Tου Θέμη Τζήμα

Ένα βασικό επιχείρημα όσων υπερασπίζονται την ανάγκη διατήρησης της ευρωζώνης και κυρίως τη μη ρήξη με αυτήν- ούτε καν ως ενδεχόμενο ενώπιον του οποίου κανείς πρέπει να προετοιμαστεί- συνίσταται στην έμμεση αλλά σαφή ταύτιση της πορείας του ευρωπαϊκού περιφερισμού με την αποτροπή της επιστροφής σε ενδοευρωπαϊκές, εθνικές και εθνικιστικές αντιθέσεις.

Έτσι, η ιστορική εξέλιξη θεωρείται από τους υπερασπιστές αυτής της επιχειρηματολογίας γραμμικά : από τους ευρωπαϊκούς «εμφυλίους» του πρώτου μισού του 20ου αιώνα- υπονοούμενη και όχι σαφώς εκπεφρασμένη από τους περισσοτέρους αντίληψη- στην ΕΚΑΧ, στην ΕΟΚ, στην ΕΕ και στην ΟΝΕ. Άρα η διάλυση της ΟΝΕ ή τα ρήγματα σε αυτήν θα οδηγήσουν στην ανάστροφη πορεία, στη διάλυση της ΕΕ, στις εθνικές περιχαρακώσεις, στον εθνικισμό και ίσως στον πόλεμο.

Εξ ου και όσοι εκφράζουμε ενστάσεις για τη βιωσιμότητα της ΟΝΕ και για την παραμονή μιας σειράς οικονομιών εντός ΟΝΕ τσουβαλιαζόμαστε ως ευρωσκεπτικιστές, δηλαδή με έναν όρο που βασίζεται σε πολλαπλές αυθαιρεσίες και ακροβασίες ιστορικού και επιστημονικού χαρακτήρα.

Στην πραγματικότητα, το προαναφερθέν επιχείρημα αναπαράγει έναν κακοφτιαγμένο και πολύ πρόσφατο για να είναι ευκολοχώνευτος, μύθο των ελίτ των χωρών που διαμόρφωσαν την πορεία προς την ΟΝΕ.

Ας σταθούμε σε ορισμένα μόνο σημεία, εντελώς ακροθιγώς, δεδομένης της μικρής έκτασης αυτού του σχολίου: πρώτον, έχει ιστορικά αποδειχθεί ότι η εντονότερη διασύνδεση διαφορετικών οικονομιών δε συνεπάγεται από μόνη της και σε βάθος χρόνου την ύφεση των αντιθέσεων που μπορούν να λάβουν χαρακτήρα ακόμα και πολεμικών συγκρούσεων, με εμφατικότερα παραδείγματα τον αμερικανικό εμφύλιο και τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το «δέσιμο» στην κορυφή οικονομικών συστημάτων με θεμελιακές διαφορές και με βαθιές ανισότητες, στο βαθμό που προκαλεί μόνιμη υστέρηση και υπό- ανάπτυξη της μιας πλευράς έναντι της άλλης οδηγεί σε απίσχναση των παραγωγικών και αναπτυξιακών δυνατοτήτων της υποδεέστερης πλευράς, που με τη σειρά της τροφοδοτεί πικρίες, αίσθημα καταπίεσης, ελέγχου, εν τέλει δε και κλιμακούμενες εντάσεις.

Αυτό δηλαδή που σήμερα συμβαίνει στο εσωτερικό της ΟΝΕ και της ΕΕ και το οποίο τόσο οι ελίτ όσο και ένα τμήμα της αριστεράς προσπαθούν να ξορκίσουν φορτώνοντάς το είτε στην ακροδεξιά, είτε στο χαμηλό επίπεδο συνείδησης των μαζών.

Δεύτερο σημείο είναι ότι τα εγχειρήματα ενοποίησης περιφερειακής ή εθνικής δεν είναι ομοιόμορφα ούτε είναι πρόσφορα γενικής αναλογικής χρήσης. Το ό,τι συνέβη στις ΗΠΑ δεν μπορεί να επαναληφθεί στην ΕΕ, όπως η γερμανική εθνική ενοποίηση είναι διαφορετική από τη γαλλική, τη βρετανική και την ελληνική.

