Του Άκη Γαβριηλίδη

Εδώ και αρκετό καιρό, κάποια χρόνια ήδη, έχει αρχίσει να εδραιώνεται στην ελληνική δημόσια σφαίρα o λεκτικός σχηματισμός «του ακραίου κέντρου», όπως τον έχουμε αποκαλέσει

Στο πλαίσιο του σχηματισμού αυτού, με ρητή επίκληση του «κράτους δικαίου» και της «ευρωπαϊκής παράδοσης» –και με άρρητη υιοθέτηση της αποικιοκρατικής/ οριενταλιστικής διάστασης της εν λόγω παράδοσης-, είθισται να καταγγέλλεται η βιαιότητα και η ανομία των λαϊκών εκδηλώσεων διαμαρτυρίας και να υποδεικνύεται στους ενδιαφερομένους να την αποκηρύξουν (βλ. προηγούμενο σημείωμα γι’ αυτό το θέμα εδώ). Τελευταία δε, που δεν είναι πλέον τόσο συχνές οι σχετικές αφορμές, οι καταγγελίες στρέφονται κατά τυχόν πολιτικών κομμάτων –και ιδίως ενός συγκεκριμένου κόμματος– που κρίνονται ύποπτα για προσπάθεια υποκίνησης ή/και εκμετάλλευσης τέτοιων εκδηλώσεων.

Όλα αυτά ήταν γνωστά. Βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσα εξέλιξη ότι πρόσφατα, με αφορμή τη γνωστοποίηση περί των τραπεζικών καταθέσεων κάποιων βουλευτών του εν λόγω κόμματος, η τεχνογνωσία από αυτή την προσπάθεια λεκτικής πειθάρχησης επιχειρείται να δοκιμαστεί και σε ένα νέο πεδίο: αυτό της οικονομικής κανονιστικότητας.

Για πρώτη εξ όσων έχω υπόψη μου φορά, κάτι τέτοιο δοκιμάζεται στο άρθρο του Παναγή Παναγιωτόπουλου «Αριστερός επενδυτής: σωστό ή λάθος;» (Τα Νέα 21/12/2013)[1].

Όταν γράφεται το άρθρο αυτό, έχουν προηγηθεί αρκετές επικρίσεις κατά της «υποκρισίας» των δύο βουλευτών, είτε απ’ τα αριστερά είτε απ’ τα δεξιά (ή από δεξιούς που χρησιμοποιούν «αριστερό» σκεπτικό για να τους εκθέσουν σε αντίστοιχα ακροατήρια). Ο Παναγιωτόπουλος σπεύδει εξ αρχής να αποστασιοποιηθεί από την ανάδειξη μιας ασυνέπειας ανάμεσα στα λόγια και τα έργα, δηλ. ανάμεσα στην κτήση αμοιβαίων κεφαλαίων και την ένταξη στην αριστερά.

Όμως, παρά την αποποίηση αυτή, και το ίδιο το δικό του άρθρο έρχεται να καταλογίσει ακριβώς μια «αναντιστοιχία μεταξύ ατομικού πραγματισμού των βουλευτών και της κομματικής ιδεολογίας τους». Εν τοιαύτη περιπτώσει, αναρωτιέται κανείς, ποια είναι η διαφορά;

Με βάση την αυτοπαρουσίαση του άρθρου, είναι ότι εκείνες οι επικρίσεις συνιστούν «ρηχή ηθικολογία», ενώ η κριτική του άρθρου «άπτεται πλήρως του πολιτικού».

Την αναντιστοιχία αυτή ο Παναγιωτόπουλος τη διατυπώνει ως εξής:

Οι άνθρωποι αυτοί [ο Τσακαλώτος και ο Σταθάκης] αποδέχονται πλήρως τον παγκόσμιο, αγοραίο καπιταλιστικό κανόνα. Τη φόρμα του, το περιεχόμενό του, τη λογική του κέρδους μέσα από χρηματοπιστωτικές τοποθετήσεις. Διαχειρίζονται την προσωπική τους περιουσία με απόλυτη γνώση του καπιταλιστικού κανόνα. Με απόλυτο οικονομικό ρεαλισμό. Το κόμμα τους όμως, εν πολλοίς και οι ίδιοι ως φορείς πολιτικής, επί τρία χρόνια, αλλά ακόμα και σήμερα, υπόσχονται μια ελληνική και περήφανη παραβίαση αυτού του κανόνα. Υπόσχονται την περιφρόνηση των επιτοκίων, γενικά των τρόπων μέτρησης του ελληνικού κινδύνου, τη σημασία των ελλειμμάτων και των μηχανισμών ρύθμισης του δημόσιου χρέους.

Ποιος ξέρει λοιπόν… Ισως η αποκάλυψη των ημερών συμβάλλει ώστε η αναντιστοιχία αυτή μεταξύ ατομικού πραγματισμού των βουλευτών και της κομματικής ιδεολογίας τους να μειωθεί υπέρ του πρώτου.

Μία ακόμα διαφορά, λοιπόν, (ή η ίδια με άλλα λόγια), είναι ότι το άρθρο προχωρά και υποδεικνύει στους δύο βουλευτές, με τη μορφή μιας ρητορικής υπόθεσης, πώς θα πρέπει να άρουν την ανακολουθία: διά της ευθυγράμμισης του αντικαπιταλιστικού λόγου προς την φιλοκαπιταλιστική πρακτική, και όχι το αντίστροφο.

Υπάρχει όμως πράγματι αναντιστοιχία; Νομίζω ότι, για να βγει αυτό το συμπέρασμα, μερικά πράγματα τραβιούνται απ’ τα μαλλιά ή χρησιμοποιούνται με διπλή έννοια.

Το ότι όσοι τοποθετούν τα λεφτά τους σε αμοιβαία κεφάλαια «αποδέχονται πλήρως τον παγκόσμιο, αγοραίο καπιταλιστικό κανόνα» είναι προβληματικό συμπέρασμα. Τι θα πει «αποδέχονται πλήρως»; Προσαρμόζουν την πρακτική τους προς τον κανόνα αυτόν, ίσως. Εφόσον αυτή είναι η μόνη πρακτικά διαθέσιμη λύση. Ωστόσο, η συμμόρφωση προς έναν κανόνα, όπως ξέρουμε και από τον Καντ, είναι ετερόνομη και αφορά την εξωτερική συμπεριφορά, ενώ η αποδοχή, και μάλιστα η «πλήρης» τοιαύτη, αφορά το φρόνημα και τις πεποιθήσεις. Δεν είναι θεμιτό να συναγάγουμε πλήρη αποδοχή από την πρακτική συμμόρφωση.

Ακόμη λιγότερο δε μπορούμε να την συναγάγουμε από την απλή γνώση του κανόνα, η οποία επίσης αποδίδεται –τελείως αναιτιολόγητα- στους δύο βουλευτές. Εδώ, η αυθαιρεσία είναι διπλή, και μάλιστα περιττή ή και επιβλαβής για τους σκοπούς του άρθρου: πρώτα, ο Παναγιωτόπουλος αποδίδει στους δύο βουλευτές «απόλυτη γνώση του καπιταλιστικού κανόνα, της φόρμας του και του περιεχομένου του», χωρίς να συνειδητοποιεί ότι έτσι τους καταλογίζει ως ψόγο και ως ελάττωμα κάτι που ακόμα και ο Τζορτζ Σόρος θα δίσταζε να αποδώσει ως έπαινο στον εαυτό του –λες και είναι δυνατό να έχει ποτέ κανείς γνώση, και μάλιστα απόλυτη, «των επιτοκίων, γενικά των τρόπων μέτρησης του ελληνικού κινδύνου, τη σημασία [sic· μάλλον εννοεί της σημασίας] των ελλειμμάτων και των μηχανισμών ρύθμισης του δημόσιου χρέους». Και, σε δεύτερη φάση, από αυτή την ήδη αχρείαστη αυθαιρεσία, εξίσου αυθαίρετα συνάγει αποδοχή του κανόνα.

Ωστόσο, η γνώση αποτελεί ένα τρίτο πάλι στοιχείο, άσχετο με τα άλλα δύο: το να γνωρίζεις έναν κανόνα είναι ένα πράγμα, να τον ακολουθείς είναι ένα άλλο, και να τον αποδέχεσαι πλήρως ένα τρίτο. Εάν λοιπόν κάποιος κάνει μόνο το ένα ή τα δύο πρώτα, αυτό δεν του στερεί το δικαίωμα να υπόσχεται κάτι άλλο, εξίσου όπως το γεγονός ότι όλοι οι κομμουνιστές πάντοτε συμμετείχαν στις καπιταλιστικές αγορές (εργασίας, εμπορευμάτων …) επειδή δεν είχαν άλλον τρόπο να φάνε, να ενδυθούν κ.λπ., δεν τους εμπόδιζε να υπόσχονται την ανατροπή της κοινωνίας της αγοράς. Εκτός και αν δεχόμαστε ότι ο χρηματοπιστωτικός τομέας είναι κάτι «άλλο», διαφορετικό –και φυσικά πιο «αμαρτωλό» και πιο «καπιταλιστικό»- από τις αγορές εργασίας και εμπορευμάτων που, αυτές, συνιστούν την «πραγματική οικονομία».

Αυτό το άλλο, τώρα, που υπόσχεται ο ΣΥΡΙΖΑ και οι βουλευτές του, δεν είναι απαραίτητα «ελληνικό». Ο όρος αυτός αποτελεί ακόμη μία αυθαίρετη προσθήκη του αρθρογράφου. Στο λόγο του συγκεκριμένου κόμματος δεν αναφέρεται πουθενά ότι η παρέκκλιση από τον κανόνα θα είναι ειδικά «ελληνική».

Επίσης όμως, και το κυριότερο, αυτό που παραβλέπει το άρθρο είναι ότι ο ίδιος ο καπιταλιστικός κανόνας προβλέπει την παράκαμψή του, ρυθμίζοντας τις προϋποθέσεις και τις συνέπειές της. Η άρνηση πληρωμής χρεών και η διαγραφή τους είναι απολύτως μέσα στον καπιταλιστικό κανόνα και δεν συνιστούν κατ’ ουδένα τρόπο παραβίασή του. Στο παρελθόν έχουν υπάρξει πολλά τέτοια φαινόμενα, τόσο για κράτη όσο και για επιχειρήσεις, χωρίς κανείς να μιλήσει για «γερμανική [/αμερικανική … κ.ο.κ.] περήφανη παραβίαση» του κανόνα.

Σε σχετικό του σημείωμα, ο Χρήστος Νάτσης ήδη επισήμανε ότι ανάμεσα στο ατομικό και το κρατικό «υπάρχει διαφορά επιπέδου» και ότι «ακόμα και σε ένα πλήρες καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα, τα άτομα και τα συλλογικά υποκείμενα δεν αποτελούν συγκρίσιμα μεγέθη». Αυτό είναι ορθό, αλλά εγώ θα προσέθετα ότι, ακόμα και –αν όχι ιδίως- σε ένα πλήρες καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα, η δυνατότητα παύσης πληρωμών για τα ίδια τα άτομα είναι πλήρως κατοχυρωμένη και ρυθμίζεται εξαντλητικά, ήδη από την εποχή του μερκαντιλισμού και του Ναπολεόντειου κώδικα. Στο ελληνικό αστικό (και με τις δύο έννοιες του όρου) δίκαιο, για παράδειγμα, υπάρχουν λεπτομερέστατοι κανόνες που ρυθμίζουν την κατάταξη των διαφόρων κατηγοριών (ιδιωτών) δανειστών εν όψει της εν μέρει ικανοποίησης –ή, οριακά, και της μη ικανοποίησης- των απαιτήσεών τους. Στο δε εμπορικό δίκαιο υπάρχει ειδική υποκατηγορία που αποκαλείται, ακριβώς, πτωχευτικό δίκαιο. Η πτώχευση, λοιπόν, είτε κάποιος την θεωρεί απευκταία, είτε ανεκτή, είτε επιθυμητή, πάντως δεν αποτελεί «περήφανη παραβίαση», αλλά εφαρμογή κανόνων.

Και, αν είναι έτσι, όποιος διαπιστώνει –ορθά ή, κατά μείζονα λόγο, εσφαλμένα- συμμόρφωση ή/ και γνώση του καπιταλιστικού κανόνα εκ μέρους κάποιων υποκειμένων και, εξ αυτής, εξάγει το συμπέρασμα ότι τα υποκείμενα αυτά δεν δικαιούνται πλέον να εκφράζουν πολιτική αντίθεση προς αυτόν τον κανόνα, απλώς κάνει κάτι που πάντοτε έκαναν οι άνθρωποι στην πολιτική: εμφανίζει την μερικότητα της επιθυμίας του ως καθολικότητα και αξιώνει από τους υπολοίπους να συμμορφωθούν στην ιδιοτέλειά του ως να ήταν (ο) Νόμος, επί ποινή να εμφανισθούν ως παράλογοι, αυθαίρετοι και βίαιοι. Και φυσικά ως αντιευρωπαίοι εθνολαϊκιστές. Μέχρι τώρα αυτό γινόταν κυρίως στο επίπεδο της νομικοπολιτικής συμπεριφοράς. Τώρα το έχουμε και στην οικονομία.

___________

[1] Το άρθρο είναι διαθέσιμο ηλεκτρονικά εδώ.

Πηγή: nomadic universality

Αναδημοσίευση  : red notebook