Man-Tree

Του Κώστα Δουζίνα

Η μεγαλύτερη αλαζονεία της εξουσίας είναι να πιστέψει ότι μπορεί να αλλάξει ριζικά αυτό το κοινωνικό ήθος αλλάζοντας κάποιους νόμους, ενώ ταυτόχρονα καταστρέφει το υπόστρωμα που επιτρέπει την αποδοχή και εφαρμογή των νόμων

→Η Αριστερά πρέπει κατ’ αρχάς να ανατρέψει την οικονομική και ανθρωπιστική καταστροφή. Αλλά αυτό δεν φτάνει. Η στρατηγική της πρέπει να ξαναϋφάνει τον κοινωνικό ιστό

Δεν μπορώ να περιγράψω λεπτομερώς το ελληνικό ήθος, αλλά ξέρω όταν χάνεται. Και χάνεται παντού, θύμα των μνημονίων

Η έννοια της «ανομίας» δημιουργήθηκε από τον Emile Durkheim στο κλασικό του έργο «Αυτοκτονία». Η ανομία αποτελεί την αποσύνθεση της κοινωνικής συνάρτησης που οδηγεί στην αύξηση των αυτοκτονιών. Γράφει λοιπόν ο Durkheim ότι «ένα σύστημα ηθικής δεν μπορεί να γίνεται αντικείμενο αυτοσχεδιασμού. Αποτελεί έργο της κοινότητας στην οποία εφαρμόζεται. Οταν αποτυγχάνει η ίδια η κοινότητα υποχωρεί».

Αυτό το «σύστημα ηθικής», το κοινωνικό ήθος, αποτελεί το περιβάλλον και το υπόβαθρο της κοινωνικής συμβίωσης δημιουργώντας μια άτυπη κοινωνική ευταξία. Περιλαμβάνει το ήθος, κανονιστικά και εμπειρικά στοιχεία, πρακτικές, αξίες και έννοιες, τις άρρητες συμβάσεις, προϋποθέσεις και συνήθειες του κοινωνικού δεσμού. Από τη μια πλευρά, έχουμε κατανοήσεις, προ-κρίσεις και προ-ιδεασμούς για τη θέση του εαυτού, τις σχέσεις με τους άλλους και με το σύνολο, όπως γράφει ο Georg Gadamer στο έργο του «Αλήθεια και Μέθοδος». Από την άλλη, το ήθος περιλαμβάνει πρακτικές, συμπεριφορές και δεξιότητες, τοπικές και συγκεκριμένες (την ευγένεια των διαπροσωπικών συναλλαγών) μέχρι γενικές και αφηρημένες (τις υποχρεώσεις της φιλοξενίας, τη σωστή αντιμετώπιση μικρών και μεγάλων εξουσιών, τη στάση απέναντι στους νόμους).

Αυτοί οι προ-ιδεασμοί και προ-κρίσεις αποτελούν τον αξιακό και εννοιακό ορίζοντα που μας επιτρέπει μεγαλώνοντας να γίνουμε αυτόνομοι, να κάνουμε τις δικές μας κρίσεις και αποφάσεις. Δεν περιγράφονται σε εγχειρίδια ούτε διδάσκονται τυπικά, αλλά αποκτούνται με μαθητεία, μίμηση και επανάληψη στην οικογένεια, τη γειτονιά, το σχολείο. Οπως έλεγε ο Blaise Pascal, τον καλό χριστιανό δεν τον κάνουν οι καλές πράξεις, αλλά η ευλάβεια, δηλαδή να νηστεύεις, να προσεύχεσαι, να πηγαίνεις στη λειτουργία κάθε Κυριακή και γιορτή, να μεταλαμβάνεις. Η μίμηση και επανάληψη οδηγούν στην αποδοχή των αξιών που κρύβονται πίσω τους. Η πίστη, η ιδεολογία, οι προσωπικές επιλογές στηρίζονται σε συμπεριφορές που μαθαίνουμε μικροί και επαναλαμβάνουμε, εκλεπτύνουμε ή αλλάζουμε όπως μεγαλώνουμε.

