ημπορούν να λύσουν, αν και όχι πάντοτε ασφαλώς, πολιτικά προβλήματα και ιδίως ζητήματα μορφής τον πολιτεύματος. Βίαιαι, όμως, ανατροπαί δεν δύνανται να φέρουν οριστικάς κοινωνικάς μεταρρυθμίσεις, ή, αν τας φέρουν, συνοδεύονται από τοιαύτας καταστροφάς, ώστε το αποτέλεσμα κάθε άλλο παρά να ήξιζε τας θυσίας. Προ πάντων, μη παρασύρεσθε από την ψυχικήν ασθένειαν, ήτις υπήρξεν απότοκος του μεγάλου πολέμου, ότι όλοι αι παλαιοί αξίαι είναι απορριπτέοι.

Σε σχέση με τη λειτουργία της δημοκρατίας, την ίδια εποχή ο Βενιζέλος διευκρίνιζε ότι θεωρούσε χρήσιμη την τακτική εναλλαγή των κυβερνήσεων, «η οποία επιτρέπει εις το κυβέρνησαν κόμμα να αναλάβη νέας δυνάμεις και εις τα εκτός της αρχής κόμματα να αναλάβουν την εξουσίαν, διά να αντιμετωπίσουν και εκείνα τας ανάγκας της πραγματικότητος». Οι βάσεις της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας δεν θα ήταν άλλες από τις κεντρικές αξίες του αστικού καθεστώτος -πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια και ιδιοκτησία- αλλά κατάλληλα διασκευασμένες. Εδώ ο Βενιζέλος απάγγελλε ένα φιλελεύθερο ευχολόγιο αρκετά απομακρυσμένο από τις τρέχουσες πρακτικές και αξίες της ελληνικής κοινωνίας:

Η ιδέα της πατρίδος, υπό τον άρον τον να μη καταπνιγή το αίσθημα, ότι είμεθα και μέλη μιας ευρυτέρας κοινωνίας, της ανθρωπινής κοινωνίας, η οικογένεια, υπό τον όρον της εξασφαλίσεως πλήρους ισότητος εις τα δύο φύλα, η ιδιοκτησία, υπό τον όρον, ο συγκεντρούμενος πλούτος να μη αποβαίνη όργανον καταπιέσεως των απορωτέρων τάξεων, αι θρησκευτικαί πεποιθήσεις, υπό τον όρον του απολύτου σεβασμού προς πάσαν άλλην πεποίθησιν και προς αυτήν ακόμη την έλλειψιν πεποιθήσεων, είνε τα ασφαλέστερα θεμέλια, επί των οποίων ημπορούμεν να στηρίξωμεν πάσαν προσπάθειάν μας, όπως επιτύχωμεν την βαθμιαίαν βελτίωσιν του κοινωνικού καθεστώτος.

Σκοπός της κοινωνικής μεταρρύθμισης θα ήταν η δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος, η οποία δεν θα εξυπηρετιόταν από την ανακατανομή του πλούτου, αλλά μέσα από την αύξηση της παραγωγικότητας κι επομένως του εθνικού προϊόντος, και κυρίως από τον γεωργικό τομέα:

Ό,τι κυρίως επιδιώκομεν διά της βαθμιαίας ταύτης βελτιώσεως του κοινωνικού καθεστώτος είνε η οσημέραι δικαιότερα κατανομή του διά της κοινής εργασίας παραγομένου ετησίως εθνικού εισοδήματος. Μη λησμονήτε μόνον ποτέ ότι πάσα προσπάθεια δικαιότερος κατανομής πρέπει να συμβαδίζη με την ειλικρινή προσπάθειάν όλων, όπως το ετήσιον εθνικόν εισόδημα είνε όσω το δυνατόν μεγαλείτερον. […] Εάν εμοιράζαμεν τον υπάρχοντα εθνικόν πλούτον εξ ίσου εις όλους, όλοι θα ήσαν πτωχοί και μετ’ ολίγον πάλιν άλλοι θ’ απέβαινον πτωχότεροι και άλλοι ευπορότεροι. Αλλ’ εάν αυξήσωμεν το εθνικόν εισόδημα και επιτύχωμεν συγχρόνως την δικαιοτέραν κατανομήν του, η οικονομική θέσις των σήμερον απόρων θα βελτιωθή κατά τρόπον περισσότερον πάγιον. Διά τούτο και η σημερινή κυβέρνησις έστρεψεν όλην την προσοχήν της εις την εξασφάλισιν της αυξήσεως του εθνικού εισοδήματος διά της αυξήσεως παντός είδους παραγωγής και προ πάντων της γεωργικής, από την οποίαν ημπορούμεν να συγκομίσωμεν αμεσότερα και μεγαλείτερα αποτελέσματα.

