Με αφορμή τα 45 χρόνια από το θάνατο του νομπελίστα συγγραφέα Τζον Στάινμπεκ, διαβάζουμε ένα επίκαιρο άρθρο του για την κρίση του 1929 στην Αμερική

ΘΥΜΑΜΑΙ ΠΟΛΥ ΚΑΛΑ ΤΟ 1929. ΕΙΧΑΜΕ ΠΙΑΣΕΙ ΤΗΝ ΚΑΛΗ (εγώ όχι, αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι, ναι). Θυμάμαι τα ζαλισμένα και ευτυχισμένα πρόσωπα των ανθρώπων που έφτιαχναν χάρτινες περιουσίες με τις μετοχές του χρηματιστηρίου. «Σήμερα κέρδισα δέκα χιλιάδες δολάρια μέσα σε δέκα λεπτά. Συνολικά, αυτήν τη βδομάδα κέρδισα ογδόντα χιλιάδες».

ΣΤΗ ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ ΟΙ ΔΙΕΥΘΥΝΤΕΣ ΤΡΑΠΕΖΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΕΡΓΑΤΕΣ ΟΔΟΠΟΙΙΑΣ έτρεχαν στους τηλεφωνικούς θαλάμους για να καλέσουν τους παίκτες. Όλοι έπαιζαν στο χρηματιστήριο, άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο. Στη διακοπή για γεύμα, υπάλληλοι και γραμματείς μελετούσαν το δελτίο τιμών του χρηματιστηρίου μασώντας σάντουιτς και λογάριαζαν τις περιουσίες που συσσωρεύονταν. Τα μάτια τους είχαν την ίδια έκφραση που βλέπουμε στο τραπέζι της ρουλέτας.

ΕΓΩ ΕΙΧΑ ΜΙΑ ΔΙΑΥΓΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ, ΓΙΑΤΙ ΒΡΙΣΚΟΜΟΥΝ ΕΞΩ ΑΠΟ ΟΛΑ ΑΥΤΑ, γράφοντας βιβλία που κανείς δεν αγόραζε. Δεν είχα ούτε τα ελάχιστα που ήταν αναγκαία, για να αρχίσω να φτιάχνω μια δική μου περιουσία. Από τις βιτρίνες έβλεπα τα τρελά ψώνια, το χαβιάρι και τη σαμπάνια, μύριζα το μεθυστικό άρωμα των ντυμένων με γούνες κυριών, που έβγαιναν λάμποντας από το θέατρο.

ΕΠΕΙΤΑ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΠΑΨΑΝ ΝΑ ΕΠΕΝΔΥΟΥΝ και αυτό το είδα με διαύγεια, επειδή είχα ασκηθεί από καιρό στην οικονομική ύφεση. Δε συμπαρασύρθηκα στην πτώση. Θυμάμαι ότι έδιναν συνεντεύξεις και ξανά συνεντεύξεις οι Big Boys, εκείνοι που γνώριζαν. Ορισμένοι αγόραζαν διαφημιστικό χώρο για να καθησυχάσουν τους εκατομμυριούχους που καταστρέφονταν: «Είναι μόνο μια φυσιολογική υποτίμηση», «Μη φοβάστε, αγοράστε, συνεχίστε να αγοράζετε». Ωστόσο, οι Big Boys πουλούσαν και η αγορά έκανε το μπαμ.

ΕΠΕΙΤΑ ΗΡΘΕ Ο ΠΑΝΙΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΠΑΝΙΚΟΣ ΜΕΤΑΤΡΑΠΗΚΕ ΣΕ ΑΠΑΘΕΣ ΣΟΚ. Όταν το χρηματιστήριο κατέρρευσε, έκλεισαν τα εργοστάσια, τα ορυχεία και τα χαλυβουργεία και τότε κανείς δε μπορούσε πλέον να αγοράσει τίποτα, ούτε καν για να φάει.

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΓΥΡΝΟΥΣΑΝ ΑΠΟ ΔΩ ΚΙ ΑΠΟ ΚΕΙ ΣΑΝ ΔΑΡΜΕΝΟΙ. Οι εφημερίδες έγραφαν για κατεστραμμένους ανθρώπους που έπεφταν από τα παράθυρα.