Οι υπαρκτές, διαφορετικές εθνικές και υποεθνικές ταυτότητες της ευρωπαϊκής ηπείρου- που παρεμπιπτόντως σύμφωνα με σειρά αναλυτών αποτέλεσαν παράγοντα εν τέλει ισχυροποίησης και ανάπτυξης της Ευρώπης και όχι μονόπλευρα αιματηρών συγκρούσεων- όπως και οι σημαντικές διαφοροποιήσεις των εθνικών οικονομιών δεν μπορούν βίαια να ενσωματωθούν στο εκάστοτε κυρίαρχο πρότυπο- σήμερα γερμανικό- παρά μόνο διά της ισοπέδωσής τους σε επίπεδο κουλτούρας, παραγωγικών δυνάμεων, δημοκρατίας, κοινωνικών δικαιωμάτων και πολλών ακόμα στοιχείων που συνθέτουν τον τρόπο λειτουργίας της κάθε οικονομίας.

Η ευρωπαϊκή νομισματική ενοποίηση μάλιστα αποπειράται να υλοποιήσει αυτό το σχέδιο με ακόμα πιο βίαιο τρόπο καθώς πρώτον έχει βάλει το κεφάλι κάτω και τα πόδια πάνω από γεννήσεώς της και δεύτερον κυριαρχείται από το πλέον καταστροφικό μείγμα υπαρκτού νεοφιλελευθερισμού και δημοσιονομισμού όχι συγκυριακά πια αλλά δομικά.

Το τρίτο σημείο είναι ότι ο χρόνος δεν κινείται γραμμικά. Σε πλείστες όσες ιστορικές περιόδους αποδείχθηκε ότι η – μεθοδολογικά- εσχατολογική και γραμμική αντίληψη του χρόνου και της ιστορίας, που ξεκινάει από το σημείο «α» και ακολουθώντας μια ευθεία πορεία καταλήγει στο ιδεατό τέλος καταλήγει σε άκαμπτα και γι’ αυτό καταρρέοντα σχήματα.

Με άλλα λόγια: αφού η ΟΝΕ δεν εκπληρώνει τη βασική «ευρωπαϊκή υπόσχεση» του κοινωνικού κράτους δικαίου, αντί να φυλακίζουμε τους λαούς στη μιζέρια και στην πικρία με το φόβητρο ότι εκεί έξω τους περιμένουν τα χειρότερα είναι προτιμότερο να μετακινηθούμε σε ένα άλλο σύστημα.

Άλλωστε, οι περιβόητοι «ευρωπαϊστές», για παράδειγμα ούτε για μεταβιβάσεις πληρωμών είναι διατεθειμένοι να κάνουν λόγο, ούτε για πολιτικές ενίσχυσης και προστασίας κλάδων παραγωγής σε επιμέρους οικονομίες που δεν αντέχουν το ακριβό ευρώ και τον ενδοευρωπαϊκό ανταγωνισμό, ούτε για ευρωπαϊκά εγγυημένο κοινωνικό κράτος, ούτε καν για κοινό ευρωπαϊκό φορολογικό καθεστώς.

Αφήνουν βέβαια τα κόμματα της αριστεράς να τα «διεκδικούν». Κι όσο η αριστερά γενικά διεκδικεί, εκείνοι κάνουν τη δουλειά τους, μετατρέποντας όσα ήταν πριν 20 χρόνια επιδιώξεις του μεγάλου κεφαλαίου σε δομικές συνθήκες της ΟΝΕ.

Για όλους τους παραπάνω και για πολλούς ακόμα λόγους η ευρωζώνη μετατρέπεται σε δυναμίτη της ενδό- ευρωπαϊκής ειρήνης και της αλληλεγγύης. Από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είχαμε να δούμε τέτοια άνοδο της ακροδεξιάς, του εθνικισμού, των αντιπαλοτήτων και της πικρίας μέσα στους ίδιους τους λαούς της παλαιότερα λεγόμενης Δ. Ευρώπης. Όλα αυτά συμβαίνουν μέσα στην ευρωζώνη, με την ευρωζώνη να μην την αμφισβητεί καμία πλειοψηφική πολιτική δύναμη στα κράτη- μέλη του Ευρώ.

Γι’ αυτό ακούγεται πλέον δίκαιο να πει κανείς ότι ή θα έχουμε Ευρώπη της ειρήνης και της αλληλεγγύης ή Ευρώπη του Ευρώ. Αν αυτό το προφανές ερώτημα η αριστερά θέλει να το χαρίσει στην ακροδεξιά επικαλούμενη ότι γενικά θα αγωνίζεται για αλλαγή των συσχετισμών μέσα στην Ευρωζώνη- που παρεμπιπτόντως δε διαθέτει πολιτικά όργανα εκλεγμένα από τους λαούς όπως η ΕΕ- απλά θα έχει προσθέσει άλλο ένα ολέθριο λάθος και θα έχει χρεωθεί άλλη μια –καθόλου ένδοξη αυτή τη φορά- ήττα.

Πηγή : tvxs