29784444

Γράφει «Σε λίγο καιρό θα μάθω να κοιμάμαι με το μπαμπά σε άλλη χώρα και σε λίγα χρόνια θα μάθω να κοιμάμαι με το μπαμπά σε άλλη ζωή».

Μισή αλήθεια, μπορεί και ακόμη πιο μισή.

Μάθανε να λένε οι μπαμπάδες τόσο πειστικά ψέμματα, να τα ντύνουν σαν όμορφες αλήθειες, ξεγελώντας και τρομάζοντας ακόμη κι αυτούς τους ίδιους.

Κάποια στιγμή θα φύγεις, θα κάνεις τη ζωή σου, τη ζωή μας κι εμείς, φοβίες και κτητικότητες δεν χωράνε, δεν μας ανήκετε, δικιά σας η ζωή, δικό σας θέμα να μάθετε να κοιμάστε μ’ όποιον διαλέξετε δέκα ή δέκα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, δικό μας θέμα να το πάρουμε απόφαση -όσοι δυσκολευόμαστε-.

Λοιπόν, ούτε σε άλλη χώρα, ούτε σε άλλη ζωή θα πάνε οι μπαμπάδες. Όχι ολόκληροι, πάντως. Βρήκαν ένα μαγικό τρόπο -και σε κανένα δεν χαρίζουν το μυστικό- να αφήνουν πάντα ένα κομματάκι τους πίσω. Σε έναν καναπέ, σε ένα μπαλκόνι, στο κρεβάτι, μισοξύπνιοι, μισοκοιμισμένοι, περιμένοντας ένα τηλεφώνημα «καλά είμαι» , «μπορείς να ‘ρθεις να με πάρεις;» ή τον ήχο των κλειδιών στην πόρτα. Και μετά να κλείνουν μάτια ήσυχοι. Κι ας έχουν κλείσει για πάντα, από καιρό.

Οι μπαμπάδες είναι ελαττωματικοί. Όχι με τον τρόπο που τους βλέπουν τα παιδιά τους, μα αλλιώς. Μαθαίνουν να κοιμούνται με μισάνοιχτο το ένα μάτι ακόμη και για τριάντα, σαράντα και πενήντα -άμα δεν χάσουν το μέτρημα- χρόνια. Μέχρι να πουν -κάθε βράδι – φωναχτά, ψιθυριστά ή από μέσα τους (για να μη τους περάσουν για τρελλούς) «καληνύχτα». Και να σβήσουν το πορτατίφ δίπλα.

Πηγή : a/man/called/…