Του

Σαν osarena, μα και σαν άνθρωποι, όσο έχουμε ακόμα το δικαίωμα της φωνής, θα λέμε κάποια πράγματα που ίσως αγνοούν οι πολλοί άνθρωποι και είναι χρέος των όσων γνωρίζουμε να τα μεταλαμπαδεύσουμε σε όλους. Ξεκαθαρίζουμε πως δεν είμαστε ξερόλες, ούτε προσπαθούμε να πουλήσουμε πνεύμα ή ο,τιδηποτε άλλο (δείτε σχετικά στο τέλος του άρθρου).

Έχετε ακούσει και διαβάσει αρκετά για τις πατέντες, μα και για νομοσχέδια τύπου ACTA/SOPA/PIPA/CISPA, μα και άλλες μεθοδεύσεις οι οποίες καθιστούν τον άνθρωπο σε ένα ον μη σωστά σκεπτόμενο και σαν προορισμό ζωής, δουλειά και κατανάλωση.

Κατανάλωση σε προϊόντα και υπηρεσίες τα οποία θα είναι προσαρμοσμένα έτσι ώστε να αποδίδουν το μέγιστο κέρδος στον κατασκευαστή του (βιομήχανο, πχ).

Κατ’ αρχάς τα ΜΜΕ στον αέναο ρόλο τους της παραπληροφόρησης και αποχαύνωσης, έχουν πείσει τους ανθρώπους πως οι εταιρείες και τα εργοστάσια ιδρύονται προκειμένου να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας. Η κοινή λογική όμως είναι πως δημιουργούνται με έναν και μοναδικό σκοπό: για να φέρουν κέρδος στον ιδιοκτήτη τους.

Σαν αποτέλεσμα θα παρέχουν προϊόντα και υπηρεσίες, προκειμένου να καλυφτούν ορισμένες πραγματικές ή τεχνικές ανάγκες της κοινωνίας. Από τη στιγμή που είναι αυτό κατανοητό, πρέπει ν’ αναζητήσουμε τις συνθήκες, που δίνουν αυτήν τη δυνατότητα. Η κύρια συνθήκη είναι η ζήτηση. Έχουμε ένα προϊόν και υπάρχουν άνθρωποι που το θέλουν. Όσο πιο πολλοί, τόσο πιο μεγάλη η δυνατότητα κέρδους.

-Δεδομένο επίσης είναι πως οι κοινωνίες έχουν καταναλωτές με μισθούς και κλίμακες σε αυτούς. Άλλον μισθό παίρνει κάποιος δικαστικός λειτουργός, άλλον ένας εργάτης καθαριότητας, για παράδειγμα.

Έτσι έχουμε ένα ήδη διαμορφωμένο σύστημα αγοράς και με ίδια προϊόντα, μα διαφορετικής ποιότητας κατασκευής και χαρακτηριστικών. Αυτό από μόνο του είναι ένα βασικό τεχνητό χαρακτηριστικό τ’ οποίο έχει δημιουργηθεί από το καπιταλιστικό σύστημα και οι πατέντες (αυτές υπάρχουν σε όλα τα είδη και υπηρεσίες και όχι μόνο στο λογισμικό) και το αποτέλεσμά τους είναι πολύ απλά ο πληθωρισμός ο οποίος υπάρχει εδώ και πολλές δεκαετίες και καταστρέφει την μισθολογική ισότητα, δημιουργώντας κοινωνικο-οικονομικές αγοραστικές τάξεις.

Σε αυτή την περίπτωση χρησιμοποιήσαμε τον όρο: “τεχνητό”, καθώς τέτοιο είναι, τ’ οποίο και πάλι μέσω του πολιτικού συστήματος και των ΜΜΕ, θεωρείται “δημοκρατία, ισότητα και δίκαιο”.

Ένα παράδειγμα:

Θα επαναλάβουμε την λέξη: “τεχνητό” καθώς ό,τι είναι τέτοιο, μπορεί και να αλλάξει.