Ως τα μέσα του 1929 ο Βενιζέλος πρόβαλλε ένα όραμα προόδου κι ευημερίας που δεν διέφερε σημαντικά από εκείνο που είχε εξαγγείλει στις αρχές της πολιτικής του σταδιοδρομίας στην Ελλάδα Απλώς, τώρα έδινε σαφέστερη έμφαση στη γεωργία: με τη βελτίωση της γεωργικής παραγωγής και την ανάπτυξη του γεωργικού πλούτου που θα έφερναν τα μεγάλα έργα,

η Ελλάς θα κατορθώση όχι μόνον να διαθρέψη επαρκώς τον σημερινόν αγροτικόν της πληθυσμόν, αλλά και να εγκαταστήση γεωργικώς ένα μεγάλο μέρος του φυσικώς αυξανομένου πληθυσμού της […] Όταν ο γεωργικός πληθυσμός μας κατορθώση, δια της επισχημονικωτέρας καλλιέργειας της γης, να ευημερήση θα αποχτήσωμεν τοιουτοτρόπως το στερεώτερον έρεισμα και τον κοινωνικού και τον πολιτικού μας καθεστώτος και η Ελλάς, προαγόμενη εις οικονομικήν ευημερίαν, θα δυνηθη όχι μόνον να ανάπτυξη όλος τας ηθικός και ψυχικός δυνάμεις της, αλλά και να γίνη σπουδαιότερος καθ’ ημέραν παράγων ε¬ρήνης εις την Εγγύς Ανατολήν.

Συνολικά, ο Βενιζέλος επαγγελλόταν το 1929 μια ρόδινη εκδοχή του κοινωνικού φιλελευθερισμού, η οποία δεν απέδιδε σοβαρή σημασία σας επιθέσεις που δέχονταν ήδη συστηματικά τα δημοκρατικά καθεστώτα από τα δεξιά ούτε στις κριτικές σχετικά με την αστάθεια της καπιταλιστικής συσσώρευσης και την αμφίβολη δυνατότητα των βαθμιαίων μεταρρυθμίσεων που είχε αναπτύξει η αριστερά. Δύσκολα μπορούσε να συνδεθεί άλλωστε το εκσυγχρονισμένο, φιλελεύθερο και δημοκρατικό κράτος αυτού του οράματος με την ελληνική πραγματικότητα που περιλάμβανε τη συστηματική καταστολή της εργατικής τάξης. Τέλος, άρρητες προϋποθέσεις του ίδιου οράματος ήταν η διεθνής πολιτική σταθερότητα και ο συνεχής μεγάλης κλίμακας εξωτερικός δανεισμός, από τον οποίο αναμενόταν κατά μείζονα λόγο η αύξηση της παραγωγής που θα μετρίαζε εν καιρώ τις κοινωνικές αντιθέσεις. Ήταν οι τελευταίοι μήνες στους οποίους ένας ευρωπαίος φιλελεύθερος μπορούσε να διατυπώσει έναν τόσο αισιόδοξο και αυτάρεσκο ιδεολογικό λόγο.