Για τη δημιουργία όμως της αναπτυγμένης ταυτότητας του αυτόνομου ατόμου χρειάζονται και άλλα βήματα. Η αρχική ταυτότητα του ήθους, η οποία επαναλαμβάνει τις αξίες και κατανοήσεις του περιβάλλοντός μας, έρχεται σε σύγκρουση στη διαδικασία ωρίμανσης με το γενικό, το καθολικό, αυτό που αρνείται τον άμεσο βιόκοσμο. Η ηθική μας αποτελείται από τις γενικές αξίες που λειτουργούν ως ορίζοντας και κριτής του βιόκοσμου του ήθους. Στην πρώιμη νεωτερικότητα για παράδειγμα, περίοδο ταχείας αστικοποίησης και βιομηχανοποίησης, οι νέες καθολικές αναφορές στο έθνος και τα πολιτικά δικαιώματα που αντικατέστησαν τη θρησκεία βοήθησαν στη δημιουργία της νεωτερικής ταυτότητας. Επειδή είμαστε όλοι Ελληνες, επειδή είμαστε όλοι «τυπικά ίσοι», μπορώ να ενταχθώ στο επάγγελμα και στον ρόλο μου και να αποδεχτώ τις μεγάλες ουσιαστικές ανισότητες. Ετσι έγινε και στην Ελλάδα στη δεκαετία του ’60.

Ξεκινώντας λοιπόν από το ήθος της οικογένειας, η ταυτότητά μας αναδύεται μέσα από διάλογο και σύγκρουση μεταξύ του οικείου και μερικού, που μαθαίνουμε από την αρχή της ζωής και του ξένου, του αλλότριου και καθολικού. Η ταυτότητά μας βρίσκεται συνεχώς σε κίνηση, στον δρόμο, σε διάλογο και αγώνα για αναγνώρισή της με φίλους, γνώριμους και κοντινούς αλλά και με τους ξένους και άγνωστους που συναντάμε καθημερινά. Η νέα που πηγαίνει στο Πανεπιστήμιο ή ο νέος που μαθαίνει μια τέχνη ή ένα επάγγελμα μπαίνουν σε μια διαδικασία σύγκρισης και σύγκρουσης του γνωστού ασφαλούς και βολικού και του άγνωστου ξένου και γενικού. Το πρώτο βήμα για τη δημιουργία της αυτόνομης ταυτότητας είναι η αμφισβήτηση του δεδομένου και οικείου, που οδηγεί σε διά βίου διάλογο του κοινωνικού ήθους με το ηθικό ή γνωσιολογικό καθολικό.

Ονομάζουμε υποκείμενο τον μοναδικό συνδυασμό ήθους και ηθικής, των δοσμένων και των καθολικών, του εαυτού και του άλλου, αυτό που κάνει τον καθένα μας έναν μοναδικό «κόσμο». Ο καθένας μας είναι ένας «κόσμος»: το σημείο όπου διαπλέκονται και συμπυκνώνονται γεγονότα και ιστορίες του παρελθόντος, άνθρωποι και συναντήσεις, φαντασιώσεις, επιθυμίες και όνειρα, ένα σύμπαν μοναδικών νοημάτων και αξιών. Καθένας μας σαν κόσμος είναι ένα σημείο έκστασης, ανοίγματος στο παρελθόν και απομάκρυνσης στο μέλλον, μέσα στην έκθεση και το μοίρασμα με τους άλλους, αθάνατοι στη θνητότητά μας, συμβολικά πεπερασμένοι, αλλά φαντασιακά άπειροι. Σε αυτή την οντολογία οι κοινότητές μας δεν είναι απλά ένα κοινό ανήκειν, μια κοινή ουσία που προσφέρεται από την Ιστορία, την παράδοση, το πνεύμα του έθνους. Ο κόσμος είναι η μεταξύ μας συνύπαρξη, ο εαυτός μας ως άλλος και ο άλλος ως εαυτός.

Η μεγαλύτερη αλαζονεία της εξουσίας είναι να πιστέψει ότι μπορεί να αλλάξει ριζικά αυτό το κοινωνικό ήθος αλλάζοντας κάποιους νόμους, ενώ ταυτόχρονα καταστρέφει το υπόστρωμα που επιτρέπει την αποδοχή και εφαρμογή των νόμων. Η επιθυμία να αλλάξουμε την κοινωνία μ’ ένα κούνημα του μαγικού ραβδιού αποτελεί το όνειρο κάθε απολυταρχικού καθεστώτος. Αποτυγχάνει κάθε φορά, μια και αγνοεί βασικές αρχές της κοινωνικής οργάνωσης. Αυτή ήταν η «ανοησία του εκσυγχρονισμού», την οποία υιοθέτησε και επέκτεινε η πολιτική των μνημονίων.

Είναι βέβαια αδύνατον να ορίσουμε ακριβώς το ήθος. Μοιάζει λοιπόν ο ορισμός του με τον Αυγουστίνειο του χρόνου: δεν μπορώ να τον ορίσω, αλλά ξέρω όταν περνάει. Δεν μπορώ να περιγράψω λεπτομερώς το ελληνικό ήθος, αλλά ξέρω όταν χάνεται. Και χάνεται παντού, θύμα των μνημονίων. Οι βασικές παράμετροι του βιόκοσμου αλλά και η ηθική βρίσκονται κάτω από επίθεση. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ανομία από αυτή των μνημονίων.