ΑΠΟ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΘΑ ΚΑΤΕΛΗΓΑΝ ΣΤΟ ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΟ, είχαν καταστραφεί σοβαρά. Ένας φίλος είχε έναν θείο, πλουσιότατο εκατομμυριούχο. Μέσα σε λίγες βδομάδες πέρασε από τα εφτά εκατομμύρια στα δύο εκατομμύρια, αλλά δύο εκατομμύρια σε μετρητά. Έλεγε ότι δεν ήξερε πώς θα τα κατάφερνε να τρώει, και για κολατσιό έτρωγε μόνον ένα αυγό. Βαθούλωσαν τα μάγουλά του και τα μάτια του γυάλιζαν σαν να είχε πυρετό. Κατέληξε να αυτοκτονήσει. Με δυο εκατομμύρια δολάρια νόμιζε ότι θα πεθάνει από πείνα. Αυτές ήταν οι αξίες.

ΕΠΕΙΤΑ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΘΥΜΗΘΗΚΑΝ ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΣΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ, μοναδική βεβαιότητα σε έναν ανασφαλή κόσμο. Έκαναν αγώνες δρόμου για να αποσύρουν τα χρήματά τους. Υπήρξαν αγώνες και εξεγέρσεις και πλήθη αστυνομικών. Ορισμένες τράπεζες χρεοκόπησαν. Οι ειδήσεις άρχισαν να κυκλοφορούν. Έπειτα, τρομαγμένοι και οργισμένοι, οι άνθρωποι κατέληξαν να επιτίθενται στις τράπεζες και οι πόρτες τους έκλεισαν για πάντα.

Ο ΧΟΥΒΕΡ ΣΤΟ ΛΕΥΚΟ ΟΙΚΟ ΜΟΥ ΠΡΟΚΑΛΟΥΣΕ ΤΟΝ ΟΙΚΤΟ. Στηρίχθηκε στο εγκυκλοπαιδικό του οπλοστάσιο των πεπαλαιωμένων διακηρύξεων. Η έμφυτη ανικανότητά του στο λόγο άγγιξε το μάξιμουμ του ταλέντου του. Η συμβουλή του προς τους ανέργους να πουλάνε μέλι έγινε το «ας φάνε παντεσπάνι» της δεκαετίας του ‘30. Τα συνθήματα της προεκλογικής του εκστρατείας -«Η ευημερία έρχεται σύντομα. Ένα κοτόπουλο σε κάθε τσουκάλι»- ηχούσαν σαρκαστικά στους ανήσυχους αρχάριους, που περίμεναν στις ουρές για να πάρουν λίγο ψωμί. Ομάδες μικρομετόχων έκαναν πορεία και ξεχύθηκαν στην Ουάσιγκτον. Το Κογκρέσο είχε εγκρίνει την πληρωμή των αποζημιώσεων, αλλά μόνο σε ένα μεταγενέστερο χρόνο.

ΥΠΗΡΧΑΝ ΚΑΠΟΙΟΙ ΑΓΚΙΤΑΤΟΡΕΣ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΚΑΠΟΙΟΙ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΕΣ, αλλά το μεγαλύτερο μέρος τους ήταν πρώην στρατιώτες που είχαν υπηρετήσει την πατρίδα, άνθρωποι φοβισμένοι, με οικογένειες πεινασμένες. Τα διαλυμένα πλήθη μπλοκάρισαν την κυκλοφορία και κόλλησαν σαν ένα μελίσσι στα σκαλοπάτια της πρωτεύουσας. Τα χρήματα χρησίμευαν αμέσως. Έφτιαξαν μια παραγκούπολη στην περιφέρεια της Ουάσιγκτον. Πολλοί είχαν μαζί τους τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους…

Ο Τζον Ερνστ Στάινμπεκ (27 Φεβρουαρίου 1902-20 Δεκεμβρίου 1968) ήταν αμερικανός συγγραφέας. Ανάμεσα στα 27 βιβλία που έγραψε, βρίσκεται και το βραβευμένο με Πούλιντζερ μυθιστόρημα Τα Σταφύλια της Οργής και η νουβέλα Άνθρωποι και Ποντίκια. Το 1962 ο Στάινμπεκ τιμήθηκε με Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Το παραπάνω κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο του, L’ America e gli americani (ιταλική έκδοση «Alet», 2008), μια συλλογή τριάντα πέντε μικρών κειμένων του νομπελίστα συγγραφέα.

Πηγή : doctv