Όπως αναφέρθηκε, το πεδίο όπου διαφοροποιούνταν αποφασιστικά ο Βενιζέλος από το φασισμό ήταν η εξωτερική πολιτική και όχι τόσο η εσωτερική, ιδίως όσον αφορούσε τους εργάτες, όπου ανιχνεύονταν διαφορές βαθμού μάλλον παρά ποιότητας σε σχέση με τα σύγχρονα του φασιστικά καθεστώτα Για ευνόητους λόγους όμως, από τον Δαφνή αλλά και από τους νεότερους μελετητές δόθηκε μέτρια μόνον έμφαση στον αναπροσανατολισμό της εξωτερικής πολιτικής της χώρας με την εγκατάλειψη των εδαφικών διεκδικήσεων που σηματοδότησε η Συνθήκη της Λωζάννης, και ακόμη μικρότερη στο βαρύ πολιτικό κόστος που είχε αυτός ο αναπροσανατολισμός για τον Βενιζέλο. Περιλάμβανε αφ’ ενός τη συμφιλίωση με την Τουρκία και αφ’ ετέρου την αποστασιοποίηση από τη Βρετανία και την προσέγγιση με την Ιταλία, αλλά σε βαθμό τέτοιο που να μη διακινδυνεύει την ουδετερότητα της χώρας απέναντι στις ενδεχόμενες συγκρούσεις των μεγάλων Δυνάμεων. Μια άλλη διάσταση του ήταν η σύγκρουση με τον αλυτρωτισμό, η οποία στις συγκεκριμένες συνθήκες εκφράστηκε ως σαφής αντίθεση στην καλλιέργεια της εθνικιστικής ιδεολογίας. Με τα λόγια του ίδιου του Βενιζέλου, «να μην είμεθα νασιοναλισταί άκροι και να μη λησμονώμεν ότι υπάρχουν και άλλαι πατρίδες και ότι έχουν και άλλοι δικαιώματα ανάλογα με εκείνα, τα οποία διεκδικούμεν εμείς».

Η προσέγγιση με την Ιταλία, που ξεκίνησε αμέσως μόλις πήρε ο Βενιζέλος την εξουσία και κατέληξε στην υπογραφή του ελληνοϊταλικού συμφώνου φιλίας το φθινόπωρο του 1928, πρέπει ν’ αποδοθεί καθαρά σε διπλωματικής φύσης λόγους και όχι σ οποιαδήποτε προτίμηση των Φιλελευθέρων για το φασιστικό σύστημα Η ειρηνόφιλη πολιτική, η προσέγγιση με την Ιταλία κι έπειτα και με την Τουρκία, η προώθηση της βαλκανικής συνεργασίας έστω και χωρίς τη Βουλγαρία, η αξιόλογη περιστολή των εξοπλισμών και το νέο, περιορισμένο, ναυτικό πρόγραμμα, καθώς και η αποφασιστική αντιμετώπιση των αλυτρωτικών συλλόγων της Κύπρου και των Δωδεκανήσων πράγματι συγκρούονταν με τον επεκτατικό εθνικισμό του φασισμού. Αυτός ήταν και ο κυριότερος λόγος άλλωστε που η κυβέρνηση Βενιζέλου, όπως κι εκείνη του Κεμάλ, δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί φασιστική. Πόσο μάλλον όταν το πολιτικό κόστος της επιλογής αυτής ήταν μεγάλο, καθώς αποξένωσε, εκτός από τους στρατιωτικούς που αναφέραμε προηγουμένως, κι ένα σημαντικό μέρος των Φιλελευθέρων, και πρώτα πρώτα τον ίδιο τον υπουργό Εξωτερικών Ανδρέα Μιχαλακόπουλο.13 Από την άλλη πλευρά, έγινε ευνοϊκά δεκτή στην αριστερά. Ο τύπος των Φιλελευθέρων και της αντιβασιλικής αντιπολίτευσης, καθώς και η Πρωία του Λαϊκού Κόμματος την υποστήριξαν με ενθουσιασμό, αλλά οι υπόλοιπες αντιβενιζελικές εφημερίδες είτε την αντιμετώπισαν σαν μια δυσάρεστη αναγκαιότητα είτε την υπονόμευσαν υποστηρίζοντας πως ήταν υπερβολικές οι παραχωρήσεις που έκανε η Ελλάδα.