Πέρσι το καλοκαίρι μού έλεγε ένας φιλος από την επαρχία ότι πολλά πανηγύρια σε ξωκλήσια και χωριά σταμάτησαν, όχι μόνο για οικονομικούς λόγους. Οι άνθρωποι δεν θέλουν να βρίσκονται μαζί, αισθάνονται αμήχανα, δεν έχουν τι να πουν, τα προβλήματα του καθενός φαίνονται τρομερά και «δεν θέλουν να ακούν τα βάσανα των άλλων». Είναι αποτέλεσμα της μνημονιακής επίθεσης στο ελληνικό ήθος με τα χαρακτηριστικά της φιλίας, της φιλοτιμίας και της φιλοξενίας. Η φιλία είναι η βάση της παρέας. Η οικογένεια και η παρέα, βάση της κοινωνικότητάς μας. Οι φιλίες έχουν δώσει τη θέση τους σε μιαν απόσυρση από τον κοινωνικό χώρο. Εχουν αντικατασταθεί με μια μορφή μελαγχολίας, μιας αδυναμίας του κόσμου να συζητήσει, σαν να αποφεύγει να μοιράζεται τα προσωπικά του προβλήματα. Ο φίλος όμως στη δυσκολία φαίνεται.

Η φιλοτιμία, πάλι, δεν ορίζεται με αυστηρό τρόπο. Είναι μια αίσθηση τιμής και αξιοπρέπειας, πάντα στραμμένη προς τα έξω, μια μη ανταποδοτική σχέση με τους άλλους, αλλά χωρίς οικονομική βάση ή ωφελιμιστικούς υπολογισμούς. Μια σχέση αμοιβαιότητας χωρίς ανταλλακτική αξία. Κι αυτό σιγά σιγά χάνεται. Η εξατομίκευση που υποτίθεται ότι θα έφτιαχνε τον «νέο ελεύθερο Ελληνα» με τις πολλές επιλογές, όπως Iphone ή Blackberry, Cosmote ή Vodafone, στα χρόνια της λιτότητας γίνεται επιθετική. Υποσκάπτει ακόμη περισσότερο τον ήδη εξασθενημένο κοινωνικό δεσμό.

Και τέλος, η φιλοξενία. Oταν ο ξένος ερχόταν στον χώρο σου, ως τουρίστας, για δουλειά, για απλή επίσκεψη, η πρώτη σου αντίδραση ήταν να τον καλωσορίσεις. Και αυτό τώρα χάνεται σταδιακά. Πέρα από την ανοιχτή ξενοφοβία και τον ρατσισμό που έχει καλλιεργηθεί από τους φασίστες με ανοχή της εξουσίας, μια αδιαφορία αναδύεται γι’ αυτόν που δεν είναι τμήμα του άμεσου, στενού μας περιβάλλοντος. Ετσι αποσαθρώνεται ο τρόπος με τον οποίο η ταυτότητα καθενός μας συνδέεται με τους άλλους.

Αλλά ανάλογη επίθεση δέχεται και η ηθική. Η μνημονιακή ηθική κινείται μεταξύ του ηθικού κυνισμού και του μηδενισμού. Ο κυνισμός χρησιμοποιεί την ηθική υποκριτικά, ακριβώς για να την υποσκάψει. Μας καλεί να λειτουργήσουμε «ως εάν» ίσχυε ένας ηθικός κανόνας. Αυτή την υποκρισία τη βλέπουμε σε όλα τα επίπεδα. Μας είπαν: «Εάν πάρουμε νέα μέτρα, το πρώτο, το δεύτερο, το τρίτο μνημόνιο κ.λπ., η Ελλάδα θα σωθεί». «Υπακούστε στον νόμο, πληρώστε τους φόρους, γίνετε υπάκουοι υπήκοοι και θα σωθούμε». Την ίδια στιγμή όμως ατιμωρησία για την πολιτική και οικονομική ελίτ. Το «πράξε ως εάν ίσχυε ένας κανόνας» είναι η ηθική των ανήθικων, του «ξέρεις ποιος είμαι εγώ, ρε».