Όλο αυτό έχει και τα διαφορετικής ποιότητας/τιμής προϊόντα που κυκλοφορούν και απευθύνονται στο ανάλογο οικονομικά, αγοραστικό κοινό. Ο έχων θα πάρει έτσι κι’ αλλιώς το καλύτερο, ο μη έχων το πιο φθηνό με κάποιες ενδιάμεσες (μικρής εμβέλειας πια) κλίμακες. Εδώ πλέον δεν μιλάμε για προϊόντα μόνο, μα και για υπηρεσίες οι οποίες αν και θα έπρεπε να είναι κοινωνικής πρόνοιας, με πρόσβαση δηλαδή σε όλους τους ανθρώπους, ασχέτως αγοραστικής δύναμης, στην πράξη την καλύτερη πρόσβαση έχουν μόνο οι ισχυροί οικονομικά.

Ένα παράδειγμα αυτών των υπηρεσιών ειναι η υγεία, η δικαιοσύνη, η παιδεία. Το σύνολο των αρνητικών φαινομένων οφείλονται σε δύο διαφορετικούς παράγοντες: ο πρώτος είναι τα πνευματικά δικαιώματα στην τεχνογνωσία κι ο δεύτερος η ύπαρξη μέσα στην ίδια κοινωνία πλουσίων και φτωχών. Σε μία κοινωνία στην οποία υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί, εννοείται ότι τη ζητούμενη υπεραξία, όσο η ζήτηση είναι μεγάλη, μπορούν να την πληρώσουν μόνον οι πλούσιοι.Ο τεχνητός τρόπος λοιπόν, είναι αυτός που χωρίζει την αγορά με κριτήρια οικονομικά. Ο πλούσιος παίρνει ό,τι καλύτερο κι ο φτωχός αυτό που μπορεί.

Σε μία κοινωνία στην οποία υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί, εννοείται ότι τη ζητούμενη υπεραξία, όσο η ζήτηση είναι μεγάλη, μπορούν να την πληρώσουν μόνον οι πλούσιοι. Αν ο άνθρωπος ήταν ένα ον κουτό, οι βιομήχανοι θα επέλεγαν ένα επίπεδο παραγωγής, που τους ευνοεί και δε θα παρήγαγαν ούτε μία μονάδα παραπάνω. Έτσι, χωρίς ν’ αλλοιωθεί το σύνολο της οικονομικής ζωής, δυνατότητα αγοράς αυτοκινήτων, για παράδειγμα, θα είχαν μερικοί μόνον πλούσιοι.

Ο άνθρωπος όμως ως έξυπνος και ταυτόχρονα πονηρός, όταν βλέπει μία κατάσταση, που σε γενικές γραμμές τον αδικεί, την ανέχεται, γιατί ελπίζει να βρει την τεχνογνωσία, που θα του επιτρέψει να μπει στην αγορά. Στύβει το μυαλό του μέρα και νύχτα, για να βρει δικό του τρόπο παραγωγής ενός προϊόντος.

Το παράδειγμα με τα αυτοκίνητα:

Ας πάρουμε για παράδειγμα, κάτι οικείο, όπως το αυτοκίνητο:

Αν υποθέσουμε ότι στη Γερμανία το πρώτο εργοστάσιο ήταν η Mercedes-Benz, επειδή δεν κάλυπτε την αγορά, επέτρεψε τη γέννηση της BMW.
Όσο η ζήτηση είναι μεγαλύτερη από την παραγωγή, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Τα προβλήματα ξεκινούν από τη στιγμή που η αγορά τείνει στο όριο κι αρχίζουν οι συγκρούσεις. Αν δεν υπήρχαν τα πνευματικά δικαιώματα —κι εδώ βρίσκεται ο επικίνδυνος ρόλος τους— τα πράγματα θα ήταν πολύ απλά. Οι δύο γίγαντες θα κάλυπταν την αγορά με προϊόντα ίδιας ποιότητας και θα καθόριζαν την παραγωγή τους σε τέτοια επίπεδα, ώστε αργά ή γρήγορα το προϊόν αυτοκίνητο να ήταν προσιτό σ’ όλους τους ανθρώπους.