Επιπλέον, η ίδια πολιτική αποξένωσε τον στρατό, με αποτέλεσμα την απόπειρα πραξικοπήματος ενός αξιόλογου αριθμού αξιωματικών, υπό την αιγίδα του Πάγκαλου και των μοναρχικών, την εποχή που ο Βενιζέλος και ο Μιχαλακόπουλος βρίσκονταν στην Άγκυρα Οι αξιωματικοί δυσφορούσαν για τις επαγγελματικές τους προοπτικές: οι προαγωγές ήταν πολύ σπάνιες ιδίως για τους νέους, οι οποίοι στρέφονταν προς όποιον τους υποσχόταν να προωθήσει τα συμφέροντα τους – προς τον Πάγκαλο και τους μοναρχικούς στρατοκράτες, αλλά ακόμη περισσότερο, για την ώρα, προς τον Πλαστήρα. Εν τέλει η πολιτική της ελληνοτουρκικής φιλίας έδωσε στους μοναρχικούς και τους στρατοκράτες αντιπάλους της έναν σημαντικό ρητορικό τόπο, την αναβίωση της Μεγάλης Ιδέας, ο οποίος δεν έπαψε να προβάλλεται, άλλοτε συγκαλυμμένα και άλλοτε απροκάλυπτα, ως το τέλος του Μεσοπολέμου. Ωστόσο, από κανένα κόμμα δεν αμφισβητήθηκε ευθέως η πολιτική αυτή στις εκλογές που ακολούθησαν.

Η πολιτική του Βενιζέλου στο Κυπριακό και πάλι τον οδήγησε σε σύγκρουση με τον Μιχαλακόπουλο και με τους αλυτρωτιστές, που περιλάμβαναν σημαντικά στελέχη των Φιλελευθέρων. Στις αρχές του 1930, ενώ τη Βρετανία κυβερνούσαν οι Εργατικοί, ο Βενιζέλος είχε προχωρημένες συνομιλίες για την παραχώρηση της Κύπρου στην Ελλάδα. Οι ταραχές του 1931 ενάντια στην αυθαιρεσία της αποικιακής διοίκησης όχι μόνον κατέστρεψαν αυτή την προοπτική, αλλά και αξιοποιήθηκαν κατά κόρον από τον αντιβενιζελικό τύπο, και προκάλεσαν έντονες ζυμώσεις στα αστικά και μικροαστικά στρώματα εναντίον της μετρημένης στάσης της κυβέρνησης. Πρακτικά όλοι οι δήμοι, τα επαγγελματικά επιμελητήρια και οι κάθε λογής σύλλογοι εξέδωσαν ψηφίσματα συμπαράστασης στους κυπρίους. Ως την άνοιξη της επόμενης χρονιάς, χρονιάς εκλογών, η ζύμωση για το Κυπριακό, στην οποία πρωτοστατούσαν η δεξιά και οι βασιλόφρονες, είχε πλήξει αξιόλογα τη δημοτικότητα του Βενιζέλου και το ζήτημα ανακινήθηκε επίσης στην προεκλογική περίοδο.

