Η Μέλανι Γκρίφιθ και ο Χάρισον Φορντ στο "Εργαζόμενο κορίτσι"

Η Μέλανι Γκρίφιθ και ο Χάρισον Φορντ στο “Εργαζόμενο κορίτσι”

του Μιχάλη Αγραφιώτη

Πριν από είκοσι πέντε ακριβώς χρόνια, προπαραμονή Χριστουγέννων του 1988, πρωτοβγήκε στους αμερικανικούς κινηματογράφους το Εργαζόμενο Κορίτσι (Working Girl) του Μάικ Νίκολς. Γρήγορα έκανε μεγάλη επιτυχία παγκοσμίως, αποτελώντας μια από τις πιο γνωστές κομεντί της δεκαετίας του 1980. Τι μας μαθαίνει η ταινία; Ότι μια εργαζόμενη, ακόμα κι αν δεν διαθέτει τα τυπικά προσόντα, μπορεί να αναρριχηθεί στην ιεραρχία της επιχείρησης: εφόσον διαθέτει καπατσοσύνη, ικανότητες και ρισκάροντας, πετυχαίνει να ξεπεράσει τους αποκλεισμούς που επιβάλλει η αυστηρή δομή θεσμών και στελεχών.

Δεν μας ξενίζει κάτι τέτοιο: το Χόλυγουντ αναλαμβάνει να αφηγηθεί κάθε νέα κατάσταση που προκύπτει από τις τάσεις του οικονομικού συστήματος. Κυρίως προαναγγέλλει ή αντιπροσωπεύει την ιδεολογία, η οποία διαμορφώνει τη σκέψη που νομιμοποιεί τις νέες κοινωνικές αντιλήψεις. Οι αλλαγές δεν είναι επιφανειακές. ενώ ο βιομηχανικός τρόπος παραγωγής χρειάζεται τη γνώση, την ακαδημαϊκή μόρφωση και την εξειδίκευση, ο νεοφιλελευθερισμός επιδιώκει την απορρύθμιση, την άρση των κανόνων, «αναβαθμίζοντας» τους προλετάριους σε ισότιμους παίκτες ενός καζίνο.

4-agrafiotis-bΗ κεντρική ιδέα της ταινίας μπορεί να προσληφθεί ως ριζοσπαστική από τις εργαζόμενες τάξεις, που ασφυκτιούν στις γραφειοκρατικές δομές και την τυπική ιεραρχία. Αυτή η ιεραρχία καθορίζεται από τις τυπικές γνώσεις (τα «πτυχία») και την παλαιότητα, αλλά όσοι κατέχουν τις θέσεις-κλειδιά δεν ανταποκρίνονται πάντα στις απαιτήσεις ούτε βρίσκονται πάντα εκεί αξιοκρατικά. Έτσι ο αυθόρμητος χαρακτήρας που υποδύεται η Μέλανι Γκρίφφιθ συγκινεί όσους αγανακτούν με την υπάρχουσα δομή και όσους ζητούν στον εργασιακό χώρο εκείνη τη δικαιοσύνη που προκρίνει τα ατομικά προσόντα. Η απορρύθμιση γίνεται λαϊκή απαίτηση.

Η οπτική κατευθύνεται από το άτομο –τον εαυτό– προς την κοινωνία. Κάθε φορά, το Χόλυγουντ λέει, σε διάφορες εκδοχές, την ίδια ιστορία: το άτομο αντιμετωπίζει το σύνολο για να πραγματοποιήσει την επιθυμία ή το σκοπό του. Στη μεγάλη περιπέτεια του ατόμου οι συμμαχίες είναι μάλλον ευκαιριακές, τυχαίες ή συμπτωματικές, παρά βασίζονται σε κοινωνικές αιτίες ή ανάγκες. Το χολιγουντιανό σενάριο μας λέει ότι το Άτομο βρίσκεται σε διαρκή πόλεμο με το περιβάλλον.