Επειδή όμως υπάρχουν τα πνευματικά δικαιώματα, το κεφάλαιο κατευθύνεται από δικούς του νόμους. Το κεφάλαιο πάντα θα εκδηλώνει την τάση του για μονοπώλιο από τη στιγμή που προστατεύεται. Έχουμε δύο γνώσεις, που και οι δύο έχουν αυτήν την κατεύθυνση. Αν δεν υπήρχαν τα πνευματικά δικαιώματα, αυτές οι γνώσεις θα ήταν απόλυτα ίδιες και η κατάσταση στο όριο μονοπωλιακή. Το κεφάλαιο έχει την τάση για μονοπώλιο, αλλά όταν φτάσει σ’ εκείνη την κατάσταση, χάνει τη δυνατότητα κέρδους. Αν τα εργοστάσια της Γερμανίας παρήγαγαν την οριακή παραγωγή για τις ανάγκες της, τότε οι τιμές θα έπεφταν μέχρι το όριό τους, που είναι το κόστος παραγωγής του προϊόντος και σχεδόν μηδενικό κέρδος για το βιομήχανο. Μέσω των πνευματικών δικαιωμάτων δημιουργείται μία τεχνητή κατάσταση στην αγορά, που έχει ως μοναδικό χαμένο τον εργαζόμενο.

Αυτό σημαίνει ότι αν η γνώση ήταν κοινή και τα εργοστάσια τα μισά στο Αμβούργο και τα μισά στο Μόναχο, θα συνέβαινε το εξής: ο Γερμανός που θα κατοικούσε στο Μόναχο, θα προτιμούσε να πάρει ένα BMW, που κατασκευάζεται στην πόλη του, παρά ένα ίδιο ποιοτικά Mercedes, που κατασκευάζεται στο βορρά και χωρίς καμία διαφορά να επιβαρύνεται το κόστος μεταφοράς. Αυτός είναι ο φυσικός τρόπος κι ευνοεί απόλυτα τους ανθρώπους.

Ο τεχνητός τρόπος

Ο τεχνητός τρόπος είναι αυτός που χωρίζει την αγορά με κριτήρια οικονομικά. Ο πλούσιος παίρνει ό,τι καλύτερο κι ο φτωχός αυτό που μπορεί. Με τη διαφορά της γνώσης η αγορά χωρίζεται μ’ αυτόν τον τρόπο: ο πλούσιος, αν η τεχνογνωσία της Mercedes είναι ανώτερη, θα πάρει, όπου κι αν κατοικεί, ένα αυτοκίνητό της. Είτε μένει στο Μόναχο είτε στη Φρανκφούρτη, αυτό που θέλει είναι το καλύτερο προϊόν.
Ενώ το προϊόν είναι ένα κι είναι το αυτοκίνητο, υπάρχει μεταβολή και τα προϊόντα γίνονται δύο. Το καλό και το λιγότερο καλό. Επειδή το κεφάλαιο σε κάθε περίπτωση λειτουργεί ανεξάρτητα από το επίπεδο της γνώσης και οι δύο αυτοί αντίπαλοι τείνουν προς την κατάκτηση της αγοράς, το επίπεδο της γνώσης απλά καθορίζει το σημείο εκκίνησης.

Αυτό σημαίνει ότι στο παράδειγμά μας η Mercedes ξεκινά από πάνω προς τα κάτω στο σύνολο του αγοραστικού κοινού, ενώ η BMW αντίθετα. Από τη στιγμή που θα γίνει η σύγκρουση, τα πάντα είναι σε βάρος των ανθρώπων. Από τη στιγμή που οι δύο Γίγαντες διεκδικούν το ίδιο μερίδιο της αγοράς, εγκαταλείποντας την παραδοσιακή πελατεία τους που έχουν καλύψει, αρχίζει και γεννιέται ο πληθωρισμός.

