Του Σπύρου Λέκκα

Αραχτός βράδυ Παρασκευής, αποφεύγω να ανοίξω τηλεόραση, θέλω να διατηρήσω την ηρεμία μου και βυθισμένος στις σκέψεις μου, βάζω ν’ακούσω λίγη μουσική και ν’ απολαύσω μία παγωμένη μπυρίτσα, αφού είμαι από τους “προνομιούχους” που έχουν ακόμα τη δυνατότητα να πιουν μία παγωμένη μπύρα σπίτι τους.Οι ήχοι της blues μουσικής κατακλύζουν το σαλόνι κι ο BB King “ξεπλένει” το μυαλό μου και χαλαρώνει το σώμα μου. Τα “ρεμπέτικα” του Αμερικανικού Νότου είναι ό,τι καλύτερο γι’αυτή τη στιγμή.

Σχεδόν ποτέ δεν προσέχω τους στίχους στα τραγούδια που ακούω, μου αρέσει ν’ αφήνομαι να με παρασύρει το συναίσθημα της συνομιλίας των μουσικών οργάνων, το όλον feeling, που λέμε και στα Ελληνικά.Κάποια στιγμή κι ενώ είμαι χαμένος στις σκέψεις μου, ακούγεται ένα ευχάριστο – ελαφρύ κομματάκι όπου ο “βασιλιάς” συνομιλεί με την αγαπημένη του. Από τη φωνή μου δημιουργείται η εικόνα πως η γυναίκα αυτή είναι σίγουρα μαύρη και φορτωμένη με αρκετά κιλά, χαριτωμένη και σκερτσόζα. Πέφτει, λοιπόν, το αυτί μου στους πρώτους στίχους που πάνε κάπως έτσι:

“We may not have a cent
To pay the rent

We may have to eat beans everyday
But we’re gonna make it
And if a job is hard to find
And we have to stand
In the welfare line
I’ve got your love
And I know you got mine
And we’re gonna make it”
Οι στίχοι με καλούν να τους προσέξω:
“We may not have a home
To call our own

We may have to fight hardships alone
The car may be old
Our two rooms cold

And though we can’t spare
A roach a crumb

And if I have to carry around a sign
That says, “Help the deaf
The dumb and the blind”
I’ve got your love
You know you’ve got mine
We’re gonna make it
I know we will”

Φτιάχνεται η εικόνα: Ένα ζευγάρι μαύρων στο Μισισιπή τη δεκαετία του ’60. Ο άντρας μπαίνει στο λεωφορείο για να κατέβει στην πόλη και πρέπει να στέκεται όρθιος, γιατί τα καθίσματα είναι για τους λευκούς. Φτάνει στο γραφείο ευρέσεως εργασίας για μαύρους και στήνεται σε μία τεράστια ουρά περιμένοντας. Το βράδυ, επιστρέφει σπίτι, έχοντας κάνει ένα μεροκάματο της τάξης του 1 δολαρίου κι ένα πλατύ χαμόγελο, που αφήνει τα κατάλευκα δόντια του να φανούν, διαγράφεται στο πρόσωπό του καθώς συναντάει την αγαπημένη του να έχει στρώσει τραπέζι με το καθημερινό πλέον φαγητό: φασόλια και λίγο ψωμί. Κοιτάζονται όλο αγάπη, αγκαλιάζονται και αναφωνούν μέσα σε πελάγη ευτυχίας:

“I’ve got your love
You know you’ve got mine
We’re gonna make it
I know we will”

Μία παράξενη αίσθηση με κατακλύζει. Δεν είναι αυτό το λίγωμα που προκαλούν μερικές φορές τα ερωτικά τραγούδια. Είναι κάτι πιο γήινο, πιο επίπεδο, πιο πραγματικό. Νοιώθω να ζορίζομαι, να χάνεται κάθε ίχνος ρομαντισμού που διαθέτω. Όσο και να θέλω να διατηρήσω αυτή την αίσθηση της παντοδύναμης και υπερβατικής αγάπης που όλα τα αντέχει μου είναι αδύνατο, δεν μου βγαίνει με τίποτα.
Ο κάφρος εαυτός μου που ουκ ολίγες φορές με έχει εκθέσει στον πραγματικό κόσμο, παίρνει πρωτοβουλία, ταξιδεύει στο χώρο και στο χρόνο και παρεμβαίνει στη ολόγλυκια σκηνή ουρλιάζοντας:

“Μα καλά…είσαστε ΤΟΣΟ μαλάκες??”
Δεν καταλαβαίνετε ότι αυτό που ζείτε δεν είναι μία νομοτέλεια, αλλά η γαμημένη πραγματικότητα που έχουν φτιάξει οι ισχυροί για να σας εκμεταλλεύονται εσαεί?
Δεν οργίζεστε να τρώτε κάθε μέρα φασόλια και να σας φέρονται λες κι είσαστε σκυλιά αυτοί στους οποίους πουλάτε την εργατική σας δύναμη για ένα δολάριο τη μέρα?
Δεν κοκκινίζετε να λέτε thank god που έχουμε κι αυτό το 1 δολάριο?
Δεν ντρέπεστε να μην αντιδράτε σε ό,τι σας λένε οι ανθρωποφάγοι (λευκοί) εργοδότες σας μη τυχόν και χάσετε αυτό το ένα γαμω-δολάριο?
Δεν έχετε καμμία υπερηφάνεια?
Κανέναν αυτοσεβασμό?
Δεν έχετε αξιοπρέπεια?”