Η προσπάθεια συντήρησης του εδαφικού καθεστώτος, κι επομένως η σύγκρουση με όσους επέμεναν στον επεκτατισμό -γιατί συχνά δεν μπορούμε πλέον να μιλήσουμε για αλυτρωτισμό μετά το 1922- ήταν μια πραγματιστική επιλογή του Βενιζέλου. Αντίθετα από τον γερμανικό και τον ιταλικό καπιταλισμό του Μεσοπολέμου, ο ελληνικός δεν αισθανόταν καμιά πιεστική ανάγκη απόκτησης ζωτικού χώρου, αντιθέτως έδινε προτεραιότητα στην αφομοίωση των Νέων Χωρών και την ενσωμάτωση των προσφύγων. Από αυτή την άποψη, ο επεκτατισμός που εξακολουθούσαν να καλλιεργούν ορισμένες όχι ευκαταφρόνητες μερίδες των Λαϊκών και των Φιλελευθέρων ήταν ανεδαφικός και αναχρονιστικός. Εξίσου οπισθοδρομική και όχι λιγότερο αδιάλλακτη ήταν η αντίθεση τους στα μέτρα με τα οποία ο Βενιζέλος προσπάθησε να ενσωματώσει τους εργαζομένους. Τα μέτρα αυτά ανταποκρίνονταν σε επιτακτικές ανάγκες νομιμοποίησης του καθεστώτος και αποτύπωναν αυτό που χαρακτηρίζεται, στη μαρξιστική διάλεκτο, σχετική αυτονομία του κράτους από τα συμφέροντα των διάφορων τάξεων. Ωστόσο, συνεπάγονταν κόστος για το κεφάλαιο, πιο δυσάρεστο για τις ασθενέστερες μερίδες του, κι επιπλέον σκόνταψαν σε ισχυρές ιδεολογικές αντιδράσεις.

Αναλύοντας τις επιλογές και τις εκβάσεις της κρατικής πολιτικής στον Μεσοπόλεμο μπορούμε να συνδέσουμε σαφέστερα την έννοια αυτής της σχετικής αυτονομίας του κράτους με τις εσωτερικές συγκρούσεις του πλέγματος εξουσίας, οι οποίες αναζωπυρώθηκαν με την εμφάνιση της οικονομικής κρίσης. Οι εσωτερικές αυτές συγκρούσεις πάντως αναπαράγονταν στο εσωτερικό των δύο αστικών πολιτικών στρατοπέδων και, ως το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, δεν συνδέονταν ευθέως με τους πολιτικούς ανταγωνισμούς των βενιζελικών και των αντιβενιζελικών.

Σύμφωνα με το σχέδιο του Βενιζέλου, και στο πλαίσιο των κατευθύνσεων που είχαν τεθεί από το Διεθνές Γραφείο Εργασίας, η κοινωνική πολιτική θα προωθούνταν με τη συνεργασία των μετριοπαθών συνδικάτων κάθε χώρας, τα οποία σε αντάλλαγμα απαιτούσαν κοινωνικές παραχωρήσεις. Στην πράξη, στον Μεσοπόλεμο ο μεταρρυθμισμός αυτός μετατοπιζόταν διαρκώς προς συντηρητικότερες θέσεις, ακολουθώντας την πολιτική συγκυρία. Η λογική αυτή έμενε, όμως, μετέωρη σε συνθήκες σύγ/ρουσης κι εν μέρει αφόπλισε τις πολιτικές τάσεις του εργατικού κινήματος.

Η νομοθεσία για το ωράριο υπήρξε στο Μεσοπόλεμο ένα πεδίο διαμάχης και το αίτημα δεν έλειπε από τις πολιτικές και συνδικαλιστικές διεκδικήσεις. Κάθε χρόνο εκδίδονταν κάποια διατάγματα για την εφαρμογή του σε ορισμένους κλάδους, πάντα με πολλές εξαιρέσεις και τροποποιήσεις. Ως το 1932 είχαν εκδοθεί 25 νομοθετικά κείμενα που κωδικοποιήθηκαν τη χρονιά αυτή. Το 1940 τα κείμενα είχαν αυξηθεί σε 40. Δεν επρόκειτο μόνο για ένα νομικό πολυδαίδαλο, που αύξανε τις δυσκολίες ελέγχου. Το εργατικό κίνημα πολυτεμαχιζόταν με τον τρόπο αυτό και ωθούνταν προς τον συντεχνιασμό.