Ο Λυοτάρ «προφήτεψε» την κατεύθυνση της «μεταμοντέρνας κατάστασης» (1979) που συμπίπτει με την επικράτηση της νεοφιλελεύθερης σχολής στην οικονομία: «Μπορούμε να περιμένουμε μια ισχυρή αποξένωση της γνώσης σε σχέση με τον “ειδήμονα”, όποια κι αν είναι η θέση που κατέχει ο τελευταίος στη γνώση. Η παλιά αρχή ότι η απόκτηση της γνώσης είναι αξεδιάλυτη από τη μόρφωση του πνεύματος, και μάλιστα του προσώπου, περιπίπτει και θα περιπέσει ακόμα περισσότερο σε αχρηστία».[1] Παράλληλα, το νεοφιλελεύθερο μοντέλο παίζει τον ρόλο του απελευθερωτή από την τυραννία μεσαζόντων, αρμοδίων, επιτροπών, θεσμών, κράτους, και όποιου «κόμβου» καθυστερεί την κυκλοφορία.

Επόμενο είναι η σύγχρονη «εποχή της κρίσης» να αποδίδεται, στις χολιγουντιανές ταινίες ως εφιάλτης που απειλεί την ειδυλλιακή ατμόσφαιρα του ατομικού θύλακα. Η οικονομική κρίση αποτελεί μια φυσική καταστροφή και οι πρωταγωνιστές στις ταινίες καταστροφής ανήκουν πάντα στην παραδοσιακή αμερικάνικη μεσαία τάξη. Υπάρχει μια πρόσφατη απεικόνιση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης που προκάλεσε η κρίση και μια προτροπή για εγρήγορση: την ώρα που ο Spiderman παλεύει με τη γιγάντια σαύρα στο Κολλέγιο, ένας ηλικιωμένος κύριος στη βιβλιοθήκη παραμένει απορροφημένος στην κλασική μουσική που ακούει από τα ακουστικά του. Ο θόρυβος από τους τοίχους που γκρεμίζονται δεν φτάνει στ’ αυτιά του (The Amazing Spider-Man, σκηνοθεσία Marc Webb, 2012).

Όλη η εξουσία στους (μικρο)μετόχους

Ο Όλιβερ Στόουν σκηνοθέτησε τον Μάικλ Ντάγκλας στον περίφημο μονόλογο της Wall Street (1987). Η ταινία σήμερα μπορεί να γίνει κατανοητή σε όλες τις πτυχές της — δηλαδή πέρα από το προφανές της πλοκής και των χαρακτήρων: την απληστία του χρήματος («Μoney never sleeps») και τον αμοραλισμό των κύκλων των χρηματιστών. Σήμερα, λόγω της τραγικής εμπειρίας, βλέπουμε καλύτερα το πέπλο της ιδεολογίας που σκεπάζει τις αντιλήψεις.

«Η ουσία είναι, κυρίες και κύριοι, ότι η απληστία, ελλείψει καλύτερης λέξης, είναι καλή. Η απληστία αποδίδει. Η απληστία ξεκαθαρίζει, και πιάνει την ουσία του πνεύματος της εξέλιξης. Η απληστία σε όλες της τις μορφές –απληστία για ζωή, χρήμα, αγάπη, γνώση– έχει σημαδέψει την ανοδική πορεία της ανθρωπότητας. Και η απληστία, θυμηθείτε τα λόγια μου, όχι μόνο θα σώσει την Τέλνταρ, αλλά και κάθε άλλη προβληματική επιχείρηση στις ΗΠΑ».

Σύμφωνα με τη νέα αντίληψη για τα πράγματα, πρέπει να παραγκωνιστεί κάθε διαμεσολάβηση –η «γραφειοκρατία»–, για να αναπτυχθούν όλες οι φιλόδοξες δυνάμεις που δρουν στην αγορά και ασφυκτιούν στη μέγγενη θεσμών και κράτους. Οι κατηγορίες του Ντάγκλας στρέφονται προς ένα θεσμικό όργανο, το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας. Στη συνέχεια τονίζει τον «ιστορικό ρόλο» που καλούνται να παίξουν οι μικρομέτοχοι, η «βάση»:

«Η Τέλνταρ έχει 33 διαφορετικούς υποδιευθυντές, που ο καθένας τους κερδίζει πάνω από $200.000 ετησίως. Ξόδεψα τους τελευταίους δύο μήνες αναλύοντας αυτά που κάνουν ετούτοι εδώ. Και ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω. Αυτό που ξέρω είναι ότι η εταιρία μας έχασε $110 εκ. πέρσι. Στοιχηματίζω ότι τα μισά ξοδεύτηκαν σε υπομνήματα που έστελναν μεταξύ τους!