Το ζευγάρι έχει μείνει αγκαλιά, τα μάτια τους έχουν γουρλώσει και παρακολουθούν αποσβολωμένοι τον τρελλό που μπήκε στο τραγούδι τους και ταράζει την μακάρια ευτυχία τους! Ο άντρας, με ήρεμη φωνή και χαμηλωμένα μάτια λέει πως δεν μπορεί να κάνει κάτι, είναι υποχρεωμένος να δέχεται τους εξευτελισμούς και αυτό το ένα γαμω-δολάριο, αλλιώς δεν θα μπορούσαν να έχουν έστω κι αυτά τα καθημερινά, νερόβραστα φασόλια στο πιάτο τους.

Η γυναίκα, πιο τσαούσα και καπάτσα, με δυνατή, θρασύτατη φωνή μου λέει πως δεν θέλουν τίποτα παραπάνω και πως είναι ευτυχισμένοι με αυτά που έχουν, τους αρκεί που έχουν ο ένας τον άλλο. Το μόνο που θέλουν είναι η ησυχία τους και να μείνουν έξω από μπελάδες.

Ακαριαία, ένα ρίγος διαπερνάει τον κάφρο εαυτό μου. Είναι τόσο έντονο και τόσο απογοητευτικό το συναίσθημα, που περνάει άμεσα από τον κάφρο που βρίσκεται στο Μισισιπή του ’60 σε μένα, στην Αθήνα του 2012.
“Κι άλλοι νοικοκυραίοι”, σκέφτομαι, “παντού νοικοκυραίοι, μας έχουν πνίξει, είναι πολλοί και είναι αδίστακτοι”!
“Είναι παντού, ο κόσμος όλος γεμάτος φοβισμένα, ιδιοτελή, αδίστακτα ανθρωπάκια, που για να υπερασπιστούν αυτό το ένα γαμω-δολάριο της μη-αμοιβής τους είναι ικανοί να καταδώσουν ακόμα και τη μάνα τους, πόσο δε μάλλον έναν άγνωστο που τους μιλάει για οργάνωση στη δουλειά ή ένα τσούρμο “περίεργους” που τους μιλάνε για οργάνωση στις γειτονιές. Στην πυρά όλοι τους, αρκεί να μη χάσουν το γαμω-δολάριο.”
Τα μάτια μου βουρκώνουν από οργή, ο λαιμός μου σφίγγεται και δεν μπορώ να καταπιώ.
Ξέρω πως αυτό που θέλω να φωνάξω δεν είναι “σωστό”, δεν ταιριάζει με τον χαρακτήρα μου, αλλά στην τελική στ’ αρχίδια μου, όπως δεν με σέβεστε έτσι δεν θα σας σεβαστώ κι εγώ.
“Θάνατος στους νοικοκυραίους!”

“Ζήτω η ζωή!”

ΥΓ1: Σε ελεύθερη μετάφραση, οι στίχοι που παραθέτω παραπάνω, λένε:
Μπορεί να μην έχουμε ούτε ένα cent για να πληρώσουμε το νοίκι,
Μπορεί να χρειάζεται να τρώμε φασόλια κάθε μέρα,
Αλλά θα τα καταφέρουμε.
Μπορεί να είναι πολύ δύσκολο να βρούμε μία δουλειά
Και να χρειάζεται να στεκόμαστε ώρες στην ουρά του γραφείου πρόνοιας
Αλλά έχω την αγάπη σου κι εσύ τη δική μου
Και θα τα καταφέρουμε

Μπορεί να μην έχουμε ένα δικό μας σπιτάκι
Μπορεί να παλεύουμε συνέχεια μόνοι μας τις κακουχίες
Μπορεί τα αυτοκίνητό μας να είναι παλιό
Και τα δύο μας δωμάτια στο σπίτι παγωμένα
Παρόλο που δεν έχουμε να μοιραστούμε ούτε ένα ψίχουλο
Και αναγκάζομαι να κρατά μία πινακίδα στο δρόμο που λέει “Βοηθήστε τον κουφό, τον καθυστερημένο, τον αόματο”
Έχω την αγάπη σου κι εσύ τη δική μου
Και θα τα καταφέρουμε

ΥΓ2: Εννοείται πως η “επίθεση” του κειμενογράφου δεν στοχεύει την blues μουσική στο σύνολό της ούτε βέβαια τον μεγάλο συνθέτη και κιθαρίστα BB King, ούτε πολύ περισσότερο τους σκληρούς αγώνες της μαύρης κοινότητας των ΗΠΑ. Στοχεύει τη λογική και τη φύση των απανταχού “νοικοκυραίων”

Πηγή : inprecor