Ενώ οι Φιλελεύθεροι θέσπισαν, πράγματι, μια όχι ευκαταφρόνητη κοινωνική νομοθεσία, αυτή, όπως διατύπωνε επιγραμματικά ο Παπαναστασίου, «είχε περιορισμένα αποτελέσματα – αφ’ ενός εξαιτίας της ελλιπούς εφαρμογής της, αφ’ ετέρου εξαιτίας των ατελειών της, και τέλος εξαιτίας της ανεπαρκούς οργάνωσης των εργατών και της ανώμαλης πολιτικής και οικονομικής κατάστασης». Δεν αρκούσε για να εκτονώσει την εργατική αναταραχή, πόσο μάλλον αφού, ακόμη και μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, δεν αμφισβητήθηκε το πλαίσιο του οικονομικού φιλελευθερισμού και ούτε επιχειρήθηκε να εφαρμοστεί καμιά συγκεκριμένη βιομηχανική πολιτική για την αντιμετώπιση της. Μάλιστα, με μια σειρά από νομοθετήματα επιχειρήθηκε ν’ αποθαρρυνθεί η βιομηχανική ανάπτυξη προς όφελος της γεωργικής και της εμπορικής. Η ειρωνεία είναι ότι ακριβώς τα ίδια νομοθετήματα στην πραγματικότητα ευνόησαν την ανάπτυξη της βιομηχανίας, που άρχισε να κάλυπτα ένα ολοένα και μεγαλύτερο μέρος της εγχώριας ζήτησης, έστω και με κλαδικές και περιφερειακές στρεβλώσεις.

Με δυο λόγια, η εργατική πολιτική των Φιλελευθέρων είχε περιορισμένους στόχους και ισχνά αποτελέσματα Σε αντίδραση, ενισχύθηκε η αριστερά. Η δυσφορία των εργατών για τις συνθήκες ζωής τους και η ανάπτυξη ταξικής συνείδησης όμως αποτύπωναν ευρύτερες ιδεολογικές διεργασίες, τις οποίες αποτυπώνει γλαφυρά, με μέτρια μόνο δόση υπερβολής, ένας συντηρητικός σχολιαστής:

Μέχρι προ ολίγων ετών η εργατική και η κατωτέρα τάξις εις μιαν απλήν επίκλησιν, ότι η θρησκεία κινδυνεύει και ότι η Εκκλησία ευρίσκεται εν διωγμώ εσηκώνετο κυριολεκτικώς επί ποδός έτοιμος και να αιματοκυλισθή διά τα ιδανικά της πίστως και της πατρίδος… [ήδη] οι μόλις γραφήν και ανάγνωσιν γνωρίζοντες εργάται έχουν μάθει τώρα την θεωρίαν της εξελίξεως και την κοσμοθεωρίαν του μονισμού και του ιστορικού υλισμού, με επιστημονικήν δε ενημερότητα και ακρίβειαν, η οποία σας καταπλήττει. Και είνε έτοιμοι να μυκτηρίσουν όχι μόνον τους αντιπροσώπους της θρησκείας, αλλά και αυτήν ακόμη την ιδέαν της, αυτό ακόμη το θρησκευτικόν συναίσθημα και αυτά τα θρησκευτικά ιδανικά.

Η εκκλησία δύσκολα μπορούσε ν’ αντιδράσει σ’ αυτήν τη θρασεία απομάκρυνση των εργατών από τα «θρησκευτικά ιδανικά». Όταν οι φασίστες υποσχέθηκαν πως θα την ανέκοπταν, έστω και με τη βία, συντάχθηκε μαζί τους, όπως έκανε και στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης.

Σπύρος Μαρκέτος, Πώς φίλησα τον Μουσολίνι, τα πρώτα βήματα του ελληνικού φασισμού, Αθήνα, 2006, Βιβλιόραμα, σελ. 252-261

Πηγή : http://users.sch.gr/symfo/sholio/istoria/kimena/1930.marketos-musolini.htm#%CE%BF%CE%B9%20%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BB%CE%AE%CF%88%CE%B5%CE%B9%CF%82%20%CF%84%CE%BF%CF%85%20%CE%92%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%B6%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%85