Ekskentro1

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, τουλάχιστον, στην έννοια του εκσυγχρονισμού, η οποία καταλάμβανε πάντοτε σημαντική θέση στον πολιτικό λόγο του νεότερου ελληνικού κράτους, παγιώθηκε μια καίρια μεταμόρφωση: Το πολιτικό Κέντρο, καθοδηγούμενο από τους λεγόμενους «εκσυγχρονιστές», κατόρθωσε να ορίσει τον εκσυγχρονισμό ως κάτι που θα εξαιρούνταν στο εξής από τον «παραδοσιακό» πολιτικό ανταγωνισμό…

Η μεταπολιτική στροφή του πολιτικού Κέντρου εκφράστηκε βεβαίως από τη διακυβέρνηση του Κώστα Σημίτη αλλά και από τη διακυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή, με τον περίφημο «μεσαίο χώρο», αλλά εκεί όπου αποκαλύπτεται η ολοκληρωμένη πλέον δυναμική της είναι στις διακυβερνήσεις της κρίσης,  μ’ όλη τη ρητορική τους περί «άκρων», που αφήνει μόνον τις ίδιες ανέγγιχτες, κήρυκες μιας ψευδεπίγραφης και προσχηματικής συναίνεσης.

Η δυναμική αυτή συγκροτείται γύρω από ένα δόγμα, σύμφωνα με το οποίο το πολιτικό περιεχόμενο του εκσυγχρονισμού δεν συναρτάται με το αν συνιστά μια «δεξιά» ή μια «αριστερή» θεώρηση αλλά με την εφαρμογή «ρεαλιστικών» μέτρων που θα επιτύχουν «ανάπτυξη», δηλαδή με το αν επιθυμεί τελικά κανείς την «πρόοδο» αντί για τη «στασιμότητα».  Δεν υπάρχει, είπαν, «αριστερή» ή «δεξιά» πρόοδος, υπάρχει απλώς πρόοδος. Το πολιτικό ρήγμα, ως εκ τούτου, δεν βρίσκεται ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά, αλλά ανάμεσα σε αυτούς που υποστηρίζουν την πρόοδο και σε αυτούς που της αντιστέκονται.

Η έννοια αυτή του εκσυγχρονισμού συνδέεται με τις εξελίξεις στην ευρωπαϊκή πολιτική με τουλάχιστον τέσσερις τρόπους. Ο πρώτος είναι ιστορικός: η αντίστιξη μεταξύ εκσυγχρονισμού/προόδου (Ευρώπης) και επαρχιωτισμού/καθυστέρησης (Ανατολής) έχει γνωστές και βαθιές ρίζες στον νεότερο ελληνικό πολιτικό λόγο. Ο δεύτερος είναι η υπόσχεση «προόδου» χάρη στη σταθερότητα και την ευημερία που εγγυάται η «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση»: οι κραταιές μεταπολεμικές δημοκρατίες της Ευρώπης, με το αδιαμφισβήτητο ιστορικό των λειτουργικών κοινωνικών συμβολαίων τους και την ανεμπόδιστη οικονομική ανάπτυξή τους, θα στέκονταν ασπίδα απέναντι στο ενδεχόμενο επανάληψης της ταραγμένης, αντιδημοκρατικής ελληνικής ιστορίας των δεκαετιών του 1950 και του 1960. Ο τρίτος είναι η αντανάκλαση του μεταπολιτικού παραδείγματος γενικότερα: η έννοια του εκσυγχρονισμού στην Ελλάδα κατασκευάζεται ως ανιστορική ουσία, όπως η δυτική δημοκρατία κατασκευάζεται ως άχρονο καταφύγιο του πλουραλισμού, υπέρμαχος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ανένδοτος εχθρός των ολοκληρωτισμών. Και ο τέταρτος –προέκταση, θα έλεγε κανείς, του τρίτου– είναι το πώς προοιωνίζεται την κορύφωση της ολοένα εντεινόμενης μεταδημοκρατικής θεώρησης της Ευρώπης: κάθε διατύπωση μιας εναλλακτικής αντίληψης που αμφισβητεί την προτεραιότητα της τεχνοκρατικής ορθοδοξίας επί της ευημερίας του λαού, χαρακτηρίζεται λαϊκιστική, μια μανιχαϊστική οπτική που δεν διαφέρει είτε προέρχεται από την Αριστερά είτε από τη Δεξιά, αποκλείοντας έτσι την έννοια του λαού από το θησαυρό των θεμιτών εννοιών του πολιτικού λόγου.[i]

Το Κέντρο συνεπώς μετασχηματίστηκε στην πραγματικά ριζοσπαστική δύναμη του πολιτικού συστήματος, τη δύναμη που επιδιώκει ουσιαστική αλλαγή στην κοινωνία – ουσιαστική με την έννοια του ότι δρομολογεί και υλοποιεί πραγματικούς, βιωμένους και ριζικούς μετασχηματισμούς στο κοινωνικό πεδίο, οργανώνει τους πληθυσμούς και τα σώματα με διαφορετικό τρόπο, διασπά και επανορίζει τις κοινωνικές σχέσεις και τα πολιτικά επίδικα, ανασυγκροτεί εν τέλει την ίδια την αυτοαντίληψη της κοινωνίας. Είναι αυτό το Κέντρο που πλέον για να το ορίσουμε καταφεύγουμε στον προσδιορισμό ακραίο.[ii]

Από την άλλη, όσοι του αντιστέκονται, όποια και αν είναι η πολιτική τους συλλογιστική, καταστήθηκαν συντηρητικοί ή και αντιδραστικοί. Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτός ο ριζοσπαστισμός του κέντρου δεν αποτελεί ψέμα. Πράγματι το «μετριοπαθές» ακραίο Κέντρο είναι αυτό που διατύπωσε έναν «θετικό» –φορμαλιστικά μιλώντας– λόγο, έναν λόγο που πίεζε για κοινωνικούς μετασχηματισμούς και που εξαπέλυσε επίθεση στις κατεστημένες κοινωνικές σχέσεις. Το γεγονός αυτό με τη σειρά του παγίδευσε την Αριστερά στο ρόλο του κοινωνικά συντηρητικού, καθότι πια, υπό το βάρος μιας άνευ προηγουμένου επίθεσης σε κάθε κοινωνική κατάκτηση και δημοκρατική ελευθερία, χρειαζόταν να αγωνιστεί για να μην αλλάξουν τα πράγματα.

Όσο για τη Δεξιά, βρέθηκε σε ανάλογη θέση με την Αριστερά για ένα διάστημα. Τα τέλη της δεκαετίας του 1990 και η αρχή της επόμενης είδαν αρκετές διαμάχες ανάμεσα στο εκσυγχρονιστικό Κέντρο και στις «απαρχαιωμένες» αντιλήψεις σχετικά με την εθνική ταυτότητα ή τη θρησκεία – επί τη βάσει, παρεμπιπτόντως, ακριβώς μιας θέσης ότι τέτοιες αντιλήψεις είναι, όχι δεξιές ή ακροδεξιές, αλλά «παρωχημένες». (Μια ηχώ τους επιβιώνει σε ήσσονος σημασίας σποραδικές διενέξεις που προκαλούν, λόγου χάρη, βουλευτές της ΔΗΜΑΡ ή πολιτευτές των λεγόμενων «φιλελεύθερων» κομμάτων – αν και έχει σβήσει πια εντελώς στους πιο αυθεντικούς, νέας κοπής σχηματισμούς, όπως η «Ελιά» ή «Το Ποτάμι», οι οποίοι πλέον προσδιορίζονται αμιγώς μεταπολιτικά.)

Αλλά η κρίση έφερε στο φως μια άλλη πραγματικότητα: Καθώς ο ίδιος ο εκσυγχρονιστικός λόγος πέτυχε να εγκαταστήσει μια μετα-αριστερή/δεξιά έννοια του εκσυγχρονισμού, το κρίσιμο χαρακτηριστικό που οποιοδήποτε κίνημα ή κόμμα έπρεπε να διαθέτει προκειμένου να αποτελεί νόμιμο συνομιλητή δεν ήταν άλλο από το να δέχεται τον εκσυγχρονισμό ως τη θεμελιώδη έννοια που διαμεσολαβεί τα συγκρουόμενα κοινωνικά συμφέροντα. Αυτό εξηγεί και τη φαινομενικά διεστραμμένη συμμαχία μετριοπαθών κεντρώων εκσυγχρονιστών και εθνικιστών ακροδεξιών, οι οποίοι συνασπίστηκαν για να διαφυλάξουν δήθεν την «ευρωπαϊκή προοπτική» της Ελλάδας. (Ουδείς από τους «σοσιαλιστές» το βρήκε προβληματικό να συνεργαστεί με την εθνικιστική δεξιά πτέρυγα της Νέας Δημοκρατίας ή με ακροδεξιούς του ΛΑΟΣ και πρώην ΕΠΕΝίτες.) Και παρέχει ένα καλό εργαλείο για να διαβάσουμε τον τρόπο με τον οποίο αναφύονται διαρκώς νέοι ακροκεντρώοι σχηματισμοί –όλοι, από τα ψευδοφιλελεύθερα κομματίδια ως τις αλλεπάλληλες επανεκκινήσεις της «κεντροαριστεράς», με απροκάλυπτη, σχεδόν εμμονική, στήριξη από τα ισχυρά ΜΜΕ–, οι οποίοι πασχίζουν να εκφράσουν έναν ακόμη πιο «καθαρό» μεταπολιτικό εκσυγχρονισμό, απογυμνωμένο εντελώς πια από τα όποια πολιτικά κατάλοιπα των συστατικών τους.

Η οικοδόμηση της ιδεολογίας του εκσυγχρονισμού είναι μάλλον το σημαντικότερο –και πιο καταστροφικό– πολιτικό γεγονός της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Είναι επείγον να την καταγράψουμε, να τη γενεαλογήσουμε και να την αποδομήσουμε.


[i] Βλ. Ν. Σεβαστάκης, Γ. Σταυρακάκης, Λαϊκισμός, αντιλαϊκισμός και κρίση, Εκδόσεις Νεφέλη, 2012

[ii] Βλ. Giorgos Katsampekis and Yannis Stavrakakis, Populism, anti-populism and European democracy: a view from the South

Πηγή  : unfollow