Σήμερα, η διεύθυνση δεν έχει κανένα οικονομικό συμφέρον στην εταιρεία. Όλοι αυτοί οι άνδρες που κάθονται εδώ, κατέχουν κάτω από το 3% της εταιρίας. Και πού βάζει τον μισθό του του $1.000.000 ο κ. Κρόμγουελ; Όχι σε μετοχές της Τέλνταρ. Κατέχει κάτω απ’ το 1%.

Εσείς, οι μέτοχοι, είστε οι ιδιοκτήτες της εταιρίας. Και σας πηδάνε μεγαλοπρεπώς αυτοί εδώ οι γραφειοκράτες, με τα γεύματά τους, τα ταξίδια τους, τα τζετ τους, και τις χρυσές τους συμβάσεις».

Ο ήρωας που υποδύεται ο Ντάγκλας είναι ο μεγαλοτζογαδόρος του χρηματιστηρίου. Αντιπροσωπεύει μια καινούργια μορφή κεφαλαίου, αποκλειστικά παρασιτικού, που αδιαφορεί για την ίδια την παραγωγή. Αγοράζει και πουλά επιχειρήσεις αφού πρώτα τις χρεοκοπεί: «Δεν εξολοθρεύω εταιρίες. Τις απελευθερώνω».

Εχθροί του είναι οι επιτροπές όταν περιορίζουν τη «φυσική» του ροπή προς το κέρδος και σύμμαχοι οι ανώνυμοι μικρομέτοχοι, ο «λαός». Και πάλι η άρση των περιορισμών εμφανίζεται σαν λαϊκή απαίτηση. Η ταινία μας πείθει πως «όλοι μπορούν να γίνουν Ντάγκλας». Παρά τις ηθικές επικλήσεις του Στόουν (ίσως μια ελάχιστη παρέμβαση ενός προοδευτικού σκηνοθέτη στο Χόλυγουντ), για το αισιόδοξο νεοφιλελεύθερο δόγμα αρκεί να αρθούν τα θεσμικά εμπόδια που σταματούν την επαγγελματική ανέλιξη των «ικανών παικτών», όπως στην περίπτωση του Εργαζόμενου Κοριτσιού.

Εμπόδια με τη μορφή του δημόσιου συμφέροντος απείλησαν την καινοτόμο επιχειρηματικότητα των Ghostbusters (του Ιβάν Ράιτμαν, 1984). Αφού οι πρωταγωνιστές κατάφεραν να κερδίσουν την αγορά με την πρωτότυπη ιδέα της δίωξης φαντασμάτων, η Δημόσια Υπηρεσία Περιβάλλοντος ανησυχεί για την «τοξικότητα του χώρου αποθήκευσης των φαντασμάτων».

Όπως λέει και πάλι ο Λυοτάρ, η νέα κατάσταση «δεν βρίσκει τον λόγο ύπαρξης στην ομοφωνία των εμπειρογνωμόνων αλλά στην παραφωνία των επινοητών».[2] Η χολιγουντιανή αφήγηση αξιοποιεί μια υπάρχουσα αντίληψη για να προτείνει μια καινούργια: ότι οι επινοητές είναι πιο δημοφιλείς από τους εμπειρογνώμονες.

O Mιχάλης Αγραφιώτης είναι σκηνοθέτης. Σπούδασε στην Εθνική Ακαδημία Θεάτρου και Κινηματογράφου NATFIZ της Σόφιας στην τάξη του Ιβάν Νίτσεβ. Σήμερα εργάζεται στην εκπαίδευση.


[1] Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ, Η μεταμοντέρνα κατάσταση, μετ. Κωστής Παπαγιώργης, Γνώση, Αθήνα 1993, σ. 33.

[2] Στο ίδιο, σ. 27.

Πηγή : ενθέματα