cunnilingus-demotivational-poster-1235481722

Του Χρήστου Νάτση

«Κάντε το πρώτο σας γλείψιμο πολύ αργά. Καλό είναι να αναστενάξετε κιόλας, λιγάκι. Δείχνει ότι το σκάβετε, ενώ παράλληλα στέλνετε υπέρυθρες δονήσεις μέσα της. Ξεκινήστε λίγο πιο πάνω από τον πρωκτό και πάρτε το σε όλο το μήκος, μέχρι να φτάσετε στο γουνάκι. Κάντε τουλάχιστον δώδεκα από αυτά τα γλειψίματα Αγίου Βερνάρδου, μέχρι να προχωρήσετε παρακάτω (πολύ αργά, περίπου 4 δευτερόλεπτα για κάθε γλείψιμο). Τώρα είναι μια καλή στιγμή να ανακαλύψετε τι είδους κλειτορίδα διαθέτει. Αν είναι ευαίσθητη, κατά πάσα πιθανότητα θα συσπαστεί καθώς περνάτε από πάνω της, πράγμα που σημαίνει ότι μάλλον η αποστολή σας θα ΄ναι εύκολη. Αν δεν υπάρξει αντίδραση, τότε μάλλον έχει απο ΄κείνες τις αναίσθητες κλειτορίδες, άρα σας περιμένει μια μισάωρη συνεδρία, καθώς και τενοντίτιδα στη γλώσσα».

Το καινούριο στα ελληνικά πράγματα Vice, σε άρθρο με τίτλο «Ο οδηγός για το καλό γλειφομούνι», μας προσφέρει έναν συνδυασμό κλινικού ιδιώματος που επιδιώκει ταυτόχρονα και μια κωμική αποστασιοποίηση. Μια συντηρητική ματιά θα έβλεπε εδώ ένα ακόμα δείγμα της πραγμοποίησης που έχει υποστεί η σεξουαλικότητα στο πλαίσιο των ηδονιστικών μετανεωτερικών κοινωνιών. Ίσως και να είχε δίκιο. Εδώ θα προτιμήσω ωστόσο να διαβάσω σε αυτόν τον οδηγό -που πότε μιλάει για γλειφομούνι και πότε για αιδιολειχία- μία μορφή του μεταμοντέρνου κυνικού λόγου της ιδεολογίας. Ο Ζίζεκ έχει δώσει την μορφή αυτού του λόγου ως «το ξέρω, αλλά το κάνω». Σε αντίθεση, δηλαδή, με την κλασικού τύπου ιδεολογία, που στηρίζεται στην μυστικοποίηση, στη συσκότιση μιας πραγματικότητας, η μεταμοντέρνα ιδεολογία αποτελεί ένα πλεόνασμα προσποίησης. Προφανώς, ο οδηγός για ένα καλό γλειφομούνι απευθύνεται σε μια κατηγορία αναγνωστών που έχουν διαβάσει άλλους τόσους οδηγούς και άρα δεν θα σοκαριστούν με έναν ακόμα. Δίνει μόνο μια περαιτέρω εμβάθυνση σε αυτήν την προσποίηση καθώς αφαιρεί το στοιχείο ένταξης της σύνολης προσωπικότητας στη διαδικασία. Κακά τα ψέματα, το να κάνεις γλειφομούνι δεν είναι πράξη ίδιας τάξης με το να φιλετάρεις ένα ψάρι. Αν το δεις έτσι, θα έχεις την μορφή χωρίς την ουσία, μια καθαρή φόρμα.

Τον δικό του οδηγό, σε επίπεδο πολιτικής πρότασης αυτή την φορά, έδωσε σήμερα ο Σταύρος Θεοδωράκης. Την πολιτική χωρίς πολιτικοποίηση την ξέραμε ήδη – η καμπάνια υπέρ του Γιώργου Καμίνη και του Γιάννη Μπουτάρη, εξάλλου, σ’ αυτό το discourse εντάσσεται. Ο Θεοδωράκης κάνει όμως το παραπάνω βήμα, εξωθώντας την ιδεολογία στην κυνική της κατάφαση:

«Τα τελευταία τριάντα χρόνια έχω γνωρίσει από κοντά όλους τους πολιτικούς ηγέτες. Όλοι μπορούσαν μόνοι τους. Έλεγες στον ένα “βοήθα να γίνει αυτό”, σου απαντούσε “όχι τώρα – όταν θα γίνω πρωθυπουργός”. Άνθρωποι χωρίς κανένα δείγμα γραφής πουθενά, να τους ακούς να λένε “όταν θα έρθω στα πράγματα θα τα αλλάξω όλα”. Πώς; Δούλεψες; Έχεις ανεβάσει έστω ένα ρολό μαγαζιού στη ζωή σου; Κατάφερες ποτέ κάτι μόνος σου; Όχι! Έχουν όμως το κληρονομικό χάρισμα της πολιτικής».

Τι πρόσθετει αυτός ο λόγος στην διάχυτη κριτική του πολιτικού συστήματος, αυτή που τόσοι και τόσοι έχουν απαξιώσει ως καθαρά λαϊκιστική; Προσθέτει την κίνηση της προσποίησης. Ενώ ο κλασικός λαϊκισμός εντάσσεται ακόμη στο πολιτικό πεδίο, προτείνοντας μια διαφορετικού τύπου ενσωμάτωση των μαζών, ο μεταμοντέρνος λαϊκισμός του Θεοδωράκη του αφαιρεί αυτή την ουσία, παραδίδοντας τον στο κοινό τής πολιτικής ως λάιφ στάιλ στην καθαρή του μορφή. Σαν το ιδανικό γλειφομούνι του Vice, είναι μια κενή χειρονομία διαστροφικής απόλαυσης.

Πηγή : unfollow