Ο αρνητικός μηδενισμός, από την άλλη, συνίσταται στην έλλειψη ή στην καταστροφή κάθε ηθικής αξίας. Είναι επακόλουθο των μεγάλων αλλαγών που συντελούνται στον καπιταλισμό τις τελευταίες δεκαετίες. Από την εποχή Ρίγκαν και Θάτσερ το πολιτικό σύστημα άρχισε να μεταφέρει τις προσδοκίες ανάπτυξης στη ραντιέρικη οικονομία, στην αύξηση των υπεραξιών της γης, στα χρηματοπιστωτικά προϊόντα που καταλήγουν στη φούσκα. Ευδαιμονισμός και ωφελιμισμός ήταν η κυρίαρχη ηθική της περιόδου του εκσυγχρονισμού.

Τι είδους άνθρωπος μπορεί να ενταχθεί σε αυτή τη νέα οικονομική λογική; Ο άνθρωπος που προβάλλεται ως μια μηχανή επιθυμίας. Οτιδήποτε θέλω μπορεί να εκφραστεί σε δικαίωμα, σε κεκτημένη απόλαυση, σε κατανάλωση στηριγμένη στον δανεισμό. Εδώ υπεισέρχεται ο μηδενισμός. Μόνη αξία είναι το συμφέρον μου και αυτό μεταβάλλεται υπόρρητα σε ηθική θέση. Αλλά η επιθυμία είναι αχόρταγη, δεν ανακόπτεται, οτιδήποτε επιθυμήσω και αποκτήσω ποτέ δεν αρκεί να κατασιγάσει τη μανία επιθυμίας, η οποία μετακινείται αμέσως σε άλλο αντικείμενο, σ’ ένα σπιράλ επιθυμίας-απόλαυσης-ματαίωσης. Η ακραία εξατομίκευση του εκσυγχρονισμού και του καταναλωτισμού μετατρέπεται στον αμυντικό ατομισμό της γυμνής ζωής, της επιβίωσης του ισχυρότερου. Αυτή είναι η καπιταλιστική τελική λύση. Η λιτότητα, η υπονόμευση της δημοκρατίας και το κράτος έκτακτης ανάγκης, αυτή η επανάσταση στην καθημερινότητα και η καταστροφή των κοινοτήτων δεν αποτελεί τυχαία ή παράπλευρη απώλεια, αλλά το κεντρικό σχέδιο της νεοφιλελεύθερης βιοπολιτικής. Δεν αλλάζει μόνο οικονομικές σχέσεις. Διαλύει το κοινωνικό ήθος και τον συλλογικό δεσμό.

Εδώ που βρισκόμαστε δεν μπορούμε να επιστρέψουμε στην προηγούμενη κανονικότητα. Η Αριστερά πρέπει βεβαίως κατ’ αρχάς να ανατρέψει την οικονομική και ανθρωπιστική καταστροφή. Αλλά αυτό δεν φτάνει. Η στρατηγική της πρέπει να ξαναϋφάνει τον κοινωνικό ιστό. Η κρίση του χρέους μπορεί να λυθεί, η λιτότητα να περιοριστεί, αλλά η καταστροφή θα συνεχίζεται μακροπρόθεσμα, πολύ μετά το τέλος του μεσοπρόθεσμου.

Παρά τις επιθέσεις, το ήθος και η ηθική παραμένουν βασικοί πόροι για την κοινωνική ανανέωση. Η προδοσία και διαφθορά τους από τον εκσυγχρονισμό και τη λιτότητα μπορούν να αναστραφούν και να συνδυαστούν με μια νέα ηθική. Η αδιαπραγμάτευτη ηθική αρχή βρίσκεται κοντά στους πιο αδύναμους και αόρατους. Η κατηγορική της μορφή είναι «να δρας πάντα σύμφωνα με μια αρχή που καθολικευόμενη επιτίθεται και αναιρεί τις αιτίες που αποκλείουν και καταδικάζουν σε συμβολικό και φυσικό θάνατο μεγάλα κομμάτια του πληθυσμού». Η αρχή αυτή πρέπει να συνδυαστεί με την επέκταση της δημοκρατίας παντού, τη μετουσίωσή της από πολιτειακό σύστημα σε συνολικό τρόπο ζωής. Ετσι θα ξαναθεμελιωθούν οι κοινότητες και το ήθος τους, όχι ως συνέχεια μιας νεκρής παράδοσης αλλά ως συνεύρεση μοναδικών εαυτών. Σε αυτό όμως θα επανέλθουμε.

……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

* Καθηγητής της Νομικής, αντιπρύτανης και διευθυντής του Ινστιτούτου Ανθρωπιστικών Ερευνών στο Κολέγιο Μπίρκμπεκ του Πανεπιστημίου του Λονδίνου.

Πηγή : εφ. των συντακτών