Και εδώ ανακύπτει ένα ερώτημα: Οι πραγματικοί θύτες του πληθωρισμού, ποιοι ειναι;

Τον πληθωρισμό τον δημιουργούν πάντα οι δούλοι. Όλοι οι άνθρωποι που είναι μισθωτοί και για οποιονδήποτε λόγο εισπράττουν υπεραξία, είναι υπεύθυνοι για τον πληθωρισμό. Ο χαρακτηρισμός “δούλος” τους δίνεται, γιατί ο δούλος κάνει πάντα αυτό που του υποδεικνύουν άλλοι και όχι αυτό που πραγματικά επιθυμεί.

Ένας ελεύθερος άνθρωπος δε δέχεται αυτήν την κατάσταση κι όταν δεν μπορεί να τη νικήσει, αποχωρεί. Όμως ένας άνθρωπος που εισπράττει μεγάλη υπεραξία, εξαιτίας της γίνεται δούλος. Ποιος άνθρωπος, που, ενώ είναι μισθωτός, ζει σαν πλούσιος, θα έφερνε αντίρρηση σ’ αυτόν, που του δίνει την υπεραξία;

Όταν οι δύο Γίγαντες έρθουν σε σύγκρουση, αυτόματα αρχίζουν κι εμφανίζονται δούλοι. Ποιοι είναι αυτοί; Θυμηθείτε εδώ, ότι άπειρα χρόνια πιο παλιά και μέσω των πνευματικών δικαιωμάτων ο βλάκας φεουδάρχης έγινε ευφυής βιομήχανος. Αυτό σημαίνει ότι όταν έρθει η στιγμή της σύγκρουσης και τα πράγματα αρχίζουν να γίνονται δύσκολα, αυτός ο φεουδάρχης αδυνατεί ν’ αντεπεξέλθει στις ανάγκες της σύγκρουσης. Αρχίζει λοιπόν και προσλαμβάνει στελέχη, που έχουν γνώσεις. Αυτά τα στελέχη είναι οι δούλοι κι οι αμοιβές τους δεν έχουν καμία σχέση μ’ αυτές τον εργατών. Όσο πιο δύσκολες γίνονται οι συνθήκες, τόσο μεγαλύτερες απαιτήσεις υπάρχουν. Οι βιομηχανίες ζητούν τους καλύτερους κι αυτό σημαίνει τους ακριβότερους.

Έτσι προκύπτει μια ακόμα μεγάλη αλήθεια για την πραγματικότητα ή και την αντικειμενικότητα της τεχνογνωσίας:

Η τεχνογνωσία γεννά κι αυτή δούλους. Τους καλύτερους μηχανικούς και σχεδιαστές τους παίρνει αυτός, που πληρώνει καλύτερα. Το ίδιο ισχύει και για τους διαφημιστές. Όλα αυτά επηρεάζουν άμεσα την τιμή του προϊόντος κι όταν αυτό γίνεται στο σύνολο των προϊόντων, ο μεγάλος χαμένος είναι ο εργαζόμενος.

Έτσι, ενώ ένα προϊόν έχει κόστος πραγματικό —το κόστος των πρώτων υλών για την παραγωγή του, το κόστος του εργάτη που το παρήγαγε και το κόστος της ενέργειας που απαίτησε η παραγωγή του προϊόντος — αυτό που συμβαίνει είναι εντελώς διαφορετικό.
Ο βιομήχανος που διαθέτει το εργοστάσιο, έχει κάθε δικαίωμα να ζητά το κέρδος κι αυτό σημαίνει ότι το προϊόν, όταν θα φτάσει στην αγορά, θα έχει σε κάθε περίπτωση αξία η οποία θα καλύπτει το κόστος παραγωγής του και θα περιλαμβάνει και το ποσοστό κέρδους του βιομηχάνου.
Όπως ο εργάτης εργάζεται για το κέρδος, έτσι κι ο βιομήχανος εργάζεται γι’ αυτό με τη διαφορά ότι ο καθένας ξεκινά με διαφορετικά δεδομένα. Ο ένας έχει και πλούτο και δυνατότητα εργασίας, ενώ ο δεύτερος μόνον τη δυνατότητα εργασίας.

Συνεχίζεται…

Πηγή : osarena

αναδημοσίευση : Ώρα Κοινής Ανησυχίας