OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Άκουγα τον επί παντός επιστητού υπουργό κ. Γεωργιάδη στον Real fm, να παίρνει βαθιά ανάσα και να δηλώνει ότι γνωρίζει πολύ καλά το «σύνθετο θέμα» των διοδίων από «την εποχή που ήταν υπουργός ο Μάκης». Άσχετο; Άσχετο, αλλά σ’ αυτό θα κολλήσουμε τώρα; Κάντε μου τη χάρη σας παρακαλώ να ακούσετε το απόσπασμα. Είναι μικρό.

Λοιπόν, προσωπικά δε μ’ ενοχλεί ότι το «τεράστιο χρηματοδοτικό κενό» των έργων «που προέκυψε λόγω της κρίσης, καλύφθηκε σ’ ένα μεγάλο μέρος του από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, ένα άλλο καλύφθηκε από τις Τράπεζες με αναδρομική μείωση επιτοκίων, ένα τρίτο καλύφθηκε από το Κράτος, αλλά ασφαλώς ήταν κι ένα τελευταίο κομμάτι το οποίο προφανώς μπήκε στα διόδια».

Απλώς έχω μία απορία. Οι «παραχωρησιούχοι», δηλαδή οι κοινοπραξίες, δηλαδή οι εργολάβοι, τι ακριβώς κάλυψαν από αυτό το κενό; Δηλαδή ποιο είναι το επιχειρηματικό ρίσκο που πήραν οι εργολάβοι, από τη στιγμή που όλο το κενό το καλύψαμε εμείς οι πολίτες; Κι όταν λέω οι «πολίτες», εννοώ όλους εμάς που φορολογούμαστε διότι όταν ο υπουργός λέει ότι ένα μέρος του χρηματοδοτικού κενού το κάλυψε το Κράτος… ε, τι είναι το Κράτος αν όχι οι φορολογούμενοί του;

Ακόμη καλύτερο και τραγικότερο είναι ότι, όταν λέει ο κ. Γεωργιάδης πως μέρος του χρηματοδοτικού κενού καλύφθηκε από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, εννοεί ότι η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων ενίσχυσε τα έργα με τη μορφή δανείου στο ελληνικό Δημόσιο ύψους 650 εκατ. ευρώ. Και ποιο είναι το ελληνικό Δημόσιο που δανείστηκε για τους εργολάβους; Φυσικά οι φορολογούμενοι πολίτες του.

Πληρώσαμε λοιπόν, το «τεράστιο χρηματοδοτικό κενό» των εργολάβων, μία φορά ως Κράτος, δεύτερη φορά ως χρηματοδότες και διασώστες των τραπεζών οι οποίες στη συνέχεια μείωσαν αναδρομικά τα επιτόκια των εργολάβων, τρίτη φορά ως δανειζόμενοι από την ΕΤΕ και τώρα καλούμαστε να το καλύψουμε για τέταρτη φορά πληρώνοντας διόδια ως χρήστες των δρόμων που ΘΑ κατασκευαστούν. Δρόμων που το χρηματοδοτικό τους κενό έχουμε ήδη τριπλοκαλύψει.

Ως Κράτος, δηλαδή ως Δημόσιο, δηλαδή ως φορολογούμενοι εγώ κι εσύ, δεν καλύψαμε μόνο το «τεράστιο χρηματοδοτικό κενό», αλλά δώσαμε και αποζημιώσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ στους εργολάβους, αναλαμβάνοντας την ευθύνη για καθυστερήσεις σε απαλλοτριώσεις και εργασίες μεταφοράς δικτύων (σιδηροδρομικού, ΔΕΗ κ.λπ.). Αυτές οι αποζημιώσεις που πληρώσαμε, επισήμως φτάνουν το ποσό των 353.300.000 ευρώ, ενώ κάποια δημοσιεύματα ανεβάζουν το ποσό στα 400.000.000 ευρώ επειδή στην πορεία προστέθηκαν και κάποιες άλλες διευκολύνσεις.

Εν τω μεταξύ και ενώ τα έργα δεν προχωρούσαν, εμείς πληρώναμε διόδια κανονικά και οι κοινοπραξίες εισέπρατταν κανονικότερα. Συγκεκριμένα, από τα διόδια στα τμήματα: – Κλειδί, Ολυμπία οδός, Ιονία οδός, Άξονας Κεντρικής Ελλάδας και το τμήμα Κόρινθος – Τρίπολη – Καλαμάτα οι πέντε κοινοπραξίες είχαν έσοδα από τα διόδια ύψους 1,37 δισ. ευρώ από το 2008 μέχρι τον Οκτώβριο του 2013, όπως προέκυψε από την απάντηση του υπουργού Υποδομών Μιχ. Χρυσοχοΐδη προς τον βουλευτή Νίκο Νικολόπουλο.

Συγγνώμη αν το κουράζω, αλλά έχει κι άλλο ενδιαφέρον το θέμα. Το επιχείρημα που χρησιμοποιεί ο κ. Γεωργιάδης, ο κ. Χρυσοχοΐδης και οι λοιποί κύριοι που εφάρμοσαν την αύξηση στις τιμές των διοδίων είναι ότι «δυστυχώς οι αρχικές συμβάσεις με τους παραχωρησιούχους είναι πολύ ισχυρές» και άρα δεν υπάρχουν περιθώρια διαπραγμάτευσης. Αναφέρονται φυσικά στις συμβάσεις του 2007. Έλα όμως που τον Δεκέμβριο του 2013 αυτές οι ίδιες συμβάσεις «που είναι πολύ ισχυρές και δεν άφηναν περιθώρια αλλαγών» αναθεωρήθηκαν με τη διαδικασία του κατεπείγοντος από τη Βουλή υπέρ των εργολάβων!

Ήταν, λοιπόν, ισχυρές οι συμβάσεις μόνο ως προς τις αυξήσεις των τιμών στα διόδια και ως προς τα έσοδα των κοινοπραξιών, αλλά ήταν εντελώς ανίσχυρες σε ό,τι αφορούσε στις υποχρεώσεις τους! Έχει κι άλλα, όμως αυτά αρκούν. Το συμπέρασμα είναι απλό. Αυτό το Κράτος ή όπως αλλιώς θέλετε πείτε το, υπογράφει ισχυρές συμβάσεις αποκλειστικά με εργολάβους, τραπεζίτες, εφοπλιστές και την Τρόικα. Οι συμβάσεις του με το Σύνταγμα και τους πολίτες του είναι αξίας αντίστοιχης μονόφυλλου χαρτιού τουαλέτας. Μας έχει για να σκουπίζεται.

Πηγή : Καρτέσιος