Φωτογραφία: Αλέξανδρος Κατσής/FosPhotos

Του Δήμου Χλωπτσιούδη

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις το τελευταίο διάστημα στις διαπραγματεύσεις με την τρόικα αναφορικά με την έκθεση και τις προτάσεις του ΟΟΣΑ που τίθενται ως προαπαιτούμενα, αν και δεν αποτελούν τμήμα του μνημονίου. 

Πρόκειται για τη γνωστή λογική του ΟΟΣΑ με εκθέσεις που πουλάει (1 εκ. κόστισε στη χώρα μας) για να ενισχυθεί η «ανταγωνιστικότητα». Βέβαια, το ότι οι «λύσεις» που προτείνει δεν έχουν καμία σχέση με το δημοσιονομικό έλλειμμα ή την ανακεφαλαίωση των τραπεζών, είναι άλλη ιστορία. Όπως μένει κρυφό ότι πρόκειται για εκθέσεις που στήνονται με βάση την αντίληψη τι ελέγχεται και τι πρέπει να απελευθερωθεί (αδιαφορώντας σε ποιο βαθμό είναι ελεύθερο κάτι).

Το γαϊτανάκι της έκθεσης για την ανταγωνιστικότητα ξεκίνησε με το γάλα. Η υποτιθέμενη – ως αξίωμα κι όχι με αποδείξεις- φτηνότερη τιμή σε μία γαλακτοπαραγωγό χώρα, θα φέρει ανάπτυξη. Βέβαια, η έκθεση απέχει τόσο πολύ από την ελληνική κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα ώστε προσπερνά ως μη υπάρχουσες τις καταγγελίες για τη δημιουργία καρτέλ και συντονισμένης πολιτικής των εταιρειών. Μόνος στόχος είναι η μείωση της τιμής για τον καταναλωτή, που όμως εκτίθεται μόνο θεωρητικά χωρίς κάποιο σχεδιασμό και χωρίς αποδείξεις ότι τη δει ο καταναλωτής στο ράφι.

Στην ουσία η έκθεση ζητά αλλαγές στον τρόπο πώλησης του γάλατος επειδή ανάλογοι μέθοδοι πώλησης είχαν θετικά αποτελέσματα σε ορισμένες χώρες. Ωστόσο, όσοι την υπερασπίζονται αποφεύγουν να θίξουν το γεγονός ότι σε εκείνες τις χώρες υπάρχουν δεκάδες εταιρείες παστερίωσης και διακίνησης γαλακτοκομικών προϊόντων, με λογική συνέπεια τον μεταξύ τους ανταγωνισμό. Αντίθετα, στην Ελλάδα οι ανάλογες επιχειρήσεις μετριούνται μόνο σε ένα χέρι. Σε αυτές όμως προστίθενται και μερικές μικρές τοπικές επιχειρήσεις που μειώνουν τις πωλήσεις των κολοσσών του χώρου και φυσικά κινδυνεύουν άμεσα από τον «ανταγωνισμό».

Στον ίδιο χορό βέβαια και το ψωμί και οι αρτοποιοί προς όφελος των υπεραγορών που θέλουν να ψήνουν κατεψυγμένο ψωμί και να το πουλάνε ως φρέσκο.

Η μασκαράτζα της έκθεσης ακολουθήθηκε από το χορό του βιβλίου και της ενιαίας τιμής. Οι συντάκτες της έκθεσης βλέποντας τον όρο «ενιαία τιμή», τον «μετέφρασαν» σε προστατευμένη τιμή, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι η τιμή ορίζεται από τον ιδιώτη που το πουλά και γνωρίζει τον ανταγωνισμό καλύτερα από τον καθένα. Κι όμως ο χώρος του βιβλίου λόγω των χιλιάδων επιχειρήσεων (εκδότες, βιβλιοπωλεία, αποθήκες βιβλίων, τυπογραφεία) και φυσικών προσώπων (συγγραφείς και αυτοεκδότες) διακρίνεται από τον απόλυτο ανταγωνισμό. Έναν ανταγωνισμό που όμως επιτρέπει τη συνύπαρξη των επιχειρήσεων με περιορισμένες απώλειες.

Ωστόσο, στην ουσία αυτός είναι ο τελικός στόχος του ΟΟΣΑ. Το κλείσιμο των μεσοαστικών επιχειρήσεων και οι απομάκρυνση των νέων και μη ευπώλητων συγγραφέων. Στο όνομα της ανταγωνιστικότητας προσπαθούν να δικαιολογήσουν την πολιτική εξαφάνισης των μικρών επιχειρήσεων και συγγραφέων από το χώρο του βιβλίου. Ουσιαστικά, η έκθεση προάγει τον κανιβαλισμό των επώνυμων δημιουργών, των μεγάλων εκδοτών και των αλυσίδων πώλησης, βλέποντας το βιβλίο όχι ως μέσο διακίνησης ιδεών αλλά ως καταναλωτικό αγαθό.

Τελευταία, ήρθε στην επιφάνεια η πρόταση για νόθευση του ελαιόλαδου με κατώτερης ποιότητας έλαια, επειδή αυτό σε κάποιες χώρες μείωσε τις τιμές. Βέβαια και πάλι η έκθεση παραβλέπει ότι εκείνες οι χώρες δεν έχουν ντόπια παραγωγή, αλλά μόνο εισάγουν. Επίσης παραβλέπεται ότι το ελαιόλαδο και η φέτα είναι τα πλέον αναγνωρίσιμα ελληνικά προϊόντα που εξάγονται.

Η νόθευση (η έκθεση μιλά για ανάμειξη βέβαια) εικάζεται ότι θα μειώσει την τελική τιμή, κάτι που σαφώς λειτουργεί ανταγωνιστικά προς όφελος των μεγάλων επιχειρήσεων του κλάδου. Οι μικρής διακίνησης ετικέτες και οι ιδιωτικές θα βρεθούν στο μάτι του κυκλώνα, καθώς θα πρέπει μέσα σε συνθήκες ύφεσης να ανταγωνιστούν τις χαμηλότερες τιμές των μεγάλων, ακόμα κι αν ο καταναλωτής γνωρίζει τη διαφορά στην ποιότητα (αδυνατώντας όμως να την πληρώνει).

Το ελληνικό κράτος χρυσοπλήρωσε μία έκθεση που την έχει ανάγκη για να «αποδείξει» ότι τα συγκεκριμένα μέτρα είναι αναγκαία. Αντί να βρεθούν τρόποι να βελτιωθεί η ποιότητα των αγαθών και να διακριθούν στον ανταγωνιστικό χώρο διά της ποιότητάς τους, η ελληνική κυβέρνηση και η τρόικα (με τους φορείς που εκπροσωπεί) προκρίνουν τη διάλυση της μεσαίας και μικρής παραγωγής προς όφελος μόνο των μεγάλων επιχειρήσεων. Η προαγωγή της ποιότητας σε αγαθά και υπηρεσίες είναι το δυναμικό πεδίο που οι μεσαία επιχειρηματικότητα δύναται να ανταγωνιστική τις ελίτ. Αντί να αναζητηθούν μέθοδοι αύξησης του εισοδήματος των πολιτών, ώστε να αυτό να κατευθυνθεί στην κατανάλωση, επιδιώκουν την υλοποίηση μέτρων που θα μειώσουν τα έσοδα στον κλάδο και θα αυξήσουν τη φτώχεια και την ανεργία.

Και βέβαια τα μέτρα χτυπούν πρωτίστως τις μικρές και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις. Από την αρχή, άλλωστε, ήταν βασικός στόχος η διάλυση της μεσοαστικής οικονομίας. Οι μειώσεις στους μισθούς διέλυσε τη μεσοαστική επιχειρηματικότητα που στηρίζονταν σε απόλυτο βαθμό από τα μεσαία και λαϊκά στρώματα. Και οι μεσοαστοί επιχειρηματίες για χρόνια έβλεπαν ως αντιπάλους τους δημόσιους υπαλλήλους, ένα άλλο τμήμα της μεσαίας τάξης…

Η έκθεση προτείνει ένα νέο χτύπημα στη μεσοαστική οικονομική δραστηριότητα που είναι η μόνη όπως φάνηκε που μέχρι σήμερα συνέβαλε στην κοινωνική ανάπτυξη. Ωστόσο, όχι μόνο χτυπά τα μεσαία στρώματα, αλλά προσπαθεί να μεταβάλει πλήρως το χώρο της αγοράς επιβάλλοντας αγαθά κατώτερης ποιότητας.

Kατεβάστε ελεύθερα το πολιτικό δοκίμιο «Η μεσαία τάξη στην αγχόνη της κρίσης» του Δήμου Χλωπτσιούδη από εδώ ή διαβάστε το online

Πηγή